Με το εν γένει Δίκαιο που διέπει τη μετά θάνατον διάθεση του ανθρωπίνου λειψάνου, λαμβανομένων υπόψη των πολύπλοκων, αλλά και ευαίσθητων ζητημάτων που συνδέονται με τα θέματα της ταφής και αποτέφρωσης, κυκλοφορήθηκε προσφάτως από τις ευφήμως γνωστές εκδόσεις Σάκκουλα το υπό τον τίτλο «Το Δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης» βιβλίο, με συγγραφείς τους κ.κ. Γεώργιο Ι. Ανδρουτσόπουλο, επίκουρο καθηγητή Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και Βασίλειο Κ. Μάρκο, δικηγόρο, Δρ. Νομικής.

Πρόκειται για μια μελέτη η οποία έχει συμπεριληφθεί στην επιστημονική σειρά «Νομοκανονικά Παράφυλλα» (των εκδόσεων Σάκκουλα), η οποία σειρά ιδρύθηκε και διευθύνεται υπό του ομοτίμου καθηγητού Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, του διευθύνοντος ήδη, από μακρού χρόνου, τη σειρά «Μελετών» της «Βιβλιοθήκης Εκκλησιαστικού Δικαίου» (από το 1999) και την Επιθεώρηση Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά» (από το 2002), του ιδίου εκδοτικού οίκου, η οποία αποτελεί και το επίσημο όργανο της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου, εμπνευστής και ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο ίδιος.

Σκοπός του παρόντος έργου είναι να παρουσιάσει συστηματικά το δίκαιο της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών, ενόψει των πολυάριθμων νομοθετικών ρυθμίσεων των τελευταίων ετών καθώς και  της (μετά από χρόνια δισταγμών και καθυστερήσεων) θέσεως σε λειτουργία (τον Σεπτέμβριο του 2019) του πρώτου ιδιωτικού αποτεφρωτηρίου στη Ριτσώνα Ν. Ευβοίας. Η έλλειψη στην ελληνική βιβλιογραφία μιας συστηματικής, συγκριτικής παρουσίασης του Δικαίου της ταφής και της αποτέφρωσης των νεκρών έδωσε στους συγγραφείς το έναυσμα να ασχοληθούν με την οργανωμένη και συστηματική παρουσίαση των πολυάριθμων διατάξεων και νομοθετικών παρεμβάσεων, φιλοδοξώντας το έργο τους αυτό ν΄ αποτελέσει αφενός μεν, ένα χρήσιμο βοήθημα τόσο για τους νομικούς της πράξης, όσο και για τους θεολόγους, αλλά και για ερευνητές από τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών οι οποίοι εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας / θρησκευτικών κοινοτήτων, αφετέρου δε και μια αφετηρία για περαιτέρω έρευνα και προβληματισμό.

Στην Ελλάδα το ζήτημα της αποτέφρωσης των νεκρών, εμφανίστηκε πρώτη φορά στο δημόσιο λόγο το 1960, μετά το θάνατο του διεθνούς φήμης και αναγνώρισης μουσικού Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος, παρά τις ορθόδοξες καταβολές του, υπήρξε «αιρετικός» ως προς το θέμα της ταφής του, όταν εκφράζοντας την ύστατη επιθυμία του είχε ζητήσει: «(…)  η σορός μου να μη εκτεθή εις κοινή θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον (…)”. Παρά τις ενστάσεις του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Β΄ (Παναγιωτοπούλου), πολλοί διακεκριμένοι θεολόγοι, ακαδημαϊκοί αλλά και ιεράρχες της εποχής διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη στάση της Εκκλησία εκφράζοντας  την άποψη πως ότι το θέμα της επιλογής της ταφής ή της αποτέφρωσης δεν είναι δογματικό θέμα αλλά θέμα παράδοσης και, ως εκ τούτου, η Εκκλησία δεν θα πρέπει να απορρίπτει από το σώμα της τους πιστούς, που επιλέγουν την αποτέφρωση για λόγους συνείδησης. Τελικά, η  αποτέφρωση του Δ. Μητρόπουλου έγινε στο Λουγκάνο της Ελβετίας, η λήκυθος με την τέφρα του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και παρέμεινε σε αίθουσα του Ωδείου Αθηνών και αργότερα στο Α’  Νεκροταφείο Αθηνών, όπου με κατ΄ οικονομίαν απόφαση της Ι. Συνόδου δόθηκε άδεια σε ιερέα προκειμένου να τελεσθεί Τρισάγιο επί της ληκύθου που περιείχε την τέφρα του Δ. Μητρόπουλου.  

Αργότερα, το 1977, ο θάνατος της μεγάλης Ελληνίδας σοπράνο Μαρίας Κάλλας επανάφερε το θέμα στο δημόσιο προβληματισμό, αναδεικνύοντας την επιθυμία πολλών ανθρώπων που αποτεφρώθηκαν στο εξωτερικό να επιστραφεί η τέφρα τους στην πατρίδα. Η κηδεία της Μαρίας Κάλλας έγινε στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στο Παρίσι και η τέφρα της σκορπίστηκε στο Σαρωνικό κόλπο του Αιγαίου, δύο χρόνια αργότερα με επίσημη τελετή, όπως η ίδια επιθυμούσε. Το ζήτημα της αποτέφρωσης βρέθηκε μετ΄ επιτάσεως στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου στην Ελλάδα και το 1987, όταν ο τότε Δήμαρχος Αθηναίων, ο αείμνηστος Μιλτιάδης Έβερτ, υπό το βάρος των δραματικών συνθηκών που είχε δημιουργήσει ο καύσωνας εκείνου του θέρους, απέστειλε σχετική επιστολή στην Ιερά Σύνοδο, η οποία απέρριψε κάθε σκέψη για αποτέφρωση νεκρών που είχαν ξεπεράσει τους 1.300 με την πλειοψηφία (1.100 νεκροί) αυτών στην Αθήνα. Πάγια παρέμεινε – και συννεχίζει να παραμένει – η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία – υιοθετώντας και τηρώντας σχετική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του 1937 – «απορρίπτει την καύσιν των νεκρών ως θεσμόν απάδοντα προς την παράδοσιν Αυτής», θέση που απορρέει από τον σεβασμό προς το ανθρώπινο πρόσωπο και κατ΄ επέκταση στο σώμα του ανθρώπου, το οποίο αποτελεί «ναόν και κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορ. 6, 19). Μάλιστα, μετά και από τη νομοθετική καθιέρωση της αποτέφρωσης των νεκρών, το έτος 2006, η Εκκλησία της Ελλάδος (επί ημερών του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών κυρού Χριστοδούλου) τοποθετήθηκε εκ νέου ευθέως κατά της επιλογής αυτής ως προς τα μέλη της, επαναλαμβάνοντας ότι: «Για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς η Εκκλησία γνωρίζει και συνιστά ως μοναδικό τρόπο αποσυνθέσεως του νεκρού σώματος την ταφή σύμφωνα με την Αγία Διδασκαλία Της και την απ΄ αιώνων Παράδοσή Της», διευκρινίζοντας για ακόμη μια φορά ότι δεν έχει αντίρρηση για την καύση των νεκρών για ετεροδόξους και ετεροθρήσκους, αποφάσεις που επανελήφθησαν και εν έτει 2010 (επί αρχιεπισκοπείας του νυν Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου Β΄).

Το υπό τον τίτλο «Ταφή και κοιμητήρια» Α΄ Μέρος του βιβλίου, αποτελείται από δύο κεφάλαια. Στο 1ο εξ αυτών εξετάζεται η εκκλησιαστική κήδευση, η οποία περιγράφεται σε αντιδιαστολή με την «πολιτική» κηδεία, όπου επισημαίνεται το αδόκιμο του όρου, καθώς, ακριβώς ειπείν, αποτελεί μια θρησκευτικά αποχρωματισμένη τελετή για τον αποχαιρετισμό του νεκρού. Επίσης,  προσεγγίζεται το ζήτημα του ενταφιασμού και της αποτέφρωσης, ως δύο όψεων της εξαφάνισης του λειψάνου. Στο 2ο κεφάλαιο γίνεται ειδική αναφορά στα κοιμητήρια «ως τόπους ενταφιασμού» και συγκεκριμένα περιγράφεται το νομοθετικό καθεστώς διοίκησης και λειτουργίας τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και η αρμοδιότητα των Δήμων και Κοινοτήτων, η ίδρυση και κατάργησή τους, η λειτουργία των «εκκλησιαστικών» κοιμητηρίων, η αφή των κανδυλίων και οι διακρίσεις ως προς την ταφή. Ιδιαίτερες ενότητες αφιερώνονται στους «Οικογενειακούς τάφους» και στην προστασία που επιφυλάσσει η ελληνική έννομη τάξη απέναντι στις προσβολές νεκρού και τάφου.

Το Β’ μέρος που τιτλοφορείται «Η αποτέφρωση των νεκρών» αναπτύσσεται, επίσης, σε δύο επί μέρους κεφάλαια. Το 1ο κεφάλαιο ασχολείται με τις προϋποθέσεις, τους χώρους και τη διαδικασία της αποτέφρωσης και το 2o με το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού ή/και αποτέφρωσης και του τύπου της κηδείας, ήτοι εκκλησιαστικής ή λεγομένης «πολιτικής», όπως αυτό ρυθμίζεται με τον τροποποιητικό Ν. 4555/2018 (αρθ. 48). Το ειδικό ζήτημα της επιλογής του τόπου ενταφιασμού – το οποίο διεξοδικώς αναλύουν οι συγγραφείς – απασχόλησε τις προηγούμενες ημέρες την επικαιρότητα μ΄ αφορμή τη διένεξη που υπήρξε μεταξύ συγγενών και συνεργατών του αποβιώσαντος μεγάλου Έλληνα μουσικοσυνθέτη Μίκη (Μιχαήλ) Θεοδωράκη, για τον τόπο ενταφιασμού του. Το δικαστήριο  (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), ως ανεμένετο, έκρινε και απεφάσισε ότι, βάσει της κειμένης νομοθεσίας (αρθ. 48 του Ν. 4555/2018 σε συνδυασμό με το αρθ. 15 του Ν. 4368/2016) θα πρέπει να γίνει σεβαστή και να τηρηθεί η τελευταία επιθυμία του θανόντος – όπως την είχε εκφράσει με συμβολαιογραφική πράξη τον Ιανουάριο του 2020 – για την κηδεία και την ταφή του στον Γαλατά Χανιών (κι όχι στο Βραχάτι Κορινθίας, όπως επιθυμούσε μερίδα συγγενών του), δίνοντας έτσι ένα τέλος στη ενδοοικογενειακή (που κατέληξε σε δικαστική) διαμάχη των τελευταίων ημερών.

*  Το έργο επιστεγάζει ένα χρηστικό Παράρτημα, στο οποίο παρατίθεται επικαιροποιημένη και αποκαθαρμένη η βασική νομοθεσία, που διέπει την ταφή και την αποτέφρωση, όπου έχουν ενσωματωθεί και αναδειχθεί με τον αναγκαίο υπομνηματισμό οι πολλές κατά καιρούς τροποποιήσεις της, ως μία οιονεί κωδικοποίηση.

Δρ Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος

Ο Δρ. Χαράλαμπος Ἀνδρεόπουλος είναι Θεολόγος καθηγητής, Συντονιστής Ἐκπαιδευτικοῦ Ἔργου κλ. ΠΕ01 Περιφερειακό Κέντρο Ἐκπαιδευτικοῦ Σχεδιασμοῦ (ΠE.K.E.Σ.) Στερεᾶς Ἑλλάδος (ἕδρα Λαμία)