Ο άγιος Δημήτριος είναι ένας από τους πιο λαοφιλείς αγίους για τους χριστιανούς της Ανατολής.  Είναι χαρακτηριστικό ότι ώς και τα μέσα του 20ου αιώνα η γιορτή του αγίου στις 26 Οκτωβρίου σηματοδοτούσε τις φθινοπωρινές μετακινήσεις των ημινομαδικών πληθυσμών της Βαλκανικής, όπως οι Βλάχοι. Ακριβώς λόγω της ποιμενικής τους ζωής οι πληθυσμοί αυτοί δεν είχαν πάντα τη δυνατότητα να τιμήσουν τους νεκρούς τους κατά τα καθιερωμένα ψυχοσάββατα (πριν από τις Κυριακές της Αποκριάς και της Πεντηκοστής) με αποτέλεσμα να συνδεθεί στη Μακεδονία η μνήμη του αγίου και με τη μνήμη των νεκρών, και το Σάββατο πριν από τη γιορτή του να θεωρείται Ψυχοσάββατο. Έτσι, το τρίτο από τα αναγνώσματα του Εσπερινού της αφιερωμένης στον μάρτυρα γιορτής αποτελεί μια περικοπή από το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου Σοφία Σολομώντος, που αναφέρεται στην ελπίδα των ευσεβών για αθανασία (3:1-9).

Το βιβλίο Σοφία Σολομώντος συνιστά μια διατριβή για τα αγαθά της σοφίας και τα κακά της ασέβειας και αποτελεί τον πιο χαρακτηριστικό ίσως μάρτυρα της αντιπαράθεσης του ελληνόφωνου ιουδαϊσμού προς τον ελληνισμό. Η αρχική αισιοδοξία της ιουδαϊκής κοινότητας της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου για αρμονική συμβίωση και πολιτισμική συνεργασία με το ελληνικό στοιχείο της πόλης, όπως αυτή φαίνεται να υπόκειται ακόμη στην Επιστολή Αριστέα, που αναφέρεται στη μετάφραση του Νόμου του Μωυσή στα ελληνικά, έδωσε βαθμιαία τη θέση της σε μια απογοήτευση που θα οδηγήσει τελικά σε αντιπαράθεση τις δύο πολιτισμικές παραδόσεις. Με τον τίτλο του βιβλίου, Σοφία Σολομώντος, που αναμφίβολα οφείλεται στη φήμη του Σολομώντα ως σοφού βασιλιά (βλ 3Βα 5:9-14), δεν επιδιώκεται να αποδοθεί το έργο στον Σολομώντα, αλλά να διακηρυχθεί η αρχαιότητα της ιουδαϊκής σοφιολογικής σκέψης απέναντι στην ελληνική φιλοσοφία. Στον κανόνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας το έργο κατατάσσεται συνήθως στην προτελευταία θέση της ομάδας των “Ποιητικών – Διδακτικών Βιβλίων” της Παλαιάς Διαθήκης, πριν από το βιβλίο Σοφία Σειράχ, και στον κανόνα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στην ίδια θέση ως “δευτεροκανονικό”, ενώ απουσιάζει από τον κανόνα των περισσότερων Εκκλησιών της Προτεσταντικής Παράδοσης και της ιουδαϊκής Συναγωγής.

Το περιεχόμενο του βιβλίου δεν συντίθεται από συλλογές σύντομων γνωμικών που αναφέρονται σε εμπειρίες της ζωής και κανόνες συμπεριφοράς, όπως τα άλλα σοφιολογικά έργα (πρβλ Παρ 10 – 31), αλλά από μακρούς λόγους -ιδιαίτερα το πρώτο μέρος του (1:16 – 6:21)- που έχουν ως θέμα τους τον τρόπο ζωής των ασεβών και τις ολέθριες γι’ αυτούς επιπτώσεις του ή τη συμπεριφορά των δικαίων και τις ευεργετικές συνέπειες της ευσέβειάς τους. Όπως σε όλα τα σοφιολογικά έργα, ο συνετός άνθρωπος ταυτίζεται και εδώ με τον ευσεβή, τον άνθρωπο δηλαδή που αναγνωρίζει τον ρόλο του Θεού στη ζωή του και συμπεριφέρεται ενάρετα και με δικαιοσύνη, ενώ ο ανόητος άνθρωπος ταυτίζεται με τον ασεβή και άδικο.

Στόχος του συγγραφέα είναι να στηρίξει την κλονισμένη, εξαιτίας των επιτευγμάτων και της λάμψης του αλεξανδρινού πολιτισμού, πίστη των Ιουδαίων, αλλά και να προσελκύσει άλλους στην πίστη στον Θεό που αποκαλύπτεται στη Βίβλο. Κύριο χαρακτηριστικό του έργου είναι η επίδραση της ελληνιστικής σκέψης, και μάλιστα της πλατωνικής φιλοσοφίας, σε ορισμένες ιδέες του συγγραφέα και πολύ περισσότερο στη γλώσσα του.

Ο συγγραφέας, αφού έχει αναπτύξει την άποψη ότι η δικαιοσύνη οδηγεί στη ζωή (1:1-15), ενώ η αδικία στον θάνατο (1:16 – 2:24), συνεχίζει στην παρούσα ενότητα τη σκέψη του, υποστηρίζοντας ότι οι ευσεβείς θα συνεχίσουν να ζουν και μετά τον θάνατό τους και θα επιβραβευτούν από τον Θεό (3:1-9). Η ενότητα αυτή παρουσιάζεται ως απάντηση στις σκέψεις που εμφανίζονται να διατυπώνουν οι ίδιοι οι ασεβείς στην προηγούμενη ενότητα προκειμένου να δικαιολογήσουν την άδικη συμπεριφορά τους. Η απάντηση ξεκινάει με τη διαβεβαίωση ότι οι «οι ψυχές των δικαίων βρίσκονται στα χέρια του Θεού», επομένως οι ευσεβείς άνθρωποι απολαμβάνουν της θείας προστασίας και μετά τον θάνατό τους, οπότε ο θάνατος ως βιολογικό γεγονός δεν σηματοδοτεί το τέλος της ζωής των δικαίων, όπως λανθασμένα πιστεύουν οι ασεβείς. Όπως βεβαιώνει ο συγγραφέας για τους ευσεβείς: «Στων ανόητων τα μάτια φαίνονται αυτοί ότι πέθαναν· ο θάνατός τους θεωρείται τιμωρία τους, κι η απομάκρυνσή τους από μας καταστροφή, αλλ᾿ αυτοί βρίσκονται στη χώρα της ειρήνης· ακόμα κι αν στους άλλους δίνεται η εντύπωση ότι τιμωρούνται, αυτοί ελπίδα έχουν βέβαιη για την αθανασία· ούτε είναι για τους ευσεβείς τιμωρία ή συμφορά, αφού αυτοί βρίσκονται πλέον στη χώρα όπου κυριαρχεί η ειρήνη του Θεού» (3:2-4).

Στην ενότητα που προηγείται οι ασεβείς είχαν δηλώσει την πρόθεσή τους να υποβάλουν τον δίκαιο σε βασανιστήρια και να τον καταδικάσουν σε ατιμωτικό θάνατο, προκειμένου να δοκιμάσουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του ότι ο Θεός θα του συμπαρασταθεί (2:17-20). Ως απάντηση στην απειλή αυτή, ο συγγραφέας, διαβεβαιώνει τους αναγνώστες του ότι τα σχέδια των ασεβών θα αποτύχουν αφού τις ψυχές των δικαίων δεν μπορούν «βάσανα να τις αγγίξουν» (3:1) και ότι οι δίκαιοι δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν, καθώς έχουν εξασφαλισμένη την ανταμοιβή τους από τον Θεό. Οι όποιες αντιξοότητες της παρούσας ζωής θα πρέπει, επομένως, να κατανοηθούν ως μικρή ταλαιπωρία και ως παιδαγωγία του Θεού, ο οποίος δοκιμάζει τους πιστούς του, προκειμένου να τους καταστήσει άξιους να ζουν κοντά του (3:5-6). Η ιδέα της θεώρησης των δυσκολιών της ζωής ως παιδαγωγία του Θεού υπόκειται και σε άλλα έργα της εποχής· όπως σημειώνεται στο Παρ 3:11-12: «Υἱέ, μὴ ὀλιγώρει παιδείας Kυρίου μηδὲ ἐκλύου ὑπʼ αὐτοῦ ἐλεγχόμενος· ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται». Ανάλογη σκέψη διατυπώνεται και από τον συγγραφέα του Β΄ Μακκαβαίων, ο οποίος προειδοποιεί τους αναγνώστες του: «Παρακαλῶ οὖν τοὺς ἐντυγχάνοντας τῇδε τῇ βίβλῳ μὴ συστέλλεσθαι διὰ τὰς συμφοράς, λογίζεσθαι δὲ τὰς τιμωρίας μὴ πρὸς ὄλεθρον, ἀλλὰ πρὸς παιδείαν τοῦ γένους ἡμῶν εἶναι· καὶ γὰρ τὸ μὴ πολὺν χρόνον ἐᾶσθαι τοὺς δυσσεβοῦντας, ἀλλʼ εὐθέως περιπίπτειν ἐπιτίμοις, μεγάλης εὐεργεσίας σημεῖόν ἐστιν … διόπερ οὐδέποτε μὲν τὸν ἔλεον ἀφʼ ἡμῶν ἀφίστησιν, παιδεύων δὲ μετὰ συμφορᾶς οὐκ ἐγκαταλείπει τὸν ἑαυτοῦ λαόν» (6:12-16).

Ο έλεγχος του Θεού θα αναδείξει τη λαμπρότητα των ευσεβών σε τέτοιο βαθμό που οι ασεβείς δεν θα μπορούν να την αντέξουν· θα καούν από τη λάμψη τους όπως κατακαίει η φωτιά το καλοκαίρι τις καλαμιές στα θερισμένα χωράφια (3:7). Όμως η ανταμοιβή των δικαίων δεν περιορίζεται μόνο στην τιμωρία των ασεβών, αλλά θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο και στην εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού (3:8). Στην αμφισβήτηση των ασεβών αν ο Θεός μπορεί να προσφέρει “ἐπισκοπή” στον δίκαιο, ο ιερός συγγραφέας αντιτάσσει τη διαβεβαίωση ότι ο Θεός προσφέρει «ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ» (στχ 9). Ο όρος “ἐπισκοπή” στην παρούσα συνάφεια σημαίνει “φροντίδα, προστασία” και με αυτό το αισιόδοξο μήνυμα ολοκληρώνεται η ενότητα του βιβλίου που αναφέρεται στην ελπίδα των ευσεβών. Τον ίδιο πρωταγωνιστικό ρόλο στην εγκαθίδρυση της βασιλείας του υπόσχεται και ο Ιησούς Χριστός στους μαθητές του, καθώς πορεύεται προς τα Ιεροσόλυμα για το πάθος του: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ» (Ματ 19:28· πρβλ 1Κο 6:2).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο αλεξανδρινός Ιουδαίος σοφός φαίνεται να βρίσκει την απάντηση στο ερώτημα της σχέσης θείας δικαιοσύνης και ανταπόδοσης των ανθρωπίνων πράξεων στην παραδοχή της ιδέας ότι η ψυχή είναι αθάνατη. Τόσο στο σημείο αυτό όσο και σε άλλα σημεία του έργου του, όπου προσπαθεί να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα που απασχόλησαν και τους παλιότερους σοφούς του Ισραήλ, γίνεται ιδιαίτερα εμφανής η επίδραση πλατωνικών αντιλήψεων στη σκέψη του. Έτσι, προκειμένου να περιγράψει την ελπίδα των ευσεβών για αιώνια ζωή, χρησιμοποιεί τον ελληνικό όρο “αθανασία”, ο οποίος εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά στο συγκεκριμένο βιβλίο απαντά πέντε συνολικά φορές (3:4· 4:1· 8:13,17· 15:3), ενώ άλλες τρεις φορές απαντά ο συνώνυμος όρος “αφθαρσία” (2:23· 6:18,19). Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και όταν υποστηρίζει «ὅτι ὁ θεὸς ἔκτισεν τὸν ἄνθρωπον ἐπʼ ἀφθαρσίᾳ καὶ εἰκόνα τῆς ἰδίας ἀϊδιότητος ἐποίησεν αὐτόν» (2:23), εξαρτά αυτήν την αθανασία όχι από τη φύση της ψυχής αλλά από τον τρόπο της ζωής του ανθρώπου. Πουθενά, κατά συνέπεια, όπως προκύπτει από το φραστικό που χρησιμοποιεί και κυρίως από τη συνάφεια των παραπάνω χωρίων, δεν φαίνεται να δέχεται ο συγγραφέας τον πλατωνικό μύθο περί πτώσης της ψυχής και φυλάκισής της σε ανθρώπινο σώμα. Έτσι, χωρίς να απορρίπτει πλήρως την ιδέα της ανταπόδοσης των πράξεων κατά την παρούσα ζωή (βλ ενδεικτικά: 1:11-12· 3:16-17· 11:16), προσβλέπει σε μια μετά τον θάνατο δικαίωση των ευσεβών, πουθενά όμως ο όρος “αθανασία” που αποτελεί το αντικείμενο της ελπίδας των ευσεβών, δεν κατανοείται με την κλασική ελληνική σημασία του, ως μια φυσική ιδιότητα της ψυχής του ανθρώπου, αλλά θεωρείται δωρεά του Θεού προς τους δικαίους. Από την άποψη αυτήν, αν και πρόκειται για μια κατά κάποιον τρόπο καινοφανή διδασκαλία, οι ιδέες του συγγραφέα εξακολουθούν να εδράζονται σταθερά στο έδαφος της βιβλικής σκέψης, η οποία εξελίσσεται και προσαρμόζεται στο ελληνιστικό πολιτισμικό περιβάλλον. Μια προσαρμογή που οι Πατέρες της Εκκλησίας θα αναπτύξουν στους αιώνες που θα ακολουθήσουν ακόμη περισσότερο, καθιστώντας τη χριστιανική πίστη προσιτή και ανοιχτή σε όλους τους ανθρώπους και παράγοντα πολιτισμού που θα καταυγάσει τον κόσμο ολόκληρο.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: