Δεκαπενταύγουστος, σε μητροπολιτικό ναό. Η στιγμή της Θείας Μετάληψης, που κανονικά θα έπρεπε να είναι η κορύφωση σιωπής και κατάνυξης. Οι σταθεροί ακροατές, κυρίως τρίτης ηλικίας, αντάλλασσαν κουτσομπολιά και τα νέα του καλοκαιριού. Οι νέοι σχεδόν ανύπαρκτοι. Τα παιδιά επίσης. Η εικόνα λυπηρή, αλλά κυρίως προειδοποιητική. Αν έτσι γιορτάζεται η Παναγία, τι συμβαίνει άραγε τις «απλές» Κυριακές;
Η πλειοψηφία σχεδόν των Ελλήνων σήμερα δηλώνει άθεη ή σκεπτικιστική. Άλλοι μιλούν για έναν «δικό τους θεό», «πιστεύουν με τον δικό τους τρόπο, όπως ορίζει καρδιά τους». Αναρχικά, δηλαδή. Την ίδια ώρα, οι νέοι γεμίζουν αίθουσες διαλογισμού και γιόγκα, ενώ τα retreat που υπόσχονται «εναρμόνιση με το σύμπαν» ξεπουλούν τις θέσεις τους. Την ίδια στιγμή, η κοινωνία βάλλεται ηθικά από και προς σε κάθε επίπεδο. Οικονομικός μαρασμός, κοινωνική ανισότητα, ανομία που ξεκινά από την κορυφή, ακραίες εγκληματικές ενέργειες, με παιδοκτονίες και γυναικοκτονίες, σχέσεις που καταλήγουν στη βία κατά το σύνηθες και γάμοι που θριαμβεύουν στην πορεία τους προς το διαζύγιο. Παιδιά που μεγαλώνουν στη μοναξιά οδηγούνται στρατηγικά στα δημοφιλή πλέον περιστατικά παιδικής βίας, εμπλεκόμενα τόσο ως θύτες όσο και ως θύματα, στις εξαρτήσεις και στην εκμετάλλευση.
Η κοινωνία όμως υπόσχεται ότι ο διαλογισμός είναι το must για να ξαναβρεί κανείς τον εαυτό του μετά από όλα αυτά. Όταν η ψυχή κατακρεουργείται από τόσο τρυφερά στάδια της ζωής, γιατί η λύση να είναι πλέον μια θρησκευτική πρακτική του Ινδουισμού, ενώ μια παράκληση στην Θεοτόκο αντιμετωπίζεται με χλευασμό;
Αυτό αποτελεί το σημείο της απόλυτης αποτυχίας της ηγεσίας της Εκκλησίας. Άλλωστε, σε κάθε οργανισμό —και η Εκκλησία είναι ένας ζωντανός οργανισμός— την ευθύνη τη φέρει η Αρχή, όχι το πλήρωμα. Όταν η Αρχή απαξιώνει να θέσει γραμμή, όραμα, κανόνες και πρόγραμμα, είναι προφανές ότι τα στασίδια στους ναούς παραμένουν κατειλημμένα από τα ίδια πρόσωπα μέχρι να αδειάσουν εντελώς. Μάλλον αυτό είναι και το πραγματικό όραμα της Εκκλησίας σήμερα, όσο και αν εθελοτυφλούμε.
Ο Χριστός περπάτησε και θαυματούργησε στις πιο ταπεινές γειτονιές της Ιουδαίας, με ένα παλιό μανδύα σχεδόν λιωμένο από τη φθορά και ένα ζευγάρι παλιά σανδάλια. Το μαύρο ράσο του θρήνου, όπως συμβολίζει σήμερα, που ήρθε να διαδεχθεί την Άκρα Ταπείνωση, έχει χάσει παντελώς την αρχική του σημασία· κυκλοφορεί με αμάξια πολυτελείας και είναι υπεύθυνο —ή συνυπεύθυνο— για οικονομικά, πολιτικά και ηθικά σκάνδαλα. Κάποιοι θα αντιτείνουν: «Ο παπάς δεν είναι άγιος· είναι φθαρτός, δεν εξαιρείται της αμαρτίας». Σωστά. Όταν όμως τα φαινόμενα πληθαίνουν, επικρατούν και μένουν ατιμώρητα, τότε αλλάζει το τροπάριο —ή θα έπρεπε να αλλάξει.
Έτσι γεννιέται η παραδοξότητα. Πώς να μείνει πιστός με νου και λογική μέσα στην Εκκλησία; Πώς να μεταλάβει, να εξομολογηθεί; Δεν είναι πιο νορμάλ να επιλέξει τη γιόγκα;
Ένα πρόσφατο χρονολογικά, και χαρακτηριστικό παράδειγμα δυσλειτουργίας της Εκκλησίας είναι τα γεγονότα της πανδημίας. Η Σύνοδος όντως προσπάθησε να διατηρήσει ένα υγιές προφίλ, ακολουθώντας τις οδηγίες της ιατρικής κοινότητας. Όταν όμως δεσποτάδες ξεκίνησαν παραληρήματα περί «χαράγματος», «νέας εποχής» και «παγκόσμιας συνωμοσίας», η απάντηση της Αρχής περιορίστηκε σε άτολμα δελτία Τύπου. Κανείς δεν τιμωρήθηκε, ουδείς καθαιρέθηκε ή τέθηκε σε αργία.
Αντίθετα, λίγους μήνες αργότερα, η Ιερά Σύνοδος έθεσε σε αργία τον υπεύθυνο ιερέα του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά στην Πλάκα, επειδή τόλμησε να επιτρέψει σε δύο νέες γυναίκες να τον βοηθήσουν στο Ιερό στη διάρκεια ακολουθίας. Ο ίδιος στιγματίστηκε, ενώ ιστορικά γνωρίζουμε για τον θεσμό των διακονισσών στο Βυζάντιο, αλλά και για το ότι σήμερα μοναχές εισέρχονται κανονικά στο Ιερό. Οι δεσποτάδες των συνομωσιών έμειναν στο απυρόβλητο —κι ας οδήγησαν εκατοντάδες συμπολίτες μας σε θάνατο ή βαριά νόσηση από COVID-19, με πολλές περιπτώσεις μόνιμων ή χρόνιων επιπτώσεων στην υγεία.
Εκεί ξεκίνησε και η παράλληλη παράνοια με τους ψευδοπροφήτες και ψευδοαγίους που βρήκαν πάτημα να παρασύρουν πλήθη με κηρύγματα δογματικής αυστηρότητας και χριστιανικού ταλιμπανισμού. Σε καιρούς κρίσης, οι άνθρωποι στρέφονται σε αυστηρές δομές, αναζητώντας σταθερότητα — όπως επιβεβαιώνει η επιστήμη της ψυχολογίας. Ένας σοβαρός αριθμός πιστών βρήκε τελικά το αποκούμπι του σε ακραίες κοινότητες παλαιοημερολογιτών ή άλλες αποσχιστικές ομάδες, που υπόσχονται «καθαρότερη και γνήσια πίστη».
Ταυτόχρονα, η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει να παραμένει προσκολλημένη σε ένα μάρκετινγκ του 17ου αιώνα. Δελτία Τύπου στην καθαρεύουσα. Εκκλησιαστικά τηλεοπτικά κανάλια που αγνοούν πλήρως την κοινωνική πραγματικότητα. Ιερείς που προβάλλονται με τρόπο που ξενίζει και προκαλεί. Κι όμως, όταν κάποιος μιλήσει «από καρδιάς» προς την καρδιά, ο κόσμος συρρέει. Το έχουμε δει πολλές φορές: ένας λόγος γνήσιος, καθοδηγούμενος πραγματικά από τον Θείο Λόγο, γεμίζει τους ναούς. Γιατί όντως, Εκείνος είναι η Οδός και Η Αλήθεια και Η Ζωή, και το φορτίο γίνεται ελαφρύ σε όποιον Τον ακολουθεί.
Αντί όμως να ενισχύονται αυτές οι φωνές και μορφές, συνήθως στοχοποιούνται από το ίδιο το εκκλησιαστικό κατεστημένο και σβήνουν — προφανώς βάσει οράματος…
Κραυγαλέες παραμένουν δε οι απουσίες από την ατζέντα της σημερινής Εκκλησίας. Η ανυπαρξία ουσιαστικού έργου και διαλόγου αποτελεί, άλλωστε, το κλασικό επιχείρημα των σκεπτικιστών: Εκκλησία και σύγχρονη ζωή παραμένουν σε μια αέναη ρήξη· αποκομμένη από τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων, αδύναμη να απαντήσει στα κρίσιμα ερωτήματα της εποχής, ανδροκρατούμενη και σε συνεχή σύγκρουση με την επιστήμη, συχνά με μεσαιωνικό μένος.
Ταυτόχρονα, η φιλανθρωπία ορίζεται περισσότερο από ευρωπαϊκά πρότυπα και κονδύλια, παρά από αυθεντική πνευματική πρόθεση. Διαφημίζουμε ιεραποστολές στην Αφρική ή δράσεις για μετανάστες, ενώ παραμένει ηχηρή η απουσία από τις εγχώριες κρίσεις — τη μονογονεϊκή μητέρα, τον καρκινοπαθή, το παιδί που παλεύει μέσα στο νοσοκομείο. Οι εξαιρέσεις — όπως ο Άγιος Πορφύριος που υπηρετούσε καθημερινά μέσα στις πτέρυγες του Ερυθρού Σταυρού — απλώς φωτίζουν το κενό της γενικής εικόνας και δυστυχώς δεν αποτέλεσαν ποτέ πρότυπο.
Αν ο Χριστός περνούσε σήμερα την πύλη μιας ενορίας, τι θα έβλεπε; Θα συναντούσε μια Εκκλησία που χτίστηκε στο Όνομά Του, αλλά πολλές φορές ξεχνά τη φωνή Του. «Ο οίκος μου οίκος προσευχής κληθήσεται· υμείς δε αυτόν εποιήσατε σπήλαιον ληστών», παραμένει πιο επίκαιρο από ποτέ. Η υποκρισία, η αδιαφορία και η πνευματική ακαμψία — μια ακαμψία που συχνά αγγίζει τα όρια ενός χριστιανικού ταλιμπανισμού, με διδασκαλίες που τρομάζουν αντί να παρηγορούν — αποκαλύπτουν την προσκόλληση στην εξουσία και τη λήθη της αληθινής αποστολής: να αγκαλιάσεις τον πονεμένο, να σηκώσεις τον αδύναμο, να σταθείς δίπλα σε εκείνον που χάνει την ελπίδα του. Θα μας κοιτούσε όλους, αλλά πρωτίστως τους επισκόπους και τους ιερείς Του στα μάτια και θα τους ρωτούσε: «Με αγαπάς;» — το ίδιο που ρώτησε τον Πέτρο. Και η απάντηση δεν θα μπορούσε να είναι λόγια, αλλά έργα. Έργα αγάπης, έργα θυσίας, έργα αλήθειας. Γιατί Εκείνος δεν κάλεσε ποτέ τους μαθητές Του να γίνουν διαχειριστές τίτλων ή νομέις προνομίων· τους κάλεσε να γίνουν ποιμένες.
Αν ο Χριστός έμπαινε σήμερα σε μια ενορία, ίσως θα πλησίαζε πρώτα τα παιδιά που δεν έρχονται, τους νέους που χάνονται, τις μητέρες που παλεύουν μόνες, τους άρρωστους που αγωνίζονται στο κρεβάτι τους χωρίς παρηγοριά. Εκεί θα άφηνε τα χέρια Του, εκεί θα έστρεφε το βλέμμα Του. Και τότε θα καταλαβαίναμε ξανά ότι το Ευαγγέλιο δεν γράφτηκε για να στολίζει καντήλες ή να διαβάζεται σε καθαρεύουσα, αλλά για να ζει μέσα μας και να μεταμορφώνει τον κόσμο.
Το ερώτημα λοιπόν μένει: Αν ο Χριστός έμπαινε σήμερα στον Ναό μας, θα αναγνώριζε τον εαυτό Του στο έργο μας; Ή θα έφευγε σιωπηλά για άλλη μια φορά, αναζητώντας αλλού καρδιές έτοιμες να Τον ακούσουν;




