Χριστιανικές αντιπολεμικές φωνές από τον Α’ ΠΠ

102 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη σύναψη της ανακωχής μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και της Γερμανίας. Η ανακωχή έθεσε σε τερματισμό τις εχθροπραξίες στο Δυτικό Μέτωπο. Οι φετινοί εορτασμοί για την Ημέρα Ανακωχής (Armistice Day) περιορίστηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Εντούτοις, η παράδοση της μνημόνευσης των νεκρών στο μνημείο Menin Gate Memorial στην Υπρ της βελγικής Φλάνδρας τηρήθηκε και φέτος. Με την κατάθεση στεφάνων, το παίξιμο τη σκωτσέζικης γκάιντας και το σάλπισμα του “Last Post”, τιμήθηκαν οι νεκροί όλου του πολέμου και ιδιαίτερα οι 54.896 στρατιώτες της Κοινοπολιτείας, των οποίων οι σοροί δεν βρέθηκαν ή δεν μπόρεσαν να ταυτοποιηθούν και αναπαύονται στους χιλιάδες τάφους στα στρατιωτικά κοιμητήρια της περιοχής, οι οποίοι φέρουν την εγχάρακτη επιγραφή «Γνωστός στον Θεό» (Known unto God). Τα ονόματά τους είναι χαραγμένα στους πέτρινους τοίχους του μεγαλοπρεπούς μνημείου ως μνημόσυνο αιώνιο. Ο δε χώρος αποτελεί τόπο προσκυνήματος για χιλιάδες απογόνους των νεκρών κυριολεκτικά από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη αλλά και για όσους θέλουν να γνωρίσουν τα όσα διαδραματίστηκαν εκεί κατά την περίοδο του Α’ ΠΠ.    

Η συμφωνία της 11ης Νοεμβρίου του 1918 έλαβε χώρα σε ένα βαγόνι στο δάσος της Κομπιένης ανήμερα της εορτής του αγίου Μαρτίνου, Επισκόπου της Τουρ (316-397), τον οποίο τιμούν από κοινού οι χριστιανικές εκκλησίες Δύσης και Ανατολής. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος υποτίθεται θα κρατούσε ελάχιστο καιρό και θα τερμάτιζε -σύμφωνα με την επίσημη προπαγάνδα- κάθε άλλο πόλεμο, ξεκλήρισε μια ολόκληρη γενιά νέων, 16-35 ετών, στην Ευρώπη και ευθύνεται για τον θάνατο 8.528.832 ανθρώπων, τον τραυματισμό 21.189.154, ενώ οι αγνοούμενοι και οι φυλακισμένοι ανήλθαν στους 7.750.919, χωρίς να υπολογίζονται τα θύματα των γενοκτονιών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι στρατιώτες, οι οποίοι κατάφεραν να επιστρέψουν ζωντανοί στα σπίτια τους, πάλευαν για πολλά χρόνια με τις μνήμες της φρίκης των χαρακωμάτων και πολλοί δεν κατάφεραν ποτέ να ξεπεράσουν τα βαθιά ψυχικά τους τραύματα. Οι φωτογραφίες, οι πρώτες κινηματογραφικές λήψεις, τα ημερολόγια και τα ποιήματα των στρατευμένων, διασώζουν αυτή τη φρίκη την οποία βίωσαν. Το Δυτικό Μέτωπο ήταν ένας τόπος όπου κυριαρχούσε το κράτος του θανάτου με χιλιάδες νεκρά σώματα σε αποσύνθεση ή βουτηγμένα στη λάσπη, τη γη γεμάτη κρατήρες από τους βομβαρδισμούς και την ατμόσφαιρα πνιγηρή από τη μυρωδιά της πτωμαΐνης, των κουφαριών των νεκρών ζώων, των περιττωμάτων και των σαπισμένων υλών.  

Η ανακωχή την ημέρα του αγίου Μαρτίνου θεωρήθηκε ως σημείο θεϊκής παρέμβασης. Ο Μαρτίνος, γόνος οικογένειας με υπηρεσία στον Ρωμαϊκό στρατό, υπήρξε στρατιώτης και αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς στρατιωτικούς αγίους κατά τα χρόνια του Μεσαίωνα, ενώ θεωρείται ένας από τους προστάτες της Γαλλίας και του στρατού της. Η ειρωνεία είναι, όμως, πως ο Μαρτίνος υπήρξε αντιρρησίας συνείδησης και, σύμφωνα με τον βιογράφο του Σουλπίκιο Σέβερο (363-425), είχε αρνηθεί να υπακούσει την εντολή του Αυτοκράτορα Ιουλιανού να εμπλακεί στη μάχη εναντίον βαρβαρικής επίθεσης στη Γαλατία. Η άρνησή του προκάλεσε την αυτοκρατορική αντίδραση, με τον Μαρτίνο να απαντά πως δεν αρνούνταν την εμπλοκή στον πόλεμο λόγω δειλίας, όπως κατηγορήθηκε, αλλά λόγω της πίστης του και δέχτηκε να τεθεί στο πεδίο της μάχης, άοπλος, με μόνη προστασία το σύμβολο του Σταυρού. Η επικείμενη μάχη, τελικά, δεν πραγματοποιήθηκε και στην εκκλησιαστική παράδοση το γεγονός θεωρήθηκε θαυμαστό σημείο.

Ενδεχομένως η ιστορία του Μαρτίνου να τεθεί υπό αμφισβήτηση από όσους θεωρούν τα συναξάρια φανταστικές ιστορίες του Μεσαίωνα. Αντιρρησίες συνείδησης, όμως, με θρησκευτικά κίνητρα υπήρξαν και κατά τη διάρκεια του Α’ ΠΠ. Παρά τη συστράτευση των ευρωπαϊκών εκκλησιών με τα μιλιταριστικά και εθνικιστικά αφηγήματα των εμπόλεμων χωρών, πιστοί Χριστιανοί διαφορετικών ομολογιών προκάλεσαν τη συνείδηση των κοινωνιών και των χριστιανικών παραδόσεών τους αρνούμενοι να καταταγούν ακόμα και με κόστος της ζωής τους ή την ποινική τους δίωξη. Το ίδιο έπραξαν και νέοι οι οποίοι ασπάζονταν πασιφιστικές, ριζοσπαστικές, σοσιαλιστικές ή αναρχικές ιδέες.

Η στάση των Χριστιανών, οι οποίοι αρνήθηκαν τη στράτευση για συνειδησιακούς λόγους, θεωρήθηκε προδοτική και επικρίθηκε όχι μόνο από εκπροσώπους των εθνικών εκκλησιών, οι οποίες άλλωστε τελούσαν σε άμεση εξάρτηση από το κράτος, αλλά ακόμα και σε κόλπους αντικομφορμιστικών χριστιανικών κοινοτήτων. Πόσο μάλλον που ανώτεροι κληρικοί και θεολόγοι και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, διαβεβαίωναν τον λαό και τα εκκλησιάσματά τους πως η εμπλοκή στον πόλεμο ήταν επιβεβλημένη ως θείο έργο για την προστασία του χριστιανικού πολιτισμού από τη βαρβαρότητα και τον εκφυλισμό τον οποίο εκπροσωπούσε ο εχθρός, τον οποίο, μάλιστα, ταύτιζαν με τις δυνάμεις της Κολάσεως και του Αντίχριστου. Ο Α’ ΠΠ, εκτός από ιμπεριαλιστικός και αποικιοκρατικός, υπήρξε θρησκευτικός χωρίς να είναι ομολογιακός (όπως π.χ. ήταν οι Θρησκευτικοί Πόλεμοι) και αποτελούσε μια σταυροφορία χωρίς απίστους.

Υπήρξαν, όμως, και Χριστιανοί οι οποίοι αναγνώρισαν πως ο αποκαλούμενος Μεγάλος Πόλεμος ήταν ένας καθρέφτης της πραγματικής φύσης του ανθρώπου και αποκάλυψη του βάθους της κακίας του. Το βάθος αυτής της κακίας το γνώρισαν περισσότερο από όλους οι ίδιοι οι στρατιώτες στα χαρακώματα της Δυτικής Φλάνδρας. Ακόμα και όσοι νέοι κατετάγησαν οικειοθελώς και εμπνεόμενοι από την πατριωτική προπαγάνδα,  συνειδητοποίησαν σύντομα τι πραγματικά ήταν αυτός ο πόλεμος. Τα αντιπολεμικά τραγούδια τα οποία τραγουδούσαν οι στρατιώτες ή εκείνα τα οποία επέκριναν τη στρατιωτική ηγεσία, η οποία διέταζε από την ασφάλεια, μακριά από τα πεδία των μαχών και τα χαρακώματα, μαρτυρούν μέχρι σήμερα το τι βίωσαν στον πόλεμο, ο οποίος βίασε όχι μόνο την ψυχή και το σώμα τους αλλά και το φυσικό και ζωικό περιβάλλον με 8 εκατομμύρια άλογα να σκοτώνονται στο πεδίο των μαχών και να αποψιλώνονται από τους κανονιοβολισμούς και τους βομβαρδισμούς απέραντες εκτάσεις δασών.  

Το φολκ τραγούδι της περιόδου του πολέμου “Hanging on the old barbed wire”, το οποίο τραγουδούσαν και οι στρατευμένοι προς δυσαρέσκεια των ανωτέρων τους, σατιρίζει με έναν τρόπο διαλογικό τους στρατηγούς οι οποίοι συνέλεγαν μετάλλια για το στήθος τους και τους υπόλοιπους αξιωματικούς, οι οποίοι απέφευγαν το πεδίο των μαχών. Στο τραγούδι, ο στρατηγός και οι αξιωματικοί αναζητούνται ενώ οι στρατιώτες δηλώνουν πως γνωρίζουν το πού βρίσκονται, για να καταλήξουν πως οι ίδιοι οι στρατιώτες είναι οι μόνοι οι οποίοι δεν αγνοούνται γιατί είναι νεκροί και τα σώματά τους κρέμονται στα συρματοπλέγματα της νεκρής ζώνης (no man’s land). Ενάντια στο αφήγημα της εθνικής υπερηφάνειας των οικογενειών, οι οποίες έστελναν τα παιδιά τους στον πόλεμο, είναι και το Αμερικανικό αντιπολεμικό τραγούδι “I didn’t raise my boy to be a soldier” (1914-1915) σε στίχους του Alfred Bryan και σύνθεση του Al Piantadosi. Το τραγούδι αποτυπώνει το πρώιμο πασιφιστικό ρεύμα στην αμερικανική κοινωνία, πριν από την εμπλοκή, τελικά, των ΗΠΑ στον πόλεμο το 1917.

Πολλά τραγούδια για την τραγικότητα του Α’ ΠΠ γράφτηκαν και κατά τις δεκαετίες οι οποίες ακολούθησαν. Ο Σκωτσέζος μουσικός Eric Bogle έγραψε ορισμένα από τα πιο γνωστά αντιπολεμικά τραγούδια τα οποία αποτυπώνουν τη φωνή των στρατιωτών. Στο τραγούδι “And the band played waltzing Matilda” (1971), ένας Αυστραλός στρατιώτης περιγράφει τη φρίκη της Μάχης της Καλλίπολης (Αν. Θράκη), τον τραυματισμό του από τα βλήματα του Οθωμανικού στρατού και την επιστροφή του στην πατρίδα ακρωτηριασμένου πια, λέγοντας πως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι υπήρχε κάτι χειρότερο από τον θάνατο. Τέλος, στο τραγούδι “No man’s land” (1976), το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστό με τον τίτλο “The green fields of France”, ο στιχουργός συνομιλεί νοερά με τον 19χρονο Willie McBride καθώς επισκέπτεται τον τάφο του. Η κουβέντα, κατά την οποία ο νεκρός παραμένει σιωπηλός, καταλήγει πως ο Μεγάλος Πόλεμος μόνο τον τερματισμό όλων των πολέμων δε σηματοδότησε:   

Λοιπόν, ο πόνος, η θλίψη, η δόξα, η ντροπή,

ο θάνατος και ο θάνατος ήταν όλα μάταια.

Ω Willie McBride, όλα συνέβησαν ξανά

και ξανά, και ξανά, και ξανά, και ξανά.

Σημείωση: Οι φωτογραφίες του Νίκου Κοσμίδη αποτυπώνουν χώρους, στρατιωτικά κοιμητήρια και μνημεία του Α’ ΠΠ από την Υπρ και την ευρύτερη περιοχή. Ο Νίκος Κοσμίδης ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία με αντικείμενο έρευνας τους μάρτυρες, το μαρτύριο και την προφητική μαρτυρία κατά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους και επιβλέποντα σύμβουλο-καθηγητή τον Δρ. Παντελή Καλαϊτζίδη, Διευθυντή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Ο Νίκος Κοσμίδης είναι πολιτισμολόγος, εταίρος του Κέντρου Οικουμενικών, Ιεραποστολικών και Περιβαλλοντικών Μελετών «Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου» (CEMES).

Ετικέτες: