Αρθρογραφία

Προκλητικοί διάλογοι για την Εκκλησία και τη Χούντα

Παρακολουθώντας τη χθεσινή συνέντευξη του συγγραφέα και πολιτικού ακτιβιστή Περικλή Κοροβέση στο Provocateur και στη δημοσιογράφο Χρύσα Λύκου, με θέμα την περίοδο της Δικτατορίας, σημείωσα την αναφορά του στο Κέντρο John Knox της Γενεύης. Στάθηκε στη φιλοξενία που το κέντρο προσέφερε σε «καταδιωκόμενους φοιτητές απ’ όλον τον κόσμο», όπως ανέφερε. Από τη συνέντευξη προκύπτει πως το διεθνώς αναγνωρισμένο έργο του «Ανθρωποφύλακες», πολύτιμη μαρτυρία για τα βασανιστήρια στην περιβόητη Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Αθηνών, στη Μπουμπουλίνας, γράφτηκε στο φουαγιέ του κέντρου και πρωτοτυπώθηκε, παράνομα, στον πολύγραφο του ιδρύματος.

Ενδεχομένως, η μέχρι τώρα εξιστόρηση να αφήνει αδιάφορο, καταρχήν, τον αναγνώστη ενός ΜΜΕ με θέμα την εκκλησιαστική ενημέρωση. Η ιστορία, όμως, γεννά προκλητικούς διαλόγους οι οποίοι καταφέρνουν να συνδέουν τα φαινομενικά ασύνδετα, ξεπερνώντας στερεότυπα και στεγανά. Ο αριστερός-αναρχικός Κοροβέσης, λοιπόν, δε καταγράφει την μαρτυρία του σε ένα κομματικό κρησφύγετο ή σε ένα οποιοδήποτε φοιτητικό ίδρυμα, αλλά σε ένα χριστιανικό κέντρο, το οποίο φέρει το όνομα του ανθρώπου ο οποίος διέδωσε την Μεταρρύθμιση στη Σκωτία.

Το Διεθνές Μεταρρυθμισμένο Κέντρο John Knox βρίσκεται στη διεθνή περιοχή της Γενεύης όπου εδρεύουν ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ο Ερυθρός Σταυρός και άλλοι μεγάλοι οργανισμοί. Μόλις λίγα λεπτά περπάτημα και ο επισκέπτης του μπορεί να βρεθεί είτε στο Οικουμενικό Κέντρο, έδρα μεταξύ άλλων του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, είτε στο Ορθόδοξο Πατριαρχικό Κέντρο του Σαμπεζύ, χώρο όπου πραγματοποιήθηκαν αρκετές πανορθόδοξες προσυνοδικές συναντήσεις στην πορεία σύγκλησης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

Στους τοίχους του Κέντρου βλέπει κανείς αναρτημένες αφίσες οι οποίες παρουσιάζουν την ιστορία και τη δράση του. Ο Έλληνας επισκέπτης διακρίνει γνώριμα πρόσωπα και ονόματα. Ανάμεσα στις φωτογραφίες σημαντικών ανθρωπιστών, πολιτικών, καλλιτεχνών, θεολόγων και φοιτητών, και κείνες του Μίκη Θεοδωράκη και της Μελίνας Μερκούρη, οι οποίοι βρέθηκαν εκεί το 1968 στο πλαίσιο εκδήλωσης κατά της Χούντας.

Είναι η περίοδος που το οικουμενικό κίνημα στρέφει το ενδιαφέρον του από τον αμιγώς θεολογικό διάλογο στα κοινωνικά ζητήματα. Ιδιαίτερα μέσα από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί μία κοινή μαρτυρία υπέρ των αδυνάτων της οικουμένης και να οργανωθούν συγκεκριμένες δράσεις για την καταπολέμηση του ρατσισμού, την εξάλειψη των διακρίσεων και την υπεράσπιση όσων διώκονταν από δικτατορικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είχαν ασκήσει κριτική σ’ αυτή τη στροφή, τονίζοντας πως η ενότητα των διαιρεμένων Χριστιανών δεν θα οικοδομηθεί μέσα από τον κοινωνικό ακτιβισμό αλλά την κοινή ομολογία πίστεως. Αυτή, όμως, η θέση, όσο και αν θεμελιώνεται θεολογικά, εκφράζει τη μισή αλήθεια. Η δυσανασχέτηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών μελών με την κοινωνική και πολιτική εμπλοκή της οικουμενικής κίνησης, είχε όχι μόνο θεολογικές αιτίες, αλλά συνδέονταν και με μια θλιβερή πραγματικότητα: Την, μέχρι σήμερα, εξάρτηση των Ορθόδοξων Εκκλησιών από τα εκάστοτε πολιτικά περιβάλλοντα. Η θεμελίωση μιας οικουμενικής κριτικής υπέρ της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής δικαιοσύνης, συνεπάγονταν άσκηση κριτικής σε καθεστώτα και συστήματα με τα οποία και τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες είτε βρίσκονταν σε αγαστή συνεργασία είτε συνδιαλέγονταν χωρίς ενοχή.

Ως προς την περίπτωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι γνωστό πως διατυπώθηκε η απειλή αποχώρησης από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και της μη αποστολής αντιπροσώπων στην Δ΄ Γενική Συνέλευση (Ουψάλα, 1968). Αιτία αυτής της στάσης αποτέλεσε το γεγονός πως το ΠΣΕ και επιμέρους χριστιανικές κοινότητες, όπως η Εκκλησία της Σουηδίας, άσκησαν κριτική στα βασανιστήρια και στις πολιτικές διώξεις της Χούντας ή στήριξαν αντιδικτατορικές πρωτοβουλίες και πολιτικούς εξόριστους. Αρνητική ήταν και η απάντηση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Κοτσώνη σε οικουμενική παράκληση να μεσολαβήσει υπέρ της ακύρωσης της θανατικής καταδίκης του Αλέξανδρου Παναγούλη.

Για του λόγου το αληθές, πρέπει να σημειωθεί πως σιωπηρή ανοχή ή και δημόσια υποστήριξη προς ανελεύθερα καθεστώτα προσέφεραν όχι μόνο οι Ορθόδοξες Εκκλησίες. Την ίδια ώρα π.χ. που Ρωμαιοκαθολικοί κληρικοί αγωνίζονταν, μέχρι αίματος, κατά των δικτατοριών και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην Λατινική Αμερική, ομόδοξοι συλλειτουργοί τους έδρασαν ως δεκανίκια των εκεί χουντικών καθεστώτων. Στη δε Νότια Αφρική, η Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία αποχώρησε από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, όταν ο διαχριστιανικός οργανισμός ανέπτυξε αντιρατσιστικό πρόγραμμα κατά του απάνθρωπου συστήματος του Απαρτχάιντ, το οποίο η ίδια υποστήριζε. Και αυτά είναι μόνο δύο από τα παραδείγματα συνεργασίας των «μαθητών» του Ιησού Χριστού με δυνάμεις του πολιτικού και όχι μόνο σκότους κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Δυστυχώς, παρά τις παρακλήσεις 45 χρόνια τώρα, η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα δεν έχει σταθεί με ειλικρίνεια μπροστά όχι μόνο σ’ αυτό που ονομάζουμε Πολυτεχνείο αλλά ούτε καν απέναντι στον ίδιο τον πολιτικό, ναι, πολιτικό εαυτό της. Ενδεχομένως, η συζήτηση περί αλλαγής του Συντάγματος και επανεξέτασης των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας να άνοιγε τέτοιες προοπτικές. Τα δείγματα, όμως, των ημερών είναι αποκαρδιωτικά και περιορίζονται σε έναν εκκοσμικευμένο ιδεολογικό οικονομισμό και στην προάσπιση συμφερόντων. Ασφαλώς, επ’ αγαθώ της κοινωνίας θα σπεύσουν να πουν πατέρες και αδερφοί.

Ίσως η πνευματική και όχι μόνο ιστορία της μεταπολιτευτικής Ελλάδας να ήταν διαφορετική αν την περίοδο 1967-1974 η Εκκλησία έδειχνε τον ίδιο ζήλο για να προστατέψει όχι την περιουσία ή τη μισθοδοσία των κληρικών, αλλά τον ίδιο τον λαό της. Και η προστασία αυτή δεν ήταν αναγκαία μόνο για τα θύματα των βασανιστηρίων και τους εξόριστους, αλλά και για κείνους, τους πάρα πολλούς, που έμαθαν να ταυτίζουν Χριστό και Έθνος, Εκκλησία και Κράτος, πίστη και ιδεολόγημα. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν έγινε και τα λίγα παραδείγματα θαρραλέων πιστών κληρικών, θεολόγων και λαϊκών που αντιστάθηκαν δεν αρκούν για να εξιλεώσουν την αμαρτία του Σώματος. Άλλωστε, οι καθεστωτικοί και οι βασανιστές, πιστά τέκνα της Εκκλησίας δήλωναν και ορισμένοι ποιμένες και διδάσκαλοι του λαού του Θεού τολμούν μέχρι σήμερα να τους θεωρούν ως τέτοιους. Όπως πιστούς Ορθόδοξους Χριστιανούς θεωρούν και τους πολιτικούς τους επιγόνους. Με τούτα και με κείνα, η περίοδος της Δικτατορίας και το Πολυτεχνείο παραμένουν η κρυφή ενοχή και ντροπή της Εκκλησίας. Τουλάχιστον να ακολουθούσε η μετάνοια…

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Πατριάρχης Αθηναγόρας, ο Οικουμενικός