Η 22α Ιανουαρίου είναι, σύμφωνα με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφιερωμένη στη μνήμη του αγίου αποστόλου Τιμοθέου, του αγαπημένου μαθητή και από τους πιο στενούς και έμπιστους συνεργάτες (ἰσόψυχον Φιλ 2:20) του αποστόλου Παύλου. Καταγόταν από τα Λύστρα της Λυκαονίας (Μικρά Ασία), όπου τον συνάντησε ο Παύλος και τον πήρε ως συνοδό του. Για να διευκολύνει μάλιστα τη δράση του μεταξύ των ιουδαιοχριστιανών του ζήτησε να περιτμηθεί (Πρα 16:3). Ως συνεργάτης του αποστόλου Παύλου, ο Τιμόθεος αναλαμβάνει συχνά να στηρίξει την πίστη διωκόμενων χριστιανών (1 Θε 3: 2-6), να διασαφηνίσει ενδεχόμενες παρανοήσεις του ευαγγελίου (1 Κο 4: 17) και γενικά λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα στον Παύλο και τις εκκλησιαστικές κοινότητες που ίδρυσε (Φιλ 2: 19), ενώ σε έξι από τις επιστολές που αποδίδονται στον Παύλο αναφέρεται ως συναποστολέας (1 & 2 Θε, 2 Κο, Κολ, Φλμ, Φιλ).

Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας που είναι αφιερωμένη στη μνήμη του αποστόλου Τιμοθέου προέρχεται από τη Β´ Πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολή (1: 3-9) και αποτελεί ένα ενθαρρυντικό μήνυμα του αποστόλου Παύλου προς τον μαθητή του, προκειμένου να τον ενισχύσει, ώστε να αντιμετωπίσει τις διώξεις που υφίσταται κηρύττοντας το Ευαγγέλιο.

Από φιλολογική άποψη η Β´ Πρὸς Τιμόθεον Ἐπιστολή ανήκει στο είδος των διαθηκών, καθώς περιέχει την έκφραση της τελευταίας βούλησης ενός προσώπου λίγο πριν πεθάνει. Στην Αγία Γραφή υπάρχουν διάφορα παραδείγματα ανάλογων λόγων που απευθύνει κανείς προς τους συγγενείς του ή τους συνεργάτες του λίγο πριν από τον θάνατό του. Στο κεφ 49 του βιβλίου της Γενέσεως, για παράδειγμα, περιέχεται η ευλογία του Ιακώβ προς τα παιδιά του και οι τελευταίες οδηγίες του. Ολόκληρο σχεδόν το βιβλίο του Δευτερονομίου συγκροτείται από τους τελευταίους λόγους του Μωυσή όταν ολοκληρώνει το έργο του. Στο τέλος του δεύτερου και στην αρχή του τρίτου βιβλίου των Βασιλειῶν παρατίθενται οι τελευταίοι λόγοι του Δαβίδ (2 Βα 23: 1-7) και οι υποθήκες του προς τον γιό του Σολομώντα (3 Βα 2: 1-9), ενώ στα κεφάλαια 13 – 17 του Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου περιέχεται ο αποχαιρετιστήριος λόγος του Ιησού προς τους μαθητές του. Η επιστολή έχει προσωπικό χαρακτήρα και ο λόγος του αποστόλου που αποχαιρετά τον μαθητή του είναι συναισθηματικά φορτισμένος. Η σύγχρονη έρευνα έχει σχεδόν ομόφωνα καταλήξει ότι η συγκεκριμένη επιστολή ανήκει στις λεγόμενες “δευτεροπαύλειες”, επιστολές δηλαδή που γράφονται στο όνομα του αποστόλου Παύλου, αλλά δεν γράφτηκαν από τον Παύλο. Παρ᾽ όλα αυτά, το κείμενο της επιστολής αντικατοπτρίζει πολύ παραστατικά τις σχέσεις του αποστόλου με τον μαθητή του, καθώς περιγράφει τις τελευταίες μέρες του Παύλου και προφανώς αυτός είναι ο λόγος που το συγκεκριμένο κείμενο επιλέχτηκε ως ανάγνωσμα της αφιερωμένης στον απόστολο Τιμόθεο ημέρας.

Μετά τον χαιρετισμό και τις ευχές προς τον Τιμόθεο, το «αγαπητό τέκνο» του (1: 1-2), ο απόστολος διαβεβαιώνει τον μαθητή του πως, καθώς αναλογίζεται με συγκίνηση παλιότερες συναντήσεις τους, προσεύχεται συνεχώς γι᾽ αυτόν, ώστε να μείνει σταθερός στην πίστη στην οποία ανατράφηκε από τη γιαγιά του Λωίδα κι τη μητέρα του Ευνίκη (στχ3-5).

Στη συνέχεια και στο ίδιο πάντα συναισθηματικά φορτισμένο κλίμα, ο Παύλος υπενθυμίζει στον Τιμόθεο το χάρισμα που έλαβε από τον Θεό κατά τη χειροτονία του από τον ίδιο και του ζητά να το κρατά πάντα ζωντανό, καθώς το Πνεύμα του Θεού δίνει δύναμη, χαρίζει αγάπη και οδηγεί στη σωφροσύνη, οπότε δεν έχει λόγο να δειλιάζει μπροστά σε τίποτα (στχ 6-7). Με την υπόμνηση αυτή ο Παύλος δηλώνει την πνευματική συγγένεια που τον συνδέει με τον Τιμόθεο, συνέπεια της οποίας είναι να μοιράζονται το ίδιο Πνεύμα. Τόσο από την πλευρά της βιολογικής του μητέρας όσο και από την πλευρά του πνευματικού του πατέρα ο Τιμόθεος έχει αποκτήσει βαθιές ρίζες στην πίστη στον Χριστό και επομένως είναι έτοιμος να αναλάβει τον αγώνα και τις θυσίες που αυτός απαιτεί για τη διάδοση του Ευαγγελίου.

Στη σκέψη του αποστόλου το κήρυγμα του Ευαγγελίου προϋποθέτει ετοιμότητα για θυσία και αυτήν την ετοιμότητα ζητάει από τον μαθητή του, προβάλλοντας το δικό του παράδειγμα που βρίσκεται φυλακισμένος για χάρη του Χριστού. «Να είσαι έτοιμος να κακοπαθήσεις μαζί μ’ εμένα για το κήρυγμα του ευαγγελίου, κι ο Θεός θα σου δώσει τη δύναμη» (στχ 8), τον διαβεβαιώνει.

Στον τελευταίο στίχο της περικοπής ο απόστολος συνοψίζει το περιεχόμενο της μαρτυρίας που ζητάει από τον μαθητή του να δώσει αλλά και τον λόγο για τον οποίο αυτός δεν πρέπει να δειλιάζει. Περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι ότι: ο Θεός μας έσωσε, ο Θεός μας κάλεσε να γίνουμε λαός του και ο Θεός έχει ένα σχέδιο για μας. Εφόσον όλο το έργο είναι του Θεού,ο αληθινός μαθητής του Χριστού απαλλάσσεται από το άγχος των συνεπειών της διακήρυξης αυτής της αλήθειας, καθώς γνωρίζει ότι η σωτηρία που προσφέρεται με τον Ιησού Χριστό δεν είναι ανθρώπινο επίτευγμα ούτε στοχεύει στην επίτευξη ανθρώπινων επιδιώξεων, αλλά είναι μια δωρεά του Θεού προς την ανθρωπότητα που έχει αποφασιστεί από τον ίδιο προαιωνίως.

Αξιοσημείωτο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ο απόστολος συνιστά στον μαθητή του να μην ντρέπεται να ομολογεί τον Χριστό (στχ 8). Το ερώτημα που προκύπτει από τη σύσταση αυτή είναι αν υπάρχει κάποιο κοινωνικό κόστος στο κήρυγμα του Ευαγγελίου· διαφορετικά δεν υπάρχει κάποιος λόγος για το οποίο θα έπρεπε να ντρέπεται κανείς. Η αλήθεια είναι ότι στη σύγχρονη κοινωνία ο φόβος να χαρακτηριστεί κάποιος από τον κοινωνικό του περίγυρο ως οπισθοδρομικός ή εκτός εποχής αποθαρρύνει κάποιους χριστιανούς να ομολογήσουν ανοιχτά την πίστη τους. Και είναι επίσης αλήθεια ότι στη σύγχρονη μικροαστική κοινωνία δεν είναι πάντοτε εύκολο να μιλήσει κανείς για τον Χριστό ως τον “πάσχοντα δούλο” του Κυρίου. Οι περισσότεροι χριστιανοί σήμερα προτιμούν να βλέπουν τον Χριστό μάλλον σαν διευθύνοντα σύμβουλο, κάποιον που διευθετεί πράγματα και καταστάσεις προς όφελος των δικών του, σαν έναν σοφό δάσκαλο – καθοδηγητή και λιγότερο ως τον σαρκωμένο Θεό. Πολλοί χριστιανοί σήμερα μιλάνε περισσότερο για την κοινωνική αξία του μηνύματος του Ιησού παρά για το περιεχόμενο της χριστιανικής μαρτυρίας. Πιθανότατα ανάλογοι ενδοιασμοί, επομένως και ανάλογοι πειρασμοί να λειάνει κανείς το μήνυμα του Ευαγγελίου ώστε να το προσαρμόσει στις προσδοκίες της κοινωνίας, υπήρχαν και κατά τα πρώτα βήματα της Εκκλησίας και προφανώς γι᾽ αυτό τον λόγο ο απόστολος φροντίζει από τις πρώτες κιόλας γραμμές της επιστολής του να συνοψίσει με σαφήνεια και ακρίβεια το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης και ελπίδας.

Η ανάγνωση της Β´ προς Τιμόθεον Ἐπιστολής σήμερα αποτελεί μια πρόσκληση προς τους σύγχρονους χριστιανούς «ἀναζωπυρεῖν τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ» (στχ 6), μια πρόκληση να αναστοχαστούν λίγο πιο σοβαρά το περιεχόμενο της πίστης τους και τη σχέση τους όχι με έναν υποτιθέμενο, φανταστικό Χριστό αλλά με τον αληθινό Χριστό του Ευαγγελίου.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: