Τετάρτη 17 Απριλίου 2024 | 9:30

Το όραμα του Οικουμενικού Ελληνισμού

Αγαθάγγελος Μητροπολίτης Φαναρίου
Αγαθάγγελος Μητροπολίτης Φαναρίουhttp://www.apostoliki-diakonia.gr
Ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Φαναρίου Αγαθαγγελος, είναι Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Του ιδίου συγγραφέα:

Τό ὑπέροχο πρότυπο ἱεραποστολικῆς δράσεως τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο συνδύαζε ἄριστα τήν ἰουδαιοχριστιανική παράδοση μέ τήν οἰκουμενική προοπτική τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί τῆς ὅλης πνευματικῆς κληρονομιᾶς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅπως αὐτή ἐκφράσθηκε σαφῶς καί μέ τίς περίφημες ἐπιστολές του πρός τίς ἱδρυθεῖσες ἀπό τόν ἴδιο καί τούς ἐκλεκτούς συνεργούς του Ἐκκλησίες τοῦ Μείζονος Ἑλληνισμοῦ.

Ἡ ἀπόφαση ὅμως τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ὄχι μόνο νά μεταφέρει τήν πρωτεύσουσα τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ἀπό τή Ρώμη στήν Κωνσταντινούπολη, τή Νέα Ρώμη (324), ἀλλά καί νά συγκαλέσει στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τήν Α΄ Οἰκουμενική σύνοδο τῆς ἀνά τήν οἰκουμένη χριστιανικῆς Ἐκκλησίας (325) σφράγισαν ὁριστικά τήν ἄρρηκτη καί ἀλληλέγγυα σχέση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τήν Ὀρθοδοξία.

Ἄλλωστε, ἡ μέν Ὀρθοδοξία ἦταν πλέον ἡ ψυχή τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ δέ Ἑλληνισμός τό σῶμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὅπως θά ἔλεγε ὁ συντάκτης τῆς «Κοσμοπόλεως» τῶν Στωϊκῶν, Ζήνων ὁ Κιτιεύς.

Ἡ ἄρρηκτη ὅμως καί ἀλληλέγγυα αὐτή σχέση ἐκφράσθηκε, μέ ἐντυπωσιακή μάλιστα συνέπεια καί συνέχεια σέ ὅλους τούς τομεῖς τοῦ δημόσιου, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καί τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τῆς βυζαντικῆς αὐτοκρατορίας, ἰδιαίτερα δέ στή Βυζαντινή Ἱεραποστολή πρός τούς μή χριστιανικούς λαούς τῆς εὐρύτερης περιοχῆς κατά τήν Α΄ χιλιετία τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς Ἐκκλησίας.

Πράγματι, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο κατέστη σαφῶς τό κύριο καί ἀναντικατάστατο κέντρο τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἀγώνα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο στόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο, ἀλλά καί στά βαρβαρικά φύλα τοῦ εὐρυτέρου περίγυρου, γι’ αὐτό ἀνέπτυξε τήν ἱεραποστολική δράση τῆς Ἐκκλησίας σέ οἰκουμενική μάλιστα προοπτική δρώντας συστηματικά, ἤδη ἀπό τόν Δ΄ αἰώνα, κυρίως στά ἐκτός τοῦ Ἑλληνορωμαϊκοῦ κόσμου βαρβαρικά φύλα, ὅπως λ.χ,. στούς Ὀστρογότθους, τούς Βησιγότθους, τούς Κροάτες, τούς Γεωργιανούς, τούς Ἄραβες, τούς Αἰθίοπες, τούς Βρετανούς κ.ἄ., μέ εὐνόητες μάλιστα θετικές συνέπειες γιά τή Βυζαντινή αὐτοκρατορία καί τήν Ἐκκλησία.

Ἐν τούτοις, κορυφαία ἔκφραση τῆς Βυζαντινῆς Ἱεραποστολῆς ὑπῆρξε ἡ ὀργανωμένη ἀπό τόν μεγαλόπνοο Οἰκουμενικό Πατριάρχη ἱερό Φώτιο (858-886) ἱεραποστολική δράση στόν κόσμο τῶν Σλάβων τῆς Ἀνατολικῆς καί τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης κατά τούς Θ΄ καί Ι΄ αἰῶνες.

Πράγματι, διέδωσε τήν χριστιανική πίστη στή νεοσύστατη ἡγεμονία τῶν σκανδιναβῶν Βαράγκων-Ρώς τοῦ Κιέβου (860) καί δι’ αὐτῆς σέ ὅλα τά σλαβικά φῦλα μεταξύ Εὐξείνου Πόντου καί Βαλτικῆς θαλάσσης, ὡς ἐπίσης καί μεταξύ Δνειπέρου καί Βόλγα,

Ἄλλωστε, τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ὑποστήριζε συνεχῶς τό ἔργο τῆς Βυζαντινῆς Ἱεραποστολῆς σέ ὅλες τίς ἡγεμονίες τῆς συγκεκριμένης περιοχῆς, τίς ὀργάνωσε δέ σέ δύο μεγάλες Μητροπόλεις, ἤτοι Κιέβου (Οὐκρανία, Λευκορωσία, Λιθουανία) καί Μόσχας (Ἡγεμονία Μεγάλης Ρωσίας).

Βεβαίως, ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ στούς ἀνατολικούς Σλάβους ἐπηρέασε καί τούς ὅμορους λαούς νά ἀσπασθοῦν τήν χριστιανική πίστη (Φινλανδούς, Ἐσθονούς, Λετονούς, Λιθουανούς), κατ’ ἀναφοράν μάλιστα πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Ὑπό τήν προοπτική λοιπόν αὐτή, ἡ ἐντυπωσιακή καί πολυδιάστατη δράση τῆς βυζαντινῆς ἱεραποστολῆς ἀναδιαμόρφωσε τήν ταυτότητα ὄχι μόνο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά καί τῆς Εὐρώπης γενικότερα, κατά τούς νεότερους κυρίως χρόνους, μέ τή συνεχῆ διογκούμενη Ὀρθόδοξη Διασπορά σέ ὅλες σχεδόν τίς χριστιανικές χῶρες τῆς Δύσης.

Ἡ Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι, κατά τόν ἐκτελεστικό Νόμο τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος (1975), γιά τόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαιου, ὁ ἱεραποστολικός, κατηχητικός, μορφωτικός καί πολιτιστικός φορέας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Πράγματι, ἡ Ἀποστολική Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀνέπτυξε, στό συνταγματικῶς κατοχυρωμένο θεσμικό πλαίσιο, ἕνα εὐρύτατο κύκλο σημαντικῶν δραστηριοτήτων, ἤτοι ἐκκλησιαστικῶν, θεολογικῶν, ποιμαντικῶν, ἐκδοτικῶν, πολιτιστικῶν, οἰκουμενικῶν καί κοινωνικῶν, μέ σκοπό τήν κατάλληλη καί ἀποτελεσματική ὑποστήριξη τῶν σχετικῶν ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν, ἤτοι ὄχι μόνο τῆς πολύπτυχης ἐκκλησιαστικῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καί Ἱεροσολύμων, ὡς ἐπίσης καί ὅλων τῶν ἄλλων Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

Ἐν τούτοις, ἀνάλογες εἶναι οἱ ἐπιτακτικές ἀνάγκες καί τῆς συνεχῶς διογκουμένης Ἑλληνικῆς Διασπορᾶς στίς χριστιανικές χῶρες τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, τῆς Βόρειας καί Νότιας Ἀμερικῆς, Αὐστραλίας καί τῆς Ἀφρικῆς. Συνεπῶς, ἡ Ἀποστολική Διακονία ἔχει ὅλες τίς θεσμικές προϋποθέσεις γιά τήν κατάλληλη ὑποστήριξη τῶν αἰτημάτων τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς καί μάλιστα τῆς ἤδη ἀκμαίας Ἑλληνικῆς Διασπορᾶς, ἔργο πού ἐπιτελεῖ ἐπί 80 καί πλέον χρόνια.

Εἶναι ἐλπιδοφόρο, καί μέ πολλές προεκτάσεις, τό γεγονός τῆς ἄρρηκτης συνεργασίας τῆς Γενικῆς Διεύθυνσης Θρησκευμάτων τοῦ ΥΠΕΠΘ μέ τήν Ἀποστολική Διακονία, γιά κοινές καί σημαντικές πρωτοβουλίες ἐπί ἐθνικῶν, ἐκκλησιαστικῶν, πολιτιστικῶν, ἐκπαιδευτικῶν καί κοινωνικῶν ζητημάτων, πού κατατίθενται στίς πνευματικές δημιουργίες σέ μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία στήν Πατρίδα μας, στήν Εὐρώπη καί στόν κόσμο ἐπιχειρεῖται μέ νοσηρό τρόπο ἀπό μία πλευρά ἡ ἀλλοίωση τῆς πίστεως, τῆς ἀρχαίας εὐσεβείας, γιά νά χρησιμοποιήσω ἔκφραση τῶν Πατέρων, προκειμένου αὐτή νά χρησιμοποιηθεῖ ὡς κομματικό δεκανίκι καί χωροφύλακας τῆς σκέψης, καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά νά θεωρηθεῖ ἡ ὀρθόδοξη πίστη ὡς μία ἀντίθετη ἰδεολογία ἐνάντια σέ ἕναν ἄλλο ἀξιακό κώδικα.

Αὐτή ἡ προτεσταντική νοοτροπία ταλανίζει ἀπό τήν ἵδρυση τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους τόσο τόν ἐκκλησιαστικό ὅσο καί τόν πολιτικό βίο προβάλλοντας μιά ἀτομική θρησκευτικότητα, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ διαλεκτική τῶν ἡγετῶν καί τῶν τραπεζῶν.

Σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Διασπορά ἀποτελεῖ πλέον τόν Μείζονα Ἑλληνισμό καί πρέπει νά ὑποστηριχθεῖ προθύμως γιά νά ὑπερασπισθεῖ ἐντονότερα τά ἱερά καί τά ὅσια τοῦ Γένους, «ἵνα τά πάντα εὖ γένοιτο» τόσο γιά τόν Ἑλληνισμό, ὅσο καί γιά τήν Ὀρθοδοξία.

Ἄλλωστε, ἡ ἰδιαίτερη σχέση τῆς Ἑλληνικῆς Διασπορᾶς μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἀνταποδίδει μείζονα τῶν προσφερομένων σέ αὐτή ὡς ἀντιπελάργηση τόσο στόν Ἑλληνισμό, ὅσο καί στήν Ὀρθοδοξία.

Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές θά ἀναφέρω ὡς πρῶτο παράδειγμα τήν ἔκδοση τῆς «Μαύρης Βίβλου» στήν ἀγγλική καί γαλλική γλώσσα, ἀπό τήν πρωτότυπη ἑλληνική ἔκδοση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό 1919, στήν ὁποία ἔκδοση ἀποτυπώνεται σέ κείμενα καί σπάνιο φωτογραφικό ὑλικό ἡ Γενοκτονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.

Σήμερα τό βιβλίο αὐτό ἔχει διανεμηθεῖ στά μέλη τῆς Γερουσίας καί τοῦ Κογκρέσου τῶν ΗΠΑ καί σέ ὅλους τούς Πρέσβεις.

Αὐτό εἶναι μνήμη, τιμή, ἐπένδυση. ὅραμα. Ὡς δεύτερο παράδειγμα ἀναφέρω τό ὑπό ἐξέλιξη πρόγραμμα ἔρευνας τῶν ἀρχείων τοῦ Ο.Η.Ε. γιά τήν συμβολή τῆς Ἐκκλησίας στά χρόνια τῆς Κατοχῆς καί μετέπειτα.

Εἴμαστε ἡ δεύτερη Χώρα μετά τό Ἰσραήλ πού ὑλοποιεῖ αὐτή τήν ἔρευνα. Καί τό τρίτο παράδειγμα εἶναι ἡ μετάφραση στήν Περσική διάλεκτο Φαρσί τῆς θείας Λειτουργίας καί τοῦ Προσευχηταρίου γιά τούς Χριστιανούς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τοῦ Ἑρμπίλ (Ἰράκ), τῶν λειτουργικῶν βιβλίων στήν σουηδική, ἀγγλική, γερμανική γλώσσα καί τήν διάλεκτο σουαχίλι τῆς Ἀφρικῆς, ἐνῶ ἐπίκειται ἡ ἔκδοση σειρᾶς λειτουργικῶν βιβλίων στήν ἱσπανική γλώσσα.

Αὐτά τά παραδείγματα ἀποτυπώνουν στήν ἱστορική πορεία καί τήν συνεργασία μέ τήν Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων τό ζύμωμα καί τήν ἀλληλοπεριχώρηση Ἑλληνισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας.

Μιά ἀλληλοπεριχώρηση ζωῆς τήν ὁποία, δυστυχῶς, ἐξαντλοῦμε σέ μία στεῖρα διαλεκτική, πού εἶναι ἀντίθετη στήν καθολικότητα καί τήν οἰκουμενικότητα καί μᾶς ὑποτάσσει σέ μιά πραγματικότητα μίζερη καί κακόμοιρη, ἡ ὁποία ἐξαγριώνει, πληγώνει, φθείρει καί διαφθείρει συνειδήσεις, θέλει ὀπαδούς καί ὄχι μέλη.

Τελικά πῶς νά διαποιμάνεις, ἤ πῶς νά κυβερνήσεις αὐτοδύναμα ἤ συμμαχικά αὐτόν τόν λαό, ὅταν θεωρεῖς τήν ἱστορική του σάρκα καί τήν παράδοσή του μέ διάθεση στείρας ἀναφορᾶς καί κενῆς καυχησιολογίας;

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ