Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022 | 8:53

Το ιστορικό και εθνολογικό μόρφωμα της Ουκρανίας

Ιερόθεος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου
Ιερόθεος, Μητροπολίτης Ναυπάκτου
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1945. Είναι πτυχιούχος της θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ, και επίτιμος διδάκτορας του τμήματος Κοινωνικής θεολογίας της Θ.Σ. του Ε.ΚΠ.Α. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους Θεολόγους στον ορθόδοξο χώρο. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 25 γλώσσες. Η εις Επίσκοπο χειροτονία του τελέσθηκε στις 20 Ιουλίου 1995

Του ιδίου συγγραφέα:

Παρακολουθοῦμε μέ θλίψη τόν τελευταῖο καιρό τόν σκληρό πό­­λεμο μεταξύ Ρωσίας καί Οὐκρανίας, ὁ ὁποῖος ἐξελίσσεται μέ με­γα­λύτερη σκληρότητα, πού δέν δικαιολογεῖται ἄν ὑποτεθῆ ὅτι ἔχουν κοινή καταγωγή καί εἶναι ἕνας λαός.

Ὑπάρχουν Ρῶσοι πού ἰσχυρίζονται ὅτι πρόκειται γιά ἀδελ­φο­πόλεμο, δηλαδή πόλεμο μεταξύ ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ λαοῦ. Αὐτό, ὅμως, δέν μπορεῖ νά ἐξηγηθῆ ἀπό τό μῖσος πού ὑπάρχει μεταξύ τους, ἀφοῦ οἱ Οὐκρανοί θέλουν τήν ἀνεξαρτησία τους καί ἀγω­νί­ζονται σκληρά, καί οἱ Ρῶσοι προβαίνουν σέ σκληρές ἐνέργειες προ­κειμένου νά κάμψουν τήν ἀντίσταση τῶν Οὐκρανῶν.

Τό θέμα αὐτό, δηλαδή τό μῖσος πού ὑπάρχει μεταξύ τους, μέ ἀπασχόλησε καί μέ ἀπασχολεῖ καί προσπαθῶ νά βρῶ κάποια αἰτία. Βέβαια, πρίν λίγο καιρό μέ ἄλλο κείμενό μου ἀναφέρθηκα στό ὅτι οἱ Οὐκρανοί εἶναι ἕνας ἄλλος λαός, μέ δική του γλώσσα, δικά του ἤθη καί ἔθιμα, καί πάντοτε τά τελευταῖα χρόνια ἀναζητοῦσε τήν αὐτο­νομία του καί κυρίως τήν ἀνεξαρτησία του (Βλ. Μητροπολίτου Ναυ­πάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου «Ρωσία καί Οὐκρα­νία» Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου). Ὅμως, ἤθελα νά βρῶ περισσότερα στοιχεῖα γιά τήν ἱστορία μεταξύ τῶν δύο λαῶν, Ρώσων καί Οὐκρανῶν, καί μέ τό παρόν ἄρθρο θά παραθέσω μερικά ἐνδεικτικά στοιχεῖα.

Κατ’ ἀρχάς εἶναι γνωστόν ὅτι οἱ Ρώς εἶναι ἕνας Σκανδιναβικός λαός, καί στούς Ἀνατολικούς Ρωμαίους ἦταν γνωστοί μέ τό ὄνομα Βάραγ­γοι. Γίνεται, ὅμως, συ­ζήτηση κατά πόσον οἱ Ρώς εἶναι Βά­ραγ­γοι ἤ Σλάβοι. Ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ Ρώς εἶναι Σκανδιναβοί, καί ἄλλοι ὅτι εἶναι Σλάβοι.

Ἐκεῖνο πού ἐπικρατεῖ στήν ἱστορία εἶναι ὅτι στόν χῶρο μεταξύ τῆς Βαλτικῆς θάλασσας καί τῆς Μαύρης θάλασσας, πρίν τόν 9ο μ.Χ. αἰώνα πού ἐμφανίσθηκαν οἱ Ρώς, κατοικοῦσαν ἀνατολικές σλαβικές φυλές καί μετά τήν ἐμφάνισή τους ἀναμείχθησαν οἱ δύο λαοί. Οἱ πρῶτοι Σλάβοι κάτοικοι τῆς περιοχῆς κάλεσαν τούς Ρώς νά κυβερ­νήσουν μαζί τους τήν περιοχή, καί οἱ ἴδιοι οἱ Ρώς αὐτοχαρα­κτη­ρί­ζονταν ὡς Σκανδιναβοί Βίκινγκς.

  Πῶς, ὅμως, ἐξελίχθηκαν τά πράγματα στήν ἱστορία ὡς πρός τίς σχέσεις μεταξύ Οὐκρανῶν καί Ρώσων;

Ἀναζητώντας ἕνα ἐπιστημονικό κείμενο μελέτησα τό βιβλίο τῆς Γιάννας Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη μέ τίτλο «Ἡ αὐτοκρατο­ρική Ρωσία (1613-1917)», μέσα στό ὁποῖο βρῆκα ἐνδιαφέροντα στοι­χεῖα γιά τό θέμα αὐτό. Ἡ κ. Γιάννα Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη «σπούδασε Σλαβική Φιλο­λογία καί Ἱστορία τῆς Ἀνατολικῆς καί Νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης στά Πανεπιστήμια τῆς Πράγας καί τοῦ Münster. Εἶναι καθηγήτρια Ἱστο­ρίας καί Πολιτισμοῦ Σλαβικῶν Λαῶν στό Ἀριστοτέλειο Πανεπι­στή­μιο Θεσσαλονίκης».

Στό βιβλίο της μέ τίτλο «Ἡ αὐτοκρατο­ρική Ρωσία (1613-1917)» κάνει μιά ἐπισκόπηση τῶν τριῶν αἰώνων τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Ρωσίας. Σέ αὐτούς τούς τρεῖς αἰῶνες διακρίνονται τρεῖς ἐνδιάμεσοι σταθμοί, ἤτοι πρῶτον ὁ 17ος αἰώνας ἀπό τό 1613-1689, δεύτερον ἀπό τά τέλη τοῦ 17ου αἰώνα μέχρι τόν Κριμαϊκό πόλεμο, δηλαδή τό 1689 ἕως τό 1856 καί τρίτον ἀπό τόν Κριμαϊκό πόλεμο ἕως τήν Ὀκτωβριανή Ἐπανάσταση, δηλαδή ἀπό τό 1856 ἕως τό 1917.

Σέ κεφάλαιο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ βλέπει κανείς καί ἐνδιαφέ­ρον­τα στοιχεῖα γιά τήν Οὐκρανία καί τό «Κράτος τοῦ Κιέβου» σέ σχέση μέ τούς Ρώσους καί τούς Πολωνούς – Λιθουανούς. Μερικά ἀπό αὐτά θά παρουσιασθοῦν σ τήν συνέχεια.

Γράφεται ὅτι «ὁ γεωγραφικός χῶρος τῆς σημερινῆς Οὐκρανίας ἀποτελοῦσε, ἀπό τό δεύτερο μισό τοῦ 9ου ἕως τόν 13ο αἰώνα, μέρος ἐκείνου τοῦ μεσαιωνικοῦ ρωσικοῦ κράτους πού εἶναι γνωστό στήν ἱστοριογραφία μέ τήν ὀνομασία ὡς “Κράτος τοῦ Κιέβου”, “Ρωσία τοῦ Κιέβου” ἤ “Κιεβική Ρωσία”. Τό κράτος αὐτό εἶχε πληθυσμό πολυε­θνικό μέ σαφῆ ὅμως ὑπεροχή τοῦ σλαβικοῦ στοιχείου. Ὡστόσο, οἱ Σλάβοι αὐτοί δέν ἀποτελοῦσαν ἀκόμη διαμορφωμένα ἔθνη, τά ἔθνη τῶν σημερινῶν Ρώσων, Οὐκρανῶν ἤ Λευκορώσων. Συνεπῶς ἡ ἱστο­ρία τοῦ κράτους τοῦ Κιέβου ἀποτελεῖ μιά κοινή ἱστορική περίοδο καί γιά τούς τρεῖς αὐτούς σλαβικούς λαούς. Ἡ διάκρισή τους καί ἡ δια­μόρφωση σέ Ρώσους, Οὐκρανούς καί Λευκορώσους ἀντίστοιχα ἔγινε ἀργότερα, κατά τούς 14ο – 17ο αἰῶνες γιά τούς δύο πρώτους, ἀπό τόν 19ο αἰώνα γιά τούς Λευκορώσους» (Γιάννα Κατσόβσκα-Μαλιγκούδη, Ἡ Αὐτοκρατορική Ρωσία (1613-1917), Gutenberg Ἀθήνα, 2008, σελ. 65).

Τό ἀπόσπασμα αὐτό εἶναι ἐξαιρετικά σημαντικό. Πρίν τόν 9ο αἰώνα μ.Χ. στήν περιοχή τῆς σημερινῆς Οὐκρανίας κατοικοῦσαν διά­φορα σλαβικά φῦλα, κατέρ­χονταν ἀπό τήν Σκανδιναβία οἱ Ρώς καί ἀνεμείχθησαν μεταξύ τους. Ἀπό τόν 9ο ἕως τόν 13ο αἰώνα σχη­ματίζεται ἕνα Κράτος μέ κέντρο τό Κίεβο πού εἶχε «πολυεθνικό πληθυσμό» μέ «ὑπεροχή τοῦ σλαβικοῦ στοιχείου». Οἱ Σλάβοι δέν ἀποτελοῦσαν τότε τρία διαμορφωμένα Ἔθνη ἤτοι Ρῶσοι, ἤ Οὐκρανοί ἤ Λευκορῶσοι, πράγμα πού ἔγινε ἀργότερα.

Αὐτό «τό Κράτος τοῦ Κιέβου διαλύθηκε κάτω ἀπό τίς ἐπιθέσεις τῶν μογγολο-ταταρικῶν στρατευμάτων κατά τά ἔτη 1234/1240» (Ἔνθ. ἀν. σ ελ. 65). Τότε τά μογγολο-ταταρικά στρατεύματα κατέ­κτη­σαν τήν πόλη τοῦ Κιέβου, κατέστρεψαν τά κεντρικά καί ἀνα­τολικά τμήματα τοῦ Κράτους αὐτοῦ, μέ ἀποτέλεσμα νά ἐρημώσουν οἱ περιοχές αὐτές ἀπό ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατέφυγαν στήν Βο­ρειο­α­νατολική Ρωσία ἤ πρός τά νοτιδυτικά, στήν Ἐπαρχία Γαλικία-Βαλανία (Ἔνθ. ἀν. σελ. 65).

Στήν συνέχεια ἀπό τό δεύτερο μισό τοῦ 13ου αἰῶνος τό Δου­κάτο τῆς Λιθουανίας προσέλαβε «ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἐδαφῶν τοῦ διαλυμένου πλέον κιεβικοῦ κράτους, ἐνῶ τό ὑπόλοιπο προσαρ­τήθηκε στήν Πολωνία, ἡ περιοχή τῆς Γαλικίας-Βολονίας, γεωγραφικά στά ἄκρα ὡς πρός τήν Πολωνία, τήν Λιθουανία καί ἀργότερα τή Ρω­σία καί τήν Ὀθωμανική αὐτοκρατορία, ἄρχισε νά ὀνομάζεται Οὐ­κρανία (δηλαδή “ἀκριτική περιοχή”) καί νά ἔχει χωριστή ἀπό τούς Ρώ­σους ἐξέλιξη, πού ὁδήγησε στή δημιουργία τοῦ σλαβικοῦ ἔθνους τῶν Οὐκρανῶν μέ δική του γλώσσα καί ἱστορική συνείδηση» (Ἔνθ. ἀν. σελ. 65-66).

Καί τό ἀπόσπασμα αὐτό εἶναι ἐνδεικτικό τῆς ἱστορικῆς ἐξέλιξης τῆς περιοχῆς τῆς Οὐκρανίας. Δηλαδή, μετά τήν κατάλυση τοῦ Κρά­τους τοῦ Κιέβου ἀπό τά μογγολο-ταταρικά στρατεύματα τόν 13ο αἰώνα οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς αὐτῆς διασπάσθηκαν, ἄλλοι ἔφυγαν στήν Βορειοανατολική Ρωσία καί συνέβαλαν στήν διαμόρφωση τοῦ Κρά­τους τῆς Μόσχας, καί ἄλλοι προσαρτήθηκαν στήν Λιθουανία καί τήν Πολωνία τόν 14ο αἰώνα. Στά γεωγραφικά ἄκρα μεταξύ Λιθου­ανίας – Πολωνίας, Ρωσίας καί Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας  ἀποτελέ­σθηκε ἡ Οὐκρανία πού σημαίνει «ἀκριτική περιοχή» καί δημιουρ­γεῖται τό σλαβικό Ἔθνος τῶν Οὐκρανῶν μέ ἰδιαίτερη γλώσσα καί συνείδηση, πού διαφέρει ἀπό τήν Ρωσία.

Στήν συνέχεια τόν 15ο αἰώνα «ὅταν ἡ μεγάλη μογγολο-τατα­ρι­κή αὐτοκρατορία ἄρχισε νά ἐξασθενεῖ» αὐτό τό σλαβικό ἔθνος, «δια­σπάστηκε σέ πολλά τμή­ματα» καί βέβαια αὐτό «ἐπέτρεψε στό κράτος τῆς Μόσχας νά ἀπα­λαγεῖ τό 1480 ἀπό τόν μογγολικό ζυγό καί στή συνέχεια νά κατακτᾶ παραμεθόριες οὐκρανικές (καί λευκορω­σικές) περιοχές ἀπό τό πολωνο-λιθουανικό κράτος» (Ἔνθ. ἀν. σελ. 66-67).

Στά τέλη τοῦ 15ου αἰῶνος στίς «παραμεθώριες περιοχές τῆς Οὐ­­κρανίας ἄρχισαν νά ἐμφανίζονται ὁμάδες ἐλεύθερων πολεμι­στῶν, οἱ λεγόμενοι Κοζάκοι». «Ἡ λέξη κοζάκοι/κοζάκος εἶναι τουρκο-ταταρικῆς προέλευσης. Πραγματικά οἱ πρῶτοι Κοζάκοι ἦταν Τατάροι καί Τοῦρκοι. Ὡστόσο, τόν 16ο αἰώνα μεγάλο μέρος τῶν Κοζάκων ἦταν πλέον σλαβικῆς καταγωγῆς ἤ πρώην ἀγρότες ἤ ἄλλοι φυγάδες ἀπό τά φτωχότερα στρώματα τῶν πόλεων, οἱ ὁποῖοι, ἐγκατέλειψαν τόν γαιοκτήμονα ἤ τόν ἰδιοκτήτη τους καί μετοίκησαν στό εδαφος τῶν Κοζάκων, ζώντας ὡς εὐκαιριακοί ἀγρότες, ψαράδες, κτηνο­τρό­φοι ἤ κυνηγοί» (Ἔνθ. ἀν. σελ. 67).

Οἱ Κοζάκοι ἦταν ἐμπειροπόλεμοι καί «ὑπηρετοῦσαν ὀργανω­μένοι σέ βοη­θητικά στρατιωτικά σώματα εἴτε ὡς μισθοφόροι στά πολωνικά, κρατικά ἤ ἰδιωτικά στρατεύματα εἴτε συμμαχοῦσαν μέ τούς Τατάρους τῆς Κριμαίας». Ἐπεδίωκαν τήν ἐ­ξα­­­σφάλιση τῶν προ­νομίων τους καί ἐπέκταση τῶν ἐδαφῶν τους καί «ἀποτελοῦσαν ἕνα στοιχεῖο βίαιο, ἀνεξέλεγκτο καί ἀναξιόπιστο, καί συνήθιζαν νά συμ­πλη­ρώνουν τά ἔσοδά τους μέ ληστρικές ἐπιθέσεις στά γειτονικά κρά­τη» (Ἔνθ. ἀν. σελ. 68).

Στά ἐδάφη τῶν Κοζάκων τῆς Νότιας καί Νοτιοανατολικῆς σήμε­ρα Οὐκρανίας, ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰῶνος αὐξήθηκε ἡ εἰσ­ροή ἀγροτῶν ἀπό τήν Πολωνία καί ἄρχισαν διενέξεις μεταξύ τους. «Τήν κοινωνική ἔνταση αὔξανε καί τό γεγονός ὅτι οἱ Κοζάκοι ἄρχισαν νά ἐμφανίζονται ὡς προστάτες τῆς ὀρθοδοξίας, ἑπομένως τοῦ οὐ­κρα­νικοῦ ὀρθοδόξου πληθυσμοῦ ἔναντι τῶν ρωμαιοκαθολικῶν Πο­λω­νῶν, καί ἀντίστοιχα ἡ προσπάθεια τῆς Πολωνίας νά ἐλέγξει τούς Κοζάκους περιορίζοντας ἕως ἕναν βαθμό τά παλαιά προνόμιά τους» (Ἔνθ. ἀν. σελ. 69).

Στήν συνέχεια οἱ Κοζάκοι ἐξεγέρθησαν ἐναντίον τῶν Πολωνῶν τούς ὁποίους νίκησαν καί ἕνα μέρος τῆς Οὐκρανίας ὀργανώθηκε σέ ἀνεξάρτητο κρατικό μόρφωμα. Αὐτό ἔγινε τό 1648. «Οἱ Κοζάκοι καί ἀγρότες ξεσηκώθηκαν καί ἐπέφεραν στόν πολωνικό στρατό βαριά ἦττα. Χιλιάδες Πολωνοί γαιοκτήμονες εὐγενεῖς καί ὑπάλληλοί τους, πού ἦταν συνήθως Ἑβραῖοι, καθώς καί καθολικοί ἱερεῖς βρῆκαν τό θάνατο. Ἡ ἐπιτυχής ἔκβαση τῆς ἐξέ­γερ­σης σήμαινε ὅτι  ἕνα μέρος τῆς Οὐκρανίας ὀργανώθηκε σέ ἀνε­ξάρ­τητο κρατικό μόρφωμα τό ὁποῖο στήν ἱστοριογραφία ὀνομάζεται συ­νή­θως ἀταμανάτο (= hetmanat)» (Ἔνθ. ἀν. σελ. 69).

Ὅμως, αὐτό τό «ἀνεξάρτητο ἱστορικό μόρφωμα» τῶν Κοζάκων στήν Οὐκρανία, κάτω ἀπό τίς διαταγές τοῦ Χμελνίτσκι, δέν μπο­ροῦσε εὔκολα νά διατηρήση τήν ἀνεξαρτησία του, γι’ αὐτό ὁ ἀτα­μάνος Χμελνίτσκι ζήτησε προστασία ἀπό τήν Μόσχα. Στήν ἀρχή ὁ Τσάρος Ἀλέξιος «δίσταζε νά ἀνταποκριθεῖ στίς πολλαπλές του παρα­κλήσεις, φοβούμενος ἕναν πόλεμο μέ τήν Πολωνία – Λι­θουα­νία». Ὅμως, τό 1654 «ἐνέδωσε ὁ Τσάρος καί δέχθηκε τόν ὅρκο πί­στης καί ὑποταγῆς τῶν Κοζάκων καί τοῦ Κρατιδίου τους (= τοῦ ἀτα­μανάτου), γιά τό ὁποῖο τό Κράτος τῆς Μόσχας χρη­σιμοποίησε στήν συνέχεια τήν ὀνομασία “Μικρή Μόσχα”». «Μεταξύ τῶν ἐτῶν 1667-1764 τό ἀτα­­μανάτο κατόρθωσε νά διατηρήσει μιά σχετική αὐτο­νο­μία στό πλαίσιο τοῦ Κράτους τῆς Μόσχας» (Ἔνθ. ἀν. σελ. 70).

Μέ τόν θάνατο τοῦ ἡγέτη τους τοῦ Χμελνίτσκι ὑπῆρξαν δια­μάχες μεταξύ τῶν Κοζάκων τοῦ Κρατιδίου αὐτοῦ ἄν θά ἦταν «φιλο­ρωσικό» «ἤ ἄν θά ἦταν σκοπιμότερη ἡ ἐπιλογή τῆς πολωνικῆς ἤ καί ὀθωμανικῆς προστασίας» πού θά τούς ἐξασφάλιζε περισ­σότερα προ­­­­νόμια καί ἐδάφη (Ἔνθ. ἀν. σελ. 71-72).

Οἱ διαμάχες τῶν Κοζάκων γιά τά ἀξιώματα καί γιά τήν πολιτική, γιά τόν προσανατολισμό τοῦ Κρατιδίου ὁδήγησαν τελικά στήν διχο­τόμηση τῆς Οὐκρανίας. Ἡ ἐξέλιξη τοῦ θέματος εἶναι ἐνδιαφέ­ρου­σα.

«Ἡ Ρωσία καί ἡ Πολωνία – Λιθουανία, οἱ ὁποῖες βρίσκονταν σέ πο­­λεμική σύγ­κρουση ἀπό τό 1654, συνομολόγησαν τό 1667 στό χωριό Ἀνδρούσοβο ἀνακωχή καί μοίρασαν τήν Οὐκρανία. Ἡ Ρωσία κράτησε τό ἀταμανάτο τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τοῦ Δνείπερου, καθώς καί τήν πόλη τοῦ Κιέβου στήν ἀριστερή ἀκτή τοῦ ποταμοῦ καί ἡ Πολωνία – Λιθουανία πῆρε ἕνα μεγάλο μέρος τῆς Οὐκρανίας δυ­τικά ἀπό τόν Δνείπερο. Μία ἄλλη περιοχή τῆς σημερινῆς Νότιας Οὐκρανίας, ἐκείνη ἡ “Ζάποροτσκα Σίτς”, δηλαδή “ἡ περιοχή πέραν τῶν καταρρακτῶν”, πού ἀποτελοῦσε τό κέντρο τῆς κοζακικῆς ζωῆς καί δύναμης, ἔγινε προτεκτοράτο καί τῶν δύο χωρῶν. Ὁ χωρισμός αὐτός τῆς Οὐκρανίας μεταξύ Πολωνίας καί Ρωσίας κράτησε περίπου τά ἑπόμενα τριακόσια χρόνια. Ἡ συμφωνία τῆς ἀνακωχῆς τοῦ 1667 ἐπιβεβαιώθηκε μέ τή συνθήκη εἰρήνης τοῦ 1686, μέ τήν ὁποία ὅμως περιῆλθε ἀποκλειστικά στή ρω­σική ἐπικυριαρχία καί ἡ “περιοχή πέ­ραν τῶν καταρρακτῶν”, δηλαδή ἡ “Ζάποροτσκα Σίτς”.

»Τό ἀταμανάτο διατήρησε τήν κάπως περιορισμένη αὐτονομία του στό πλαίσιο τῆς Ρωσικῆς αὐτοκρατορίας γιά ἀκόμη ἕναν αἰώνα, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε ἐνῶ ἡ  Ζάποροτσκα Σίτς διατήρησε τή σχετική αὐτονομία της ἕως τό 1709. Στή συ­νέ­χεια οἱ δύο αὐτές αὐτόνομες ὀντότητες ἐνσωματώθηκαν ἀπολύτως διοικητικά στή Ρωσική αὐτο­κρατορία καί οἱ Κοζάκοι ἔγιναν τακτικά μέλη τοῦ ρωσικοῦ στρατοῦ. Στήν πολωνική Οὐκρανία τά στρατεύματα τῶν Κοζάκων διαλύθηκαν τό 1699 καί ἐδῶ ἡ περιοχή ἐνσωματώθηκε στή διοίκηση τοῦ πολω­νο-λιθουανικοῦ κράτους. Νέα διχοτόμηση τῆς Οὐκρανίας ἔγινε στά τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, ὅταν ἡ Πολωνία – Λιθουανία μοιράστηκε ἀνά­με­­σα στήν Πρωσία, τήν Αὐστρία καί τή Ρωσία» (Ἔνθ. ἀν. σελ. 72-74).

Ἀπό τά προηγούμενα φαίνεται καθαρά ὅτι ὁ γεωγραφικός χῶ­ρος τῆς σημερινῆς Οὐκρανίας κατοικεῖτο στό παρελθόν ἀπό Σλά­βους, Ρώς – Σκανδιναβούς – Ρώσους, Λευκορώσους, ἦταν ἕνας «πο­λυε­θνικός πληθυσμός» στόν ὁποῖο ὑπερεῖχε τό σλαβικό στοιχεῖο. Κατά καιρούς διεκδικεῖτο ἀπό τούς Μογγόλους – Τατάρους, τούς Λι­θουα­νούς, τούς Πολωνούς, τούς Κοζάκους καί τούς Ρώσους. Ἦταν ἕνας χῶρος διαρκῶν πολέμων καί διεκδικήσεων. Μετά τήν κατάρ­ρευση τῶν Κοζάκων τόν 17ο αἰώνα ἡ Οὐκρανία χωρίστηκε μεταξύ τῆς Ρωσίας καί τῆς Πολωνίας – Λιθουανίας.

Παλαιότερα, σέ κείμενο πού μνημόνευσα στήν ἀρχή τοῦ ἄρ­θρου αὐτοῦ μέ τί­τλο «Ρω­σία-Οὐκρανία», ἔχοντας ὡς ἀναφορά τό βιβλίο τῆς Anne Applebaun μέ τίτλο «κόκκινος λιμός», σημείωσα τό πῶς ἡ σημερινή Οὐκρανία τόν 18ο ἕως τόν 20ό αἰώνα ἀνῆκε στήν Ρωσική Αὐτο­κρατορία, ἐνῶ προηγουμένως τά ἐδάφη της ἀνῆκαν στήν Πολωνία καί μάλιστα στήν Πολωνολιθουανική Ἕνωση, καί ὅτι τό Οὐκρανικό Ἔθνος εἶναι ἕνα «ἐναλλακτικό ἔθνος ἀπό τήν Ρωσία, καί κατά και­ρούς τόσο οἱ Πολωνοί ὅσο καί οἱ Ρῶσοι ἐπεδίωκαν νά ὑπονο­μεύσουν ἤ νά ἀρνηθοῦν τήν ὕπαρξη τοῦ οὐκρανικοῦ ἔθνους». Γι’ αὐτό ἡ Τσαρική Αὐτοκρατορία ἐπιδίωκε μέ ποικίλους τρόπους νά ἐκρωσίση τήν οὐκρανική ταυτότητα. Αὐτό συνεχίσθηκε καί μετά τήν πτώση τῆς Τσαρικῆς Αὐτοκρατορίας.

Μάλιστα, ὅταν τό 1917 κατέρρευσε ἡ Ρωσική Αὐτοκρατορία καί τό 1918 κατέρρευσε καί ἡ Αὐστροουγγαρική Αὐτοκρατορία οἱ Οὐκρανοί θέλησαν νά ἐγκαθιδρύσουν ἕνα ἀνεξάρτητο Οὐκρανικό Κράτος καί ἦλθαν σέ αἱματηρές συγ­κρούσεις μέ τούς Πολωνούς καί τούς Ρώσους. Τήν 1 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1917 τό οὐκρανικό ἐθνικό κίνημα ἔκανε μιά μεγάλη διαδήλωση μέ κεντρικό σύνθημα «ἐλεύθε­ρη Οὐκρανία σέ μιά ἐλεύθερη Ρωσία», μέ τό ὁποῖο σαφέστατα ζη­τοῦσε μιά αὐ­το­νομία. Ὅμως, αὐτήν τήν προσπάθεια τήν κατέλυσε ὁ κόκκινος Στρατός, οἱ Μπολσεβίκοι.

Ἀργότερα, καί συγκεκριμένα τό 1991 ἡ Οὐκρανία κήρυξε τήν ἀνεξαρτησία της καί σχηματίσθηκε τό ἐλεύθερο Οὐκρανικό Κράτος. Ὅμως, ἡ Ρωσία δέν ἀφήνει νά ὀρθοποδήση αὐτό τό Κράτος μέ ἀπο­τέλεσμα νά βλέπουμε ὅσα συμβαίνουν σήμερα στόν χῶρο τῆς Οὐ­κρανίας.

Ἡ σύντομη αὐτή ἱστορική διαδρομή καταρρίπτει πολλούς «μύ­θους» πού διαδίδονται στίς ἡμέρες μας.

Πολλοί Ρῶσοι, καί μάλιστα ὑψηλόβαθμοι, ἰσχυρίζονται ὅτι «οἱ Οὐκρανοί εἶναι Ρῶσοι, εἶναι ἀδελφοί μας». Ὅμως, οἱ Οὐκρανοί εἶναι ἕνα ἄλλο Ἔθνος μέ διαφορετικά ἤθη καί ἔθιμα, γλώσσα καί παρα­δόσεις μέ ἀναμείξεις πολλῶν λαῶν. Τό Κίεβο χαρακτηρίστηκε ὡς «Μικρή Ρωσία» τόν 17ο αἰώνα, ὅταν οἱ Κοζάκοι δήλωσαν ὄρκο καί ὑποταγή στούς Ρώσους καί δέν ὀνομάζονταν ἔτσι ἀπό τόν 9ο αἰώνα.

Ἔπειτα, ὁ γεωγραφικός χῶρος τῆς σημερινῆς Οὐκρανίας δέν ἦταν ἀπό τήν ἀρχή Ρωσικός, ἀλλά ἦταν ἕνας χῶρος στόν ὁποῖο ζοῦσαν πολλές λαότητες, ἤτοι Σλάβοι, Σκανδιναβοί, Πολωνοί, Λι­θουα­­νοί, Μογγόλοι, Τάταροι, Κοζάκοι κ. ἄ.

Ἀκόμη, ὁ γεωγραφικός αὐτός χῶρος διεκδικεῖτο ἀπό πολλούς, κυρίως ἦταν χῶρος διαμάχης μεταξύ Οὐκρανῶν καί Ρώσων, μεταξύ Οὐκρανῶν καί Πολωνῶν – Λιθουανῶν, μεταξύ Πολωνῶν κάι Ρώσων, καί σημαντικό ρόλο ἔπαιξαν οἱ Μογγόλοι, οἱ Τάταροι καί οἱ Κοζάκοι.

Ἡ ἱστορία, ἡ ὁποία ἐρευνᾶται ἀπό ἐπιστήμονες, καταρρίπτει ἰδε­ο­λογίες, μύ­θους, σκοπιμότητες, προπαγάνδες καί ἀποκαθιστᾶ τά πράγματα στήν θέση τους. Οἱ Οὐκρανοί εἶναι ἕνας βασανισμένος λαός πού ὑπέφερε διά μέσου τῶν αἰώνων καί ὑποφέρει στίς ἡμέρες μας. Ἔτσι, δικαιολογεῖται τό μῖσος τους ἐναντίον τῶν Ρώσων, ἀφοῦ θέ­λουν νά ζήσουν ἐπί τέλους ἐλεύθεροι σέ μιά ἐλεύθερη καί ἀνεξάρ­τητη Πατρίδα. Μέσα σέ αὐτήν τήν ἐλεύθερη Πατρίδα πρέπει νά ζή­σουν μέ δημοκρατικό τρόπο, καί οἱ Ρῶσοι πού βρίσκονται στήν Οὑκρανία. Ἔτσι γίνεται σέ ὅλα τά σύγχρονα δημοκρατικά Κράτη, ἀφοῦ οἱ κάτοικοί τους αἰσθάνονται ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ ἐθνότητα κάθε ἀνθρώπου καί ἄλλο ἡ ταυτότητα τοῦ πολίτη στήν χώρα τήν ὁποία ζῆ.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ