Η ιδέα για την καταγραφή της ιστορίας του Εκκλησιαστικού Λυκείου Κιλκίς ήταν διάχυτη στον νου μας από την εποχή που το Σχολείο λειτουργούσε και ανθούσε. Κατά το διάστημα 1997-1999 μου δόθηκε η εξαιρετική ευκαιρία να υπηρετήσω στην τάξη υποδοχής των αλλοδαπών μαθητών του Λυκείου και να ζήσω από κοντά την πρωτοποριακή εκπαιδευτική πρωτοβουλία του μακαριστού Μητροπολίτη Πολυανής και Κιλκισίου κυρού Αποστόλου (+2009), να φιλοξενήσει Ορθοδόξους νέους από όλες τις Ηπείρους, για να διδαχτούν την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, στο πλαίσιο της λειτουργίας ενός Εκκλησιαστικού Λυκείου.

Με την εργασιακή αυτή απασχόληση είχα τη δυνατότητα να κατανοήσω το μέγεθος του εγχειρήματος, την ιδιαίτερη διορθόδοξη ταυτότητα του Λυκείου, με την οικουμενικών διαστάσεων απήχηση που προσέλαβε στα χρόνια που ακολούθησαν.

 Η εμπειρία αυτή δημιούργησε τόσο την έμπνευση όσο και το χρέος, για να γίνει ευρύτερα γνωστή η πορεία μιας μοναδικής προσπάθειας, που διήρκησε όσα χρόνια την τροφοδοτούσε με το όραμα, την προσευχή και την οικονομική στήριξη, ο εμπνευστής της Επιχώριος Μητροπολίτης, μαζί με μία ομάδα εθελοντών εκπαιδευτικών συνεργατών του.

Η θεσμοθετημένη Εκκλησιαστική Εκπαίδευση στον ελληνικό χώρο υπήρξε αναπόσπαστο μέρος της δημόσιας Γενικής Εκπαίδευσης και αναπόφευκτα συμπορεύθηκε μαζί της. Ακολούθησε τις πολιτικές και πολιτειακές αλλαγές της χώρας, προσαρμόστηκε στις κοινωνικές ανάγκες και υπερασπίστηκε εθνικούς σκοπούς προχωρώντας στις τροποποιήσεις και τις προσαρμογές που υπαγόρευαν ο ιδιαίτερος χαρακτήρας και προσανατολισμός της. Οι εξελίξεις στα εκκλησιαστικά σχολεία καθορίστηκαν από εκπαιδευτικούς, εθνικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς καιοικονομικούς παράγοντες αλλά και τη βούληση της πολιτείας και την αντίστοιχη εκκλησιαστική εκπαιδευτική πολιτική. Η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση χαρακτηρίστηκε από ποικιλωνυμία και πολυτυπία σχολείων. Γνώρισε μεταβολές, μεταρρυθμίσεις, μετατροπές, καταργήσεις και επανιδρύσεις, μεταφορές εδρών σχολείων, συγχωνεύσεις, αναστολές λειτουργίας σχολείων, μετονομασίες και μεταρρυθμίσεις τύπου σχολείων. Οι αλλεπάλληλες αυτές αλλαγές και η πολυνομία φανερώνουν ότι η αποτελεσματικότητα, οι προοπτικές και το μέλλον της Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης αποτέλεσαν αντικείμενο προβληματισμού τόσο για την Πολιτεία όσο και για την Εκκλησία.

Η Εκκλησιαστική Εκπαίδευση εδράζεται αφενός στο διηνεκές ενδιαφέρον της Εκκλησίας για την παιδεία, θεσμοθετημένη ή άτυπη, αφετέρου απολαμβάνει την υποστήριξη του κράτους. Από το θεσμοθετημένο ξεκίνημά της έως σήμερα, με εξαίρεση την παρένθεση της πενταετούς περιόδου (1971-1976), κατά την οποία περιήλθε στην ευθύνη της Εκκλησίας της Ελλάδας, υπάγεται στη μέριμνα της ελληνικής πολιτείας και εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, στην Κεντρική Υπηρεσία του οποίου λειτουργεί ειδική Γραμματεία. Η νεότερη ιστορία της Εκκλησιαστικής Παιδείας επηρεάζεται και από τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, οι οποίες διαμορφώνουν ανάλογα το θεσμικό της πλαίσιο.

Ο πρώτιστος σκοπός της παρέμεινε διαχρονικά ο ίδιος, δηλαδή η μόρφωση και επιμόρφωση κληρικών ή υποψηφίων κληρικών με σαφή πλέον αναφορά και στα λαϊκά στελέχη της Εκκλησίας.

Στο πλαίσιο αυτό, σε μια ακριτική Μητρόπολη στην περιοχή του Κιλκίς στην Μακεδονία ιδρύεται, με πρωτοβουλία του επιχώριου Μητροπολίτη, ένα εκκλησιαστικό σχολείο με σκοπό τη μόρφωση και επιμόρφωση των κληρικών της μητροπολιτικής Επαρχίας και την ανάδειξη νέων.

Ο Μητροπολίτης Κιλκισίου Απόστολος, κληρικός με «ασκητικό ήθος και βαθύτατη πνευματικότητα», κατά τα λόγια του Οικουμενικού Πατριάρχη, ρηξικέλευθος, οξυδερκής, άνθρωπος προσφοράς και προσευχής, προφητικός και πρωτοπόρος, με ιδιαίτερη μέριμνα για την παιδεία και τη νεολαία ξεκινά τις προσπάθειες για τη δημιουργία του σχολείου το έτος 1992. Απευθύνεται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων εκθέτοντας την αδήριτη ανάγκη για την ίδρυση Εκκλησιαστικού Λυκείου.

Οι ανάγκες είναι προφανείς και τεκμηριωμένες: το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του κλήρου της Μητροπολιτικής Επαρχίας, η δυνατότητα φοίτησης στο Λύκειο χωρίς αβάστακτες δαπάνες και μακροχρόνιες μετακινήσεις, η αποφυγή αποψίλωσης της υπαίθρου με την προσφυγή των κληρικών σε μεγάλα αστικά κέντρα και την ποιμαντική εγκατάλειψη των παραμεθορίων περιοχών, η τόνωση της ευαίσθητης ακριτικής πόλης του Κιλκίς με την παρουσία ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος, η δυνατότητα ανάδειξης νέων κληρικών, η ενθάρρυνση για φοίτηση μαθητών από τις γειτονικές ομόδοξες Βαλκανικές χώρες σε κρίσιμους καιρούς και η διάθεση εκ μέρους της Ι. Μητροπόλεως κατάλληλου ιδιόκτητου διδακτηρίου και μαθητικής εστίας για τις ανάγκες ενός τέτοιου Λυκείου.

Ο Μητροπολίτης είχε καθάριο όραμα, σαφή στόχο και περίσσευμα ψυχής, είχε όμως και επίγνωση ότι τα θαυμαστά έργα αποτελούν πρωτίστως καρποφορία της χάρης του Αγίου Πνεύματος και της αδιάλειπτης προσευχής για την ευόδωση των στόχων και δευτερευόντως αποτελέσματα ανθρώπινης συνεργασίας. Αλλά γνώριζε επίσης ότι και εκεί απαιτείται αγώνας, πνεύμα προσφοράς και εθελοντική διάθεση. Προσανατολισμένος σταθερά στην οικουμενική διάσταση της Εκκλησίας και του ευαγγελικού μηνύματος, που απευθύνεται σε όλους, δίχως πολιτιστικούς φραγμούς και διακρίσεις φυλών, φύλων και γλωσσών, δεν επικεντρωνόταν μόνο στις ανάγκες της τοπικής παραμεθόριας επαρχίας του, αλλά αφουγκραζόταν και τις ανάγκες των νέων πέραν των συνόρων.

Γι’ αυτό όταν οι κοινωνικοπολιτικές και ιστορικές συγκυρίες το επέβαλαν, το ακριτικό εκκλησιαστικό σχολείο μεταμορφώθηκε σε ένα διορθόδοξο φυτώριο παιδείας και πολιτισμού με μαθητές από όλη την οικουμένη και παγκόσμια ακτινοβολία. Με τη στήριξη των εθελοντών συνεργατών του που ενστερνίστηκαν το όραμά του οργανώθηκε ο μηχανισμός υποδοχής των αλλοδαπών μαθητών.

Ό,τι οραματίστηκε στην πορεία καρποφόρησε. Ο μεγάλος αγώνας του για αναγνώριση της Τάξης Υποδοχής πραγματοποιήθηκε με την πρόσληψη αναπληρωτή εκπαιδευτικού το 2003, ενώ χρόνια αργότερα και μετά την κατάργηση και συγχώνευση του σχολείου, το 2012-2013, δημιουργήθηκαν επίσημα Τάξεις Υποδοχής για αλλοδαπούς στη Δευτεροβάθμια Εκκλησιαστική Εκπαίδευση. Ό,τι ζήτησε πραγματοποιήθηκε, όμως η φοίτηση των μαθητριών που υπήρξε από την αρχή επιθυμία του έμελλε να επιτραπεί επίσημα και να πραγματοποιηθεί χρόνια αργότερα.

Οι αλλεπάλληλες, επίμονες και έντονες προς όλες τις κατευθύνσεις προσπάθειες και κρούσεις του, με την αμέριστη στήριξη των τοπικών αρχών και των πολιτικών της περιφέρειας του Κιλκίς, ευοδώθηκαν το 1995 με την ίδρυση του Εκκλησιαστικού Λυκείου.

Το σχολείο αυτό, το οποίο γεννήθηκε πρωτίστως από το διακαή πόθο του να προσφέρει την εγκύκλιο παιδεία στους κληρικούς του, στην πορεία καρποφόρησε και αναδείχθηκε σε ένα πνευματικό διορθόδοξο εργαστήριο παιδείας, φιλοξένησε μαθητές από όλο τον κόσμο, προσέφερε μορφωτικό έργο επί 15 χρόνια και ακτινοβόλησε «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς».

Η Ι. Μητρόπολη διέθεσε το κτήριο και τον αύλειο χώρο του επίσημα και δωρεάν στο νεοϊδρυθέν τότε Εκκλησιαστικό Λύκειο, προκειμένου να χρησιμεύσει ως σχολικό διδακτήριο και ως μαθητική Εστία, της οποίας την εύρυθμη και άριστη λειτουργία εγγυόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του σχολείου. Η πραγματοποίηση μάλιστα εκ μέρους της Ι. Μητροπόλεως θερινών προγραμμάτων ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού δεν προσέφερε μόνο αναμφισβήτητο εκπαιδευτικό όφελος αλλά αποτέλεσε και μια ουσιαστική δυνατότητα για τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξη του σχολείου.

Με τη στήριξη της Ι. Μητροπόλεως λειτουργούσε Τάξη Υποδοχής για τους αλλοδαπούς, καθώς παρόμοια τάξη δεν προβλεπόταν από την αρμόδια Διεύθυνση Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης του ΥΠ.Ε.Π.Θ. Το Εκκλησιαστικό Λύκειο του Κιλκίς στην πορεία της λειτουργίας του στηρίχθηκε στο θεσμό της ευεργεσίας και των δωρεών, καθώς και στη διαρκή προσφορά και ενίσχυσή του από την τοπική κοινωνία, η οποία ευθύς εξαρχής στήριξε θερμά την πρωτοβουλία και το όραμα του Μητροπολίτη και με περισσή θέρμη ανταποκρίθηκε σε αιτήματά του για ποικίλου είδους στήριξη και βοήθεια.

Το Λύκειο υπήρξε έργο της Μητροπόλεως υπό την εποπτεία όμως της Πολιτείας και ο συχνά άκαμπτος κρατικός μηχανισμός, παρά τις αγκυλώσεις του, λύγιζε μπροστά στο όραμα, την επιμονή και τη βαθιά πίστη του Μητροπολίτη για την ευλογία του εγχειρήματος. Η Πολιτεία στον βαθμό που μπορούσε να αντιληφθεί τους καρπούς της προσπάθειας επεδείκνυε διοικητική ευρύτητα και ευελιξία, όπου όμως αδυνατούσε ή υστερούσε να ανταποκριθεί δεχόταν τη βοήθεια της Ι. Μητροπόλεως.

Το σχολείο προσέφερε δυνατότητα ολοκληρωμένης εκπαίδευσης και περαιτέρω σπουδών σε κληρικούς και λαϊκούς της Μητροπόλεως, σε ομόδοξους αλλοδαπούς μαθητές και παράλληλα δημιούργησε οργανικές θέσεις για εκπαιδευτικούς. Οι ήδη χειροτονημένοι κληρικοί απόφοιτοι τριταξίου Γυμνασίου επιμορφώνονταν θεολογικά και αναβαθμίζονταν σε υψηλότερη μισθολογική κατηγορία. Οι υποψήφιοι κληρικοί καταρτίζονταν θεολογικά και προετοιμάζονταν για το ιερατικό λειτούργημα. Οι λαϊκοί αποκτούσαν εκκλησιαστική μόρφωση και παιδεία.

Το «θνησιγενές», σύμφωνα με αρχικές εκτιμήσεις, Λύκειο που επιχείρησε να ιδρύσει ο Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου Απόστολος, άρχισε αρκετά νωρίς να θάλλει και να αποδίδει καρπούς, ειδικότερα ως ένα διαπολιτισμικό φυτώριο εκκλησιαστικής παιδείας και πολιτισμού. Η κοινωνικοπολιτική συγκυρία της εποχής στα Βαλκάνια οδήγησε στην αποδοχή και φοίτηση αλλοδαπών μαθητών.

Οι στόχοι αυτής της φιλοξενίας ήταν η καλλιέργεια δεσμών ανάμεσα σε ορθόδοξους νέους, η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού, η ειδικότερη θεολογική παιδεία για

κατάρτιση στελεχών στις ορθόδοξες Εκκλησίες ιδιαίτερα της Βαλκανικής με διευρυμένους πολιτιστικούς ορίζοντες και η ενίσχυση μέσω της λειτουργίας του Λυκείου της ευαίσθητης ακριτικής περιοχής του Κιλκίς κατά τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία.

Αποτιμώντας τη διαπολιτισμική πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Αποστόλου διαπιστώνουμε την οικουμενική απήχηση του μορφωτικού έργου που συντελέστηκε στο Διορθόδοξο Εκκλησιαστικό Λύκειο του Κιλκίς. Οι απόφοιτοί του έγιναν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, πρέσβεις της Ορθοδοξίας και του ελληνικού πολιτισμού σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το σχολείο, δίχως να χαρακτηριστεί επίσημα ως διαπολιτισμικό, προσέλαβε αναμφισβήτητα χαρακτηριστικά διαπολιτισμικού ή, καλύτερα, διορθόδοξου σχολείου λόγω της σύνθεσης του μαθητικού του δυναμικού.

Σε 36 ανέρχονται οι χώρες προέλευσης των μαθητών του Εκκλησιαστικού Λυκείου Κιλκίς και σε 357 οι μαθητές που αιτήθηκαν τη φοίτησή τους και έγιναν δεκτοί από την Ι. Μητρόπολη για να φοιτήσουν στο σχολείο. Οι σπουδαστές προέρχονταν από Μητροπόλεις του Οικουμενικού Θρόνου στην Ευρώπη, τη Βόρεια, Κεντρική και Νότια Αμερική, από Ορθόδοξες Εκκλησίες της Κεντρικής, Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης έως τη μακρινή Σαχαλίνη, και της Παρευξείνειας ζώνης, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική έως τη νησιωτική Μαδαγασκάρη.

Η πλειονότητα των μαθητών προερχόταν από 16 διαφορετικά κράτη των γειτονικών Βαλκανίων, της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης, οι υπόλοιποι από πέντε χώρες της Μέσης Ανατολής και των Αγίων Τόπων, από οκτώ χώρες της Κεντρικής και Νοτίου Λατινικής Αμερικής, από τρεις χώρες της Αφρικής, από δύο χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και την Αρμενία.

Η ευρύτητα των πεδίων της μετέπειτα επαγγελματικής απασχόλησης των αποφοίτων του σχολείου υπήρξε εντυπωσιακή. Με εφόδιο την ελληνομάθειά τους, τις σπουδές τους αλλά και τη γενικότερη παιδεία τους ακολούθησαν είτε ιερατική πορεία είτε ακαδημαϊκή ή πολιτική σταδιοδρομία είτε τον καλλιτεχνικό, εκπαιδευτικό ή επιστημονικό κλάδο.

Ως κληρικοί και μοναχοί στελεχώνουν και διακονούν τις Ορθόδοξες Εκκλησίες των χωρών προέλευσής τους καταλαμβάνοντας υπεύθυνες ποιμαντικά θέσεις, όπως Επίσκοποι, αρχιερατικοί επίτροποι ή εκπρόσωποι των Εκκλησιών τους αλλά και ως λαϊκοί υπηρετούν στο ποιμαντικό έργο των Εκκλησιών τους. Αναλαμβάνουν υπεύθυνες θέσεις σε ιεραποστολικούς οργανισμούς και δράσεις. Οι έχοντες μοναστική κλίση εγκαταβιώνουν σε Ι. Μονές του Αγίου Όρους ή των χωρών τους.

Αρκετοί ολοκληρώνουν τις μεταπτυχιακές τους σπουδές και ακολουθούν ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και σήμερα διδάσκουν ως Καθηγητές Θεολογίας σε Πανεπιστήμια. Πολλοί από τους μαθητές ακολουθούν τον εκπαιδευτικό κλάδο και υπηρετούν σε εκκλησιαστικά σχολεία ή ιερατικές σχολές των χωρών τους. Απόφοιτοι με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ταλέντα επιδίδονται σε ανάλογες δραστηριότητες και ασχολούνται κυρίως με την αγιογραφία, ενώ άλλοι επιλέγουν τον πολιτικό στίβο και διατελούν Διευθυντές Θρησκευμάτων ή Διευθυντές Εξωτερικών Σχέσεων σε Υπουργεία, Πρέσβεις, Βουλευτές, λειτουργοί στη δημόσια διοίκηση της χώρας τους, Δήμαρχοι ή Κυβερνήτες.

Χάρη στην ελληνομάθειά τους εργάζονται ως επίσημοι διερμηνείς των Εκκλησιών τους ή απασχολούνται στο μεταφραστικό και εκδοτικό τομέα μεταφράζοντας πρωτότυπα ελληνικά θεολογικά και λειτουργικά κείμενα και μελέτες στη μητρική τους γλώσσα προβάλλοντας παράλληλα την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό.

Τέλος, υπάρχουν κι αυτοί που επέλεξαν άλλη επιστημονική ή επαγγελματική κατεύθυνση σύμφωνα με τις προσωπικές τους αναζητήσεις, όπως Νομικές ή Φιλοσοφικές Σπουδές, Βυζαντινή Μουσική, Οικονομικές Επιστήμες ή Πληροφορική.

Η αναγνώριση του γενικότερου διαπολιτισμικού – διορθόδοξου έργου του σχολείου που μαρτυρεί την ακτινοβολία και την οικουμενικότητά του είναι εξίσου αξιοσημείωτη και προέρχεται από ποικίλες πλευρές: από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, από τους Ιεράρχες των ανά τον κόσμο Ορθόδοξων Εκκλησιών που απέστειλαν μαθητές, από την ακαδημαϊκή κοινότητα, από τον όμιλο των μαθητών και άλλες κοινότητες.

Αναγνώριση προέρχεται και από την κοινότητα των μαθητών, οι οποίοι είτε με τις προφορικές τους διηγήσεις για την εμπειρία τους στο σχολείο είτε με εισηγήσεις είτε με ευχαριστήριες επιστολές εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους, αναγνωρίζουν το ρόλο και το έργο του σχολείου και ευχαριστούν για τις παροχές και τη γενικότερη προσφορά του σχολείου και της Ι. Μητροπόλεως. Και άλλες κοινότητες, όπως ο Σύνδεσμος Φίλων Γκαγκαουζίας «Ο Άγιος Δημήτριος», αναφέρονται στη σπουδαία συμβολή του Εκκλησιαστικού Λυκείου του Κιλκίς, για το μορφωτικό έργο που προσέφερε το σχολείο σ’ αυτήν την ιδιαίτερη ομάδα των Γκαγκαούζων μαθη τών από τη Μολδαβία. Εξίσου επαινετικές είναι, τέλος, και οι αναφορές του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου του Κιλκίς,

που γνώρισε από κοντά το έργο του σχολείου.

Οι μαθητές είχαν την ευκαιρία και συνάμα την πολύτιμη δυνατότητα να οικειωθούν όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά και τον πολιτισμό και την Παράδοση της Εκκλησίας. Ωφέλεια για όλους υπήρξε η άρτια ελληνομάθεια που απέκτησαν και τους επέτρεψε να προσεγγίζουν λειτουργικά και θεολογικά κείμενα, αλλά και να εξοικειωθούν με το ορθόδοξο Τυπικό. Η ελληνομάθειά τους αυτή αποδείχτηκε ιδιαίτερα σημαντική και για τον τόπο της διαμονής τους και για το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Από την άλλη πλευρά, δόθηκε και στους Έλληνες μαθητές και στους καθηγητές τους η δυνατότητα να γνωρίσουν την οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας αφού στο πλαίσιο του σχολείου γνώρισαν, συναναστράφηκαν, επικοινώνησαν, οικοδόμησαν φιλικούς δεσμούς με τους απανταχού της γης Ορθοδόξους.

Αυτή η πανσπερμία των εθνών και η πολυπολιτισμική συνύπαρξη από πολύ νωρίς προσέδωσε στο Εκκλησιαστικό Λύκειο του Κιλκίς τη διορθόδοξη – διαπολιτισμική ταυτότητά του. Σήμερα οι απόφοιτοί του με ευγνωμοσύνη μνημονεύουν τον οραματιστή Μητροπολίτη και τα έργα του.

Το σχολείο υπηρέτησε σκοπούς εθνικούς με την ενίσχυση της μεθοριακής γραμμής, ιεραποστολικούς με την κατάρτιση κληρικών επιφορτισμένων με ιεραποστολικό έργο (Εκκλησίες Λατινικής Αμερικής, Αφρικής κ.λπ.), που διεσπάρησαν στον κόσμο για να διακονήσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, μορφωτικούς-επιμορφωτικούς για ένα μεγάλο ποσοστό των κληρικών της μητροπολιτικής Επαρχίας και των όμορων Μητροπόλεων, διαπολιτισμικούς-διορθόδοξους, ως χώρος φοίτησης, επικοινωνίας και φιλίας ανάμεσα σε ομόδοξους νέους από όλη την οικουμένη.

Από το βιβλίο της Θωμαΐδος Α. Χουβαρδά Δρ Θ, «Το Εκκλησιαστικό Λύκειο Κιλκίς (1995-2010). Μία διαπολιτισμική πρωτοβουλία με οικουμενικές διαστάσεις». Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, Θεσσαλονίκη 2019.

Ετικέτες: