Έφτασε η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή και στους Ναούς μας ακούγεται ξανά εκείνος ο υπέροχος ύμνος προς τιμήν της Παναγίας Μητέρας, της Κυρίας των ανθρώπων και των αγγέλων.
Έφτασε η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και ψάλλουμε ξανά, όπως τότε, όταν σύμφωνα με την παράδοση οι πιστοί έψαλλαν όρθιοι, όλοι μαζί, τον «Ακάθιστο Ύμνο» μέσα στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών για να ευχαριστήσουν τη Θεοτόκο, την Υπέρμαχο Στρατηγό του Βυζαντινού Κράτους.
Οι συνθήκες συγγραφής του Ακάθιστου Ύμνου, σύμφωνα με την παράδοση αλλά και τις ιστορικές πηγές, σχετίζονται με γεγονότα εξαιρετικά σημαντικά και σπουδαία για την Πόλη των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη.
Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε τι γράφει ο Καθηγητής Ιωάννης Φουντούλης σχετικά με τον Ακάθιστο ύμνο : «Πολλοί φέρονται ως ποιηταί του : ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Γεώργιος Πισίδης, οι Πατριάρχαι της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανός ο Α΄, ο Ιερός Φώτιος, ο Γεώργιος Νικομήδειας (Σικελιώτης), ποιηταί που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Η παράδοσις παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια και οι νεώτεροι μελετηταί, στηριζόμενοι στις λίγες εσωτερικές ενδείξεις που υπάρχουν στο κείμενο, άλλοι προτιμούν τον ένα και άλλοι τον άλλο από τους φερομένους ως ποιητάς του. Ένα ιστορικό γεγονός, με το οποίο συνεδέθη από την παράδοσι η ψαλμωδία του Ακάθιστου, θα μπορούσε να μας προσανατολίση κάπως στην αναζήτησί μας: Η επί του αυτοκράτορος Ηρακλείου πολιορκία και η θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως την 8η Αυγούστου του έτους 626. Κατά το Συναξάριο μετά την λύσι της πολιορκίας εψάλη ο ύμνος αυτός στον ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, ως δοξολογία και ευχαριστία για την σωτηρία, που απεδόθη στην θαυματουργική δύναμι της Θεοτόκου, της προστάτιδας της Πόλεως. Πατριάρχης τότε ήτο ο Σέργιος, που πρωτοστάτησε στους αγώνας για την άμυνα. Εύκολο ήταν να θεωρηθή και ποιητής του ύμνου, αν και ούτε ως υμνογράφος μας είναι γνωστός, ούτε και ορθόδοξος ήτο. Εξʼ άλλου ο ύμνος θα έπρεπε να ήταν παλαιότερος, γιατί αν ήταν γραμμένος για την σωτηρία της Πόλεως δεν θα ήταν δυνατόν παρά ρητώς να κάμνη λόγο γι᾽ αυτήν και όχι να αναφέρεται σε άλλα θέματα, όπως θα ιδούμε πιο κάτω. Η ψαλμωδία όμως του Ακάθιστου συνδέεται από τις ιστορικές πηγές και με άλλα παρόμοια γεγονότα : τις πολιορκίες και την σωτηρία της Κωνσταντινουπόλεως επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), επί Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και επί Μιχαήλ Γ΄ (860). Όποιος όμως και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός από τα ανωτέρω και αν συνεδέθη πρωταρχικά, ένα είναι το αναμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίδουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος εψάλλετο ως ευχαριστήριος ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους κατά τις ευχαριστήριες παννυχίδες που ετελούντο εις ανάμνησιν των ανωτέρω γεγονότων. Κατά την παρατήρησι του συναξαριστού ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά την σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν οι, οίκοι του ύμνου αυτού εψάλλοντο, «ορθοί πάντες» τους ήκουαν εις ένδειξιν ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «εξ έθους» εκάθηντο. Γιατί όμως ψάλλεται κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οι λύσεις των ανωτέρω πολιορκιών δεν συνέπεσαν κατ᾽ αυτήν. Στις 8 Αυγούστου ελύθη η πολιορκία επί Ηρακλείου, τον Σεπτέμβριο η επί Πωγωνάτου, στις 16 Αυγούστου εωρτάζετο η ανάμνησις της σωτηρίας της Πόλεως επί Λέοντος Ισαύρου και στις 18 Ιουνίου ελύθη η πολιορκία επί Μιχαήλ του Γ΄. Με την Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνεδέθη προφανώς εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρας της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεόρτων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να κάλυψη η ψαλμωδία του Ακάθιστου, τμηματικώς κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικώς στο Σάββατο, ήμερα που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες ήμερες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις όποιες, καθώς είδαμε, μετατίθενται οι εορτές της εβδομάδος. Καθ᾽ ωρισμένα Τυπικά ο Ακάθιστος εψάλλετο πέντε ήμερες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και κατ᾽ άλλα τον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού». (Λογική Λατρεία, Ιωάν. Φουντούλης, εκδ. Αποστολική Διακονία).
Ο Ακάθιστος Ύμνος, ανεξάρτητα από το όποιο ιστορικό γεγονός, έχει ένα και μοναδικό σκοπό, να τιμήσει και να εξυμνήσει το πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου και ιδιαίτερα τον Ευαγγελισμό της.
Το περιεχόμενο του Ακάθιστου Ύμνου είναι γεμάτο από αισθητικά και εκφραστικά στοιχεία και αποτελεί τη σπουδαιότερη υμνολογική σύνθεση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και το κορυφαίο ποίημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ο ποιητής του Ύμνου έχει καταφέρει να πλουτίσει τους στίχους με εικόνες από την καθημερινή ζωή του ανθρώπου. Επίσης, κατόρθωσε να παρουσιάσει το πρόσωπο της Θεοτόκου ως την πιο ιερή ανθρώπινη ύπαρξη που ένωσε το πλάσμα με το Δημιουργό.
Ο Ακάθιστος Ύμνος αναφέρεται στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, στην επίσκεψη της Παναγίας στην Ελισάβετ, στις αμφιβολίες και τους προβληματισμούς του Ιωσήφ, στην προσκύνηση του Βρέφους από τους Μάγους, στην Υπαπαντή και στην ενανθρώπηση του Χριστού.
Η ποιητική αξία του Ακάθιστου Ύμνου είναι εξαιρετικά υψηλή και έγκειται στην αριστοτεχνική ένωση της θεολογίας με τη λυρική έκφραση. Η θεολογική αλλά και η λογοτεχνική αρτιότητα του Ύμνου τον καθιστά πραγματικά «έργο τέχνης».
Μέσα στους αιώνες αναρίθμητοι είναι οι συγγραφείς, οι ομιλητές, οι ποιητές και οι διάφοροι καλλιτέχνες που έχουν εμπνευστεί από το περιεχόμενό του, ακόμη και ο απλός πιστός λαός χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις δανεισμένες από αυτόν τον εξαίρετο και ανεπανάληπτο Ύμνο.
Η Παναγία αποτελεί το κεντρικό θέμα, το Ιερό Πρόσωπο της ακολουθίας των Χαιρετισμών. Σε Εκείνην απευθύνεται το «Χαίρε» που εκφράζουν μέσα από την καρδιά τους οι πιστοί του Υιού της.
Η Παναγία είναι η πραγματική Μητέρα όλων, η σκέπη και η προστασία, το έμψυχον παλάτιον, η νοητή ολκάς, το καύχημα των μαρτύρων, η πηγή της ζωής, η χαρά των Οσίων, η βοηθός των αμαρτωλών, η παράκλησις των πασχόντων, η αντίληψις των ορφανών, των αβοηθήτων η δύναμις και η ενίσχυσις των καμνόντων.
Η Παναγία σώζει τον άνθρωπο γιατί αυτή είναι η «Κιβωτός» που κράτησε εντός της το Σωτήρα και Δημιουργό του παντός. Αυτή είναι σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό: «ο θησαυρός της ζωής, η θάλασσα της χάριτος, ο Ουράνιος κήπος, η Ζωηφόρος Αμβροσία».
Αγαπητοί μου.
Η Κυρία Θεοτόκος είναι η «ολκάς» που διαφυλάττει και σώζει εκείνους που επιθυμούν να γλιτώσουν από τα μαινόμενα τρικυμιώδη κύματα του τρομερού κατακλυσμού της αμαρτίας.
Η Παναγία είναι το κλειδί της Βασιλείας του Θεού, είναι Εκείνη που άνοιξε ξανά τον Παράδεισο στους ανθρώπους.
Η Παναγία μας προσφέρει τη σωτηρία μέσα από τη σιωπηλή, λιτή και ταπεινή ζωή της.
Δια της Θεοτόκου ο Θεός ήρθε στον κόσμο και η Εκκλησία, δια των μυστηρίων, φέρνει τον άνθρωπο κοντά στο Θεό και τον λυτρώνει από τα λάθη και τα πάθη του.
Γιʼ αυτό, ας μιμηθούμε το γαλήνιο χαρακτήρα και τη διακριτική και σοφή σιγή της Κυρίας των ουρανών.
Έτσι, με παραδείσια ηρεμία, θα αντιμετωπίσουμε κάθε δυσκολία και κάθε πειρασμό.
Έτσι, θα απορρίψουμε εντελώς κάθε αμφίβολο λογισμό που θα προσπαθήσει να ζαλίσει, να επηρεάσει και να ταράξει το σώφρονα νου.



