Σε μετωπική σύγκρουση εξελίχθηκε στη Βουλή η συζήτηση της επίκαιρης ερώτησης του ανεξάρτητου βουλευτή Β΄ Θεσσαλονίκης Νίκου Παπαδόπουλου προς το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων σχετικά με την υπόθεση του πρώην Μητροπολίτη Πάφου Τυχικού.
Ο κ. Παπαδόπουλος επανέφερε τους γνωστούς ισχυρισμούς περί «παρέμβασης» της ελληνικής κυβέρνησης στην Εκκλησία της Κύπρου, υιοθετώντας πλήρως τη ρητορική που αναπτύσσεται εδώ και μήνες γύρω από την παύση του Τυχικού και παρουσιάζοντας την υπόθεση περίπου ως «πανoρθόδοξη κρίση».
Η απάντηση, ωστόσο, του υφυπουργού Κωνσταντίνου Βλάση ήταν ιδιαίτερα αιχμηρή, με σαφείς υπαινιγμούς ότι ο βουλευτής λειτουργεί πολιτικά ως εκφραστής συγκεκριμένων εκκλησιαστικών και παραεκκλησιαστικών κύκλων που βρίσκονται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Εκκλησία της Κύπρου.
«Θεωρείτε δικαίωμά σας να στρέφεστε κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κατά της Εκκλησίας της Κύπρου», είπε χαρακτηριστικά ο υφυπουργός, ενώ σε άλλο σημείο υποστήριξε ότι ο κ. Παπαδόπουλος «εκφράζεται ως εκπρόσωπος ενός κληρικού, ο οποίος καταδικάστηκε από την Εκκλησία της Κύπρου και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο για εκκλησιαστικά αδικήματα».
Ακόμη πιο βαριά ήταν η αναφορά του κ. Βλάση σε ομάδες «αποτειχισμένων» στη Θεσσαλονίκη, με τον υφυπουργό να συνδέει ευθέως την υπόθεση Τυχικού με κινήσεις που –όπως είπε– δημιουργούν σύγχυση στο εκκλησιαστικό σώμα και λειτουργούν υπονομευτικά απέναντι στην κανονική εκκλησιαστική τάξη. «Αυτό συνιστά εχθρική ενέργεια εναντίον της Εκκλησίας της Ελλάδας και δεν έχει καμία σχέση με την ευλάβεια», ανέφερε.
Η εικόνα που διαμορφώθηκε μέσα στην αίθουσα της Ολομέλειας ήταν πως η κυβέρνηση επιχείρησε να αποδομήσει πολιτικά το αφήγημα περί «διωκόμενου Τυχικού», παρουσιάζοντας την υπόθεση όχι ως ζήτημα κρατικής παρέμβασης αλλά ως προσπάθεια συγκεκριμένων κύκλων να μετατρέψουν μια εσωτερική εκκλησιαστική διαδικασία σε ιδεολογική και πολιτική εκστρατεία.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι ο κ. Παπαδόπουλος, παρά τις συνεχείς αναφορές του σε «λαϊκές αντιδράσεις» και «ξεσηκωμό του χριστεπώνυμου πληρώματος», απέφυγε να σχολιάσει τις αιχμές περί αποτειχισμένων ομάδων και αντικανονικών ενεργειών, επιμένοντας κυρίως σε δραματικούς τόνους περί «αναστάτωσης της Ορθοδοξίας».
Ο κ. Βλάσης, κλείνοντας την τοποθέτησή του, υπερασπίστηκε με έμφαση την Εκκλησία της Κύπρου και τον Αρχιεπίσκοπο Γεώργιο, χαρακτηρίζοντας την Κυπριακή Εκκλησία «μαρτυρική Εκκλησία» που διαχρονικά υπερασπίστηκε την ελληνική ταυτότητα και την ιστορική συνείδηση του κυπριακού ελληνισμού.



