Κάπου σε ένα γήπεδο, μεσούσης μιας κρίσιμης αθλητικής διοργάνωσης, ας πούμε ένα παιχνίδι μπάσκετ, ο προπονητής μαζεύει τους παίκτες του, δίνει οδηγίες και εξηγεί το σύστημα το οποίο θα παίξουν. Ένας από αυτούς, προβεβλημένος, με πολλούς οπαδούς, και τεράστιο  fun club, ακούει τον προπονητή, όμως μέσα του σκέφτεται άλλα. «Δεν ξέρω τι λέει ο προπονητής, αλλά εγώ με την εμπειρία μου, πιστεύω πως το σύστημα αυτό είναι λάθος. Σιγά μην τον ακούσω…. Εγώ θα παίξω όπως ξέρω για να ικανοποιηθούν οι οπαδοί μου κι ας τον αυτόν να κάνει σχέδια».  

Σε μια κρίσιμη μάχη, κάπου αλλού, ένας στρατηγός μαζεύει τους επιτελείς του. Bάζουν κάτω τα δεδομένα κι αποφασίζουν τη στρατηγική που θα ακολουθήσουν στη μάχη. Ένας συνταγματάρχης όμως έχει διαφορετική προσέγγιση. Εξηγεί στους υπόλοιπους την διαφωνία του αλλά τελικά η απόφαση που λαμβάνεται είναι διαφορετική από αυτήν που θα ήθελε. Γυρίζουν όλοι στις μονάδες τους, εξηγούν την απόφαση στους δικούς τους επιτελείς και ξεκινούν για την μάχη. Ο συνταγματάρχης όμως παρά το γεγονός πως μειοψήφησε, μαζεύει το σύνταγμά του και τους λέει πως «Ακούστε να δείτε, αυτοί εκεί πήραν μια λάθος απόφαση και είμαι βέβαιος πως θα ηττηθούν. Εμείς δεν θα τους ακολουθήσουμε σε αυτόν τον λάθος δρόμο… θα τα κάνουμε αλλιώς, όπως είναι το σωστό». Αποτέλεσμα; Πάει όλος ο στρατός να πολεμήσει όπως ήταν αποφασισμένο, εκτός από το σύνταγμα του «φωτισμένου» συνταγματάρχη που ακολουθεί το δικό του σχέδιο.  

Σ’ ένα κυβερνητικό μέγαρο κάπου αλλού στον κόσμο, το υπουργικό συμβούλιο συνεδριάζει για να αποφασίσει πως θα αντιμετωπίσει ένα φλέγον ζήτημα. Πολλές ιδέες ακούγονται, πολλές παράμετροι συζητούνται και όπως γίνεται συνήθως η πλειοψηφία καταλήγει σε μια απόφαση. Γυρίζουν λοιπόν όλοι οι υπουργοί στα γραφεία τους κι αρχίζουν να υλοποιούν, ο καθένας στον δικό του τομέα, τις αποφάσεις του υπουργικού συμβουλίου, στο οποίο οι ίδιοι συμμετείχαν.

Ένας εξ αυτών επιστρέφει στο γραφείο του, ανοίγει τον χαρτοφύλακα του βγάζει από αυτόν δυο φακέλους, έναν με την απόφαση του συμβουλίου κι έναν με την πρόταση που ο ίδιος είχε καταθέσει αλλά δεν εγκρίθηκε. «Αυτοί εκεί δεν ξέρουν τι τους γίνεται» σκέφτεται για τον πρωθυπουργό και τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου που δεν υιοθέτησαν τις προτάσεις του. «Η συνείδηση μου δεν μου επιτρέπει να αφήσω να συμβεί στη χώρα μου τέτοιο κακό» μονολογεί. Χωρίς δεύτερη σκέψη πετάει την απόφαση του υπουργικού συμβουλίου καλεί τους υφισταμένους τους, υφυπουργούς, γραμματείς, διευθυντές κτλ και τους δίνει σαφείς εντολές για την υλοποίηση του δικού του σχεδίου.

Τέλος, σε ένα σχολείο, ένας καθηγητής, ιστορίας ας πούμε, αποφασίζει να αποκαλύψει στους μαθητές του την «αλήθεια» που δεν υπάρχει στα βιβλία. «Ξέρω οτι στο βιβλίο σας γράφει πως ο ήλιος ανατέλλει από την ανατολή, αλλά αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα. Εγώ θα σας πω την αλήθεια» υπόσχεται στους μαθητές του, κι αρχίζει να περιγράφει με συνταρακτικές λεπτομέρειες βήμα προς βήμα την θεωρία του.

Άραγε υπάρχει έστω κι ένας λογικός άνθρωπος, που θα δεχόταν τις παραπάνω συμπεριφορές; Υπάρχει έστω και μια σοβαρή κοινωνία, που θα επέτρεπε στους παραπάνω αντικοινωνικούς χαρακτήρες, να λειτουργούν όπως εκείνοι πιστεύουν, κόντρα σε όλους τους υπόλοιπους;

Ρητορικά τα ερωτήματα αλλά η απάντηση νομίζω πως προκύπτει αβίαστα.

Είτε λοιπόν πρόκειται για επηρμένους τύπους σαν αυτόν του πρώτου παραδείγματος, είτε για ιδεαλιστές όπως αυτοί του δεύτερου και του τρίτου, είτε ακόμη και για αλαφροΐσκιωτους σαν τον καθηγητή του τέταρτου παραδείγματος, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο… ζημιά.

Ανάλογα δε με το διακύβευμα, η ζημιά μπορεί να είναι ακόμη και μη αναστρέψιμη, καταστροφική. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο σε όλες τις μορφές οργάνωσης, είτε πρόκειται για μια αθλητική ομάδα, είτε για ένα στράτευμα, μια κυβέρνηση ή και ένα επαρχιακό σχολείο ακόμη, υπάρχουν κανόνες. Ανάλογα δε με την αρχαιότητα ή την έκταση και την ευαισθησία ενός θεσμού, αυτοί οι κανόνες μπορεί να γίνουν και πιο σκληροί.

Ο υπερφίαλος αθλητής μας για παράδειγμα  θα απολυόταν. Ο συνταγματάρχης που επέλεξε να πάει το σύνταγμα του κόντρα στις διαταγές, δεν θα ξεμπέρδευε με μια απλή απόλυση…

Αν όλα αυτά τα παραδείγματα τα φέρουμε στην σύγχρονη εκκλησιαστική πραγματικότητα, θα διαπιστώσουμε πως θα βρούμε με περισσή ευκολία πληθώρα περιπτώσεων που να ταυτίζονται με αυτά. Θα βρούμε και «αθλητές», και «συνταγματάρχες» και «υπουργούς» και «καθηγητές»  που για τους δικούς του λόγους ο καθένας αποφασίζει να ακολουθήσει την δική του οδό.

Όμως αυτό δεν είναι κάτι νέο στην Εκκλησία. Από τα πρώτα χρόνια της αντιμετωπίζει τέτοιες περιπτώσεις κι όπως μας δείχνει η ιστορία της, χωρίς καμία ιδιαίτερη ευκαμψία. Μάλιστα οι αποφάσεις ήταν απόλυτες, δυναμικές και δεν υπολόγιζαν ούτε τον αριθμό των ακολούθων, ούτε τη «γκρίνια» που θα εισέπρατταν οι ιεράρχες για τις αποφάσεις τους.

Όταν για παράδειγμα ο Άρειος έλεγε τα δικά του, δεν ήταν ένας απλός παπάς σε μια ενορία κάπου στο πουθενά. Ήταν μια μορφή της εποχής με χιλιάδες ακολούθους σε όλον σχεδόν τον χριστιανικό κόσμο. Τότε λοιπόν η Εκκλησία δεν είπε «τι θα κάνουμε τώρα, οι οπαδοί του θα μας κυνηγήσουν», ούτε «άστον να λέει, θα ξεχαστεί» αλλά με μια απόλυτη απόφαση απέκοψε τον Άρειο από το Σώμα της.

Το ίδιο έκαναν και η Β’ Οικουμενική Σύνοδος με τον Μακεδόνιο, και η Γ’ με τον Νεστόριο κοκ.

Αν λοιπόν καταφέραμε να φτάσουμε σήμερα, είκοσι αιώνες μετά την Πεντηκοστή, να μπορούμε να ακούμε στις εκκλησίες όλου του πλανήτη, τα ίδια λόγια, να ακούμε τους ίδιους ψαλμούς, να έχουμε κληρικούς που αν τους βάλεις στη σειρά η άκρη της θα καταλήξει στην εποχή των Αποστόλων, δεν είναι επειδή η Εκκλησία έλεγε «άστους θα βαρεθούν και θα σταματήσουν» ούτε επειδή έκανε πως δεν τους βλέπει, αλλά επειδή ακριβώς φρόντιζε κάθε φορά που ένα μέλος της απειλούσε το Σώμα, να το αποβάλλει. Απλά, αποφασιστικά και χωρίς αστερίσκους.

Σκεφτείτε δε, πως αυτή η ομοιομορφία, σε όλα τα επίπεδα, συντηρήθηκε σε εποχές που η επικοινωνία ήταν κάτι αδιανόητο. Ξεκινούσε ένα γράμμα από την Αλεξάνδρεια για την Κωνσταντινούπολη και μέχρι να πάει εκεί και να απαντηθεί, δεν γνώριζαν αν οι αποδέκτες θα ήταν ακόμη ζωντανοί.

Σήμερα πάλι, στην εποχή του instant, που όλα είναι γνωστά στον κόσμο την στιγμή που συμβαίνουν και δεν υπάρχει το παραμικρό εμπόδιο, η Εκκλησία αντιμετωπίζει προβλήματα που έχουν λυθεί από τις αρχές της πρώτης χιλιετίας.

Βγαίνει επίσκοπος από συνεδρίαση της Ιεραρχίας στην οποία μειοψήφησε και με περισσή ευκολία ανακοινώνει πάνω κάτω πως «δεν ξέρω τι αποφάσισαν αυτοί εκεί μέσα, εμένα η συνείδηση μου, άλλα μου υπαγορεύει». Και δεν βρίσκεται ένας να του πει «Δέσποτα τι λες;».

Βγαίνει άλλος επίσκοπος και λέει «εντάξει τα βιβλία μας λένε για 7 Οικουμενικές Συνόδους αλλά εγώ τις μέτρησα 24». Επίσης κανείς δεν του λέει το παραμικρό.

Πάει ο άλλος κι αρχίζει να αναθεματίζει από ιερού βήματος όποιον θεωρεί πως του αλλοιώνει την πίστη. Και κανείς δεν του λέει τίποτα.

Άλλος στήνει ένα «θρησκευτικό θεματικό πάρκο». Κάνει θαύματα καθημερινά, που αν τα αθροίσεις ξεπερνούν κι εκείνα που περιγράφονται και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Τολμά κανείς να του μιλήσει; Προφανώς όχι… «δεν είδες τι κόσμος τον ακολουθεί; Που να μπλέξουμε τώρα!».

Κι επειδή σε όλα τα προβλήματα αρέσει να επεκτείνονται, τώρα έχουμε και ιερείς, που ακολουθώντας το παράδειγμα των αρχιερέων, με άνεση και ευκολία λένε στους πιστούς τους «δεν ξέρω τι λέει ο Δεσπότης αλλά εμένα η συνείδηση μου άλλα λέει κι αυτά θα κάνω, κι ας έρθει να με τιμωρήσει».

Και φθάνουμε στους πιστούς, πολλοί εκ των οποίων σήμερα επιδίδονται σε καθημερινό «κυνήγι θησαυρού» αναζητώντας, «φωτισμένους», «προορατικούς», «ζηλωτές» και κάθε λογής υπερβατικούς κληρικούς, από αυτούς που ως γνωστόν όταν λειτουργούν πετάνε στον αέρα 3-4 μέτρα, για να «αναπαυθούν» κάτω από το πετραχήλι τους….  «κι άσε τους άλλους να πάνε στην κόλαση».

Ζητήματα δηλαδή, που δεν αντιμετωπίζουν πλέον ούτε οι πλέον σύγχρονες προτεσταντικές οργανώσεις, λυμένα εδώ και  χίλια χρόνια και παραπάνω, ταλαιπωρούν την σύγχρονη εκκλησιαστική κοινότητα, που στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης αναζητά τον παπα-σαμάνο που θα βγάλει φλόγες από το λάδι του ευχελαίου.

Δυστυχώς το συμπέρασμα είναι πως, της Εκκλησίας ημών εμπιπραμένης ημείς ψάλλομεν.

Ειδικά την εποχή της πανδημίας, αυτή η παθογένεια αναδείχθηκε ακόμη περισσότερο. Η άνεση δηλαδή κληρικών κάθε βαθμίδος να αμφισβητούν ευθέως την πηγή της ύπαρξης τους θεωρώντας εαυτούς κάτι σαν σύγχρονους Μεσσίες ή για να μην γίνομαι υπερβολικός, ως θεματοφύλακες.

Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα και για την Εκκλησία να ασχοληθεί με τα δικά της «Εξάρχεια» για να επανέλθει, όσο είναι δυνατό, η τάξη και η ηρεμία;

Ο Ανδρέας Λουδάρος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Εργάζεται ως εκκλησιαστικός συντάκτης από το 1999