Από την Παλαιά Διαθήκη στην Καινή

Μιλτιάδης Κωνσταντίνου
Μιλτιάδης Κωνσταντίνου
Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Του ιδίου:

Η πρώτη μέρα του Αυγούστου είναι αφιερωμένη, σύμφωνα με το εορτολόγιο της Ορθόδοξης, αλλά και της Ρωμαιοκαθολικής, Εκκλησίας, στη μνήμη εννιά μαρτύρων της προχριστιανικής εποχής. Πρόκειται για επτά αδέλφια με τη μητέρα τους και έναν γέροντα νομοδιδάσκαλο που μαρτύρησαν κατά τον διωγμό που εξαπέλυσε εναντίον των Ιουδαίων ο βασιλιάς της Συρίας Αντίοχος Δ´ ο Επιφανής το 167 π.Χ. Σύμφωνα με το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας από την Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή, όλοι αυτοί μαρτύρησαν «οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν» (11:35). Η σημείωση αυτή παραπέμπει στα τελευταία λόγια του δεύτερου από τους νεαρούς μάρτυρες, ο οποίος: «ἐν ἐσχάτῃ δὲ πνοῇ γενόμενος εἶπε· Σὺ μὲν ἀλάστωρ ἐκ τοῦ παρόντος ἡμᾶς ζῆν ἀπολύεις, ὁ δὲ τοῦ κόσμου βασιλεὺς ἀποθανόντας ἡμᾶς ὑπὲρ τῶν αὐτοῦ νόμων εἰς αἰώνιον ἀναβίωσιν ζωῆς ἡμᾶς ἀναστήσει» (2Μα 7:9).

Αναλυτικά το μαρτύριο του γέροντα Ελεάζαρου και των επτά αδελφών και της μητέρας τους περιγράφονται στην ενότητα 6:18 – 7:41 του Β´ Μακκαβαίων. «Βιβλία των Μακκαβαίων» ονομάζονται τέσσερα έργα που αναφέρονται σε γεγονότα της ελληνιστικής περιόδου. Το όνομα “Μακκαβαίος” δόθηκε ως παρωνύμιο στον Ιούδα, ηγέτη της ιουδαϊκής επανάστασης του 166 π.Χ. εναντίον του ηγεμόνα του βασιλείου των Σελευκιδών Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς (175-164 π.Χ.). Το επίθετο είτε προέρχεται από την εβραϊκή λέξη “μακκέβεθ” (= σφυρί), οπότε μπορεί να σημαίνει αυτόν που σφυροκόπησε τους εχθρούς του ή μπορεί να προέρχεται από κάποιο ειρωνικό παρωνύμιο που είχε σχέση με το κάπως ιδιόμορφο σχήμα του κεφαλιού του. Το ίδιο επίθετο χαρακτηρίζει στη συνέχεια και τους διαδόχους του Ιούδα, παράλληλα με το οικογενειακό τους όνομα, Ασμοναίοι.

Η εκτίμηση των βιβλίων αυτών και του περιεχομένου τους τόσο από την ιουδαϊκή όσο και από τις διάφορες χριστιανικές παραδόσεις ποικίλει σημαντικά. Συγκεκριμένα, κανένα από τα βιβλία δεν συμπεριλαμβάνεται στην Εβραϊκή Βίβλο ούτε στη Βίβλο των διάφορων προτεσταντικών παραδόσεων, οι οποίες χαρακτηρίζουν τα δύο πρώτα ως “απόκρυφα” και τα δύο επόμενα ως “ψευδεπίγραφα”. Η ρωμαιοκαθολική παράδοση αναγνωρίζει τα δύο πρώτα βιβλία ως “δευτεροκανονικά”, ενώ χαρακτηρίζει τα δύο επόμενα ως “απόκρυφα”. Τέλος, η ορθόδοξη παράδοση αναγνωρίζει τα τρία πρώτα ως “κανονικά” και χαρακτηρίζει το τέταρτο ως “απόκρυφο”, αλλά αυτό συνεκδίδεται στις ορθόδοξες εκδόσεις της Βίβλου με τα κανονικά βιβλία σε παράρτημα.

Το Α΄ Μακκαβαίων γράφτηκε πρωτοτύπως στα εβραϊκά, αλλά το κείμενο αυτό χάθηκε και σώζεται μόνο στα ελληνικά, και κατατάσσεται στην ελληνική Μετάφραση των Εβδομήκοντα στα “Ιστορικά Βιβλία” της Παλαιάς Διαθήκης. Το Β΄ Μακκαβαίων δεν αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου ομώνυμου βιβλίου, αλλά ανεξάρτητο έργο, που αναφέρεται σε γεγονότα της ίδιας με το Α΄ Μακκαβαίων περιόδου. Γράφτηκε πρωτοτύπως στα ελληνικά ως επιτομή ενός πεντάτομου έργου κάποιου Ιάσονα Κυρηναίου και κατατάσσεται στην ελληνική Μετάφραση των Εβδομήκοντα επίσης στα “Ιστορικά Βιβλία” της Παλαιάς Διαθήκης.

Το περιεχόμενο των βιβλίων αυτών αναφέρεται στην επανάσταση που προκάλεσε η θρησκευτική πολιτική του Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς και στους αγώνες που ακολούθησαν. Η αφήγηση του πρώτου καλύπτει περίοδο 40 ετών (175-135 π.Χ.), που αρχίζει με την ανάρρηση του Αντιόχου στον θρόνο, τα μέτρα που πήρε εναντίον των Ιουδαίων, προκειμένου να επιτύχει τον βίαιο εξελληνισμό τους, και την εξέγερση του ιερέα Ματταθία. Ακολουθεί η περιγραφή της δράσης των τριών διαδοχικά ηγετών της επανάστασης, Ιούδα Μακκαβαίου (166-161 π.Χ.), Ιωνάθαν (161-143 π.Χ.) και Σίμωνα (142-135 π.Χ.). Ο συγγραφέας επιχειρεί να δώσει ένα πλήρες χρονικό της μακκαβαϊκής εξέγερσης και ταυτόχρονα να εξυμνήσει τους αγώνες των Ασμοναίων υπέρ της πατρικής πίστης, των ιουδαϊκών εθίμων, αλλά και της πολιτικής ελευθερίας. Στη δράση των ηρώων του διαβλέπει την προσπάθεια αποκατάστασης του θεοκρατικού ιδεώδους. Η αφήγηση του δεύτερου βιβλίου καλύπτει περίοδο 15 ετών, αρχίζει με το τέλος της βασιλείας του Σελεύκου Δ΄ του Φιλοπάτορα (187-175 π.Χ.) και ολοκληρώνεται με την τελευταία νίκη του Ιούδα Μακκαβαίου, λίγο πριν από τον θάνατό του (161 π.Χ.). Μέσα από την ιστορική αφήγηση ο συγγραφέας επιχειρεί να τονίσει τη θρησκευτική πλευρά της μακκαβαϊκής εξέγερσης και να δώσει τη θεολογική ερμηνεία των γεγονότων. Το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στον Ναό, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην πιστότητα στον Νόμο και προβάλλεται η ιδέα του μαρτυρίου υπέρ της πίστης, ενώ ταυτόχρονα διακηρύσσεται η πίστη στην ανάσταση των νεκρών.

Τα δύο επόμενα βιβλία διαφέρουν ριζικά από τα προηγούμενα. Το Γ΄ Μακκαβαίων, που γράφτηκε πρωτοτύπως στα ελληνικά, αναφέρεται σε εντελώς διαφορετικά με τα προηγούμενα βιβλία γεγονότα, τα οποία διαδραματίζονται στην Αίγυπτο και σε παλιότερη από τη μακκαβαϊκή εξέγερση εποχή. Πιθανότατα ο τίτλος του οφείλεται στον παραλληλισμό των διωγμών που αντιμετώπιζαν οι Ιουδαίοι της Αιγύπτου επί Πτολεμαίου Δ΄ του Φιλοπάτορα (221-205 π.Χ.) προς εκείνους των συμπατριωτών τους της Παλαιστίνης. Το Δ´ Μακκαβαίων, τέλος, είναι μια φιλοσοφικού χαρακτήρα πραγματεία, που έχει ως θέμα την κυριαρχία του «ευσεβούς λογισμού» πάνω στα ανθρώπινα πάθη. Η πραγματεία σώζεται σε ορισμένα αρχαία χειρόγραφα του Ο΄ (S και Α), και πιθανολογείται ότι γράφτηκε στην Αλεξάνδρεια από κάποιον ελληνιστή Ιουδαίο στα ελληνικά μεταξύ α΄ π.Χ. και α΄ μ.Χ. αιώνα (αλλά πριν από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ.). Ο τίτλος της οφείλεται στη διαπίστωση ότι ο συγγραφέας της, ο οποίος εμφανίζεται γνώστης τόσο της βιβλικής παράδοσης όσο και της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης, εμπνέεται από το μαρτύριο του νομοδιδάσκαλου Ελεάζαρου και της ανώνυμης μητέρας (η ορθόδοξη παράδοση της αποδίδει το όνομα Σολομονή)[1] με τα επτά παιδιά της, που περιγράφεται στο 2Μα 6:18 – 7:41.

Ανάλογη ποικιλομορφία με εκείνη της αποδοχής των βιβλίων από τους κανόνες των διάφορων παραδόσεων χαρακτηρίζει και την αποδοχή του περιεχομένου τους. Συγκεκριμένα, ο ιουδαϊσμός, αν και απορρίπτει τα βιβλία των Μακκαβαίων από τον κανόνα της Βίβλου του, αποδέχεται τα αναφερόμενα σ᾽ αυτά γεγονότα και, μάλιστα, σε ανάμνηση των γεγονότων που περιγράφονται στο 1Μα 4:36-61 έχει θεσπίσει τη Γιορτή των Εγκαινίων του Ναού (εβρ Χανουκά) που γιορτάζεται επί 8 μέρες κατά τον Δεκέμβριο[2]. Έτσι, ο ιουδαϊσμός πανηγυρίζει μια γιορτή που δεν αναφέρεται στη Βίβλο του, γίνεται όμως μνεία σ᾽ αυτήν στη χριστιανική Βίβλο. Σύμφωνα με το Ιωα 10:22-23, σε κάποια από τις επισκέψεις του Ιησού στην Ιερουσαλήμ «έγένετο δὲ τὰ ἐγκαίνια ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύμοις, καὶ χειμὼν ἦν καὶ περιεπάτει ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ ἐν τῇ στοᾷ τοῦ Σολομῶντος». Στους αιώνες που ακολούθησαν μετά την ιουδαϊκή επανάσταση και την ολοκληρωτική καταστροφή του Ναού της Ιερουσαλήμ η Χανουκά σχεδόν έχασε τη σημασία της και κατέστη μια περιθωριακή γιορτή. Τα τελευταία χρόνια όμως σε χώρες του δυτικού κόσμου με σημαντικές εβραϊκές κοινότητες η Χανουκά ανέκτησε σταδιακά την αρχαία της λαμπρότητα, καθώς αποτέλεσε γι᾽ αυτές το αντίβαρο στη λάμψη των εμπορευματοποιημένων Χριστουγέννων. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε πολλές Συναγωγές των Η.Π.Α. στη δεξίωση που συνοδεύει τον εορτασμό προσφέρεται στους πιστούς Coca Cola, στις φιάλες της οποίας κατά την περίοδο αυτή υπάρχει αποτυπωμένη η φιγούρα του Santa Claus.

Το ενδιαφέρον της χριστιανικής Εκκλησίας δεν επικεντρώνεται, βέβαια, στις σχετικές με τις πολεμικές επιχειρήσεις των Μακκαβαίων αφηγήσεις, αλλά στους υπέρ της πατρώας πίστης αγώνες των πιστών στον Θεό ανθρώπων, τους οποίους θεωρεί ως πρότυπα των δικών της αγώνων κατά την περίοδο των μεγάλων διωγμών. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στην εισαγωγή του εγκωμιαστικού προς τους Μακκαβαίους λόγου του, επιχειρώντας να εξηγήσει θεολογικά το θάρρος και την καρτερία των πριν από τη σάρκωση του Λόγου μαρτύρων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι με κάποιον μυστικό τρόπο όσοι πριν από την παρουσία του Χριστού έφτασαν στην τελειότητα, βοηθήθηκαν σ᾽ αυτό από την πίστη στον Χριστό, καθώς ο Λόγος «ἐγνωρίσθη δὲ καὶ πρότερον τοῖς καθαροῖς τὴν διάνοιαν»[3].

Με βάση τα παραπάνω δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόταν κανείς ότι ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του χριστιανισμού που τον διαφοροποιούν από όλες τις θρησκείες του κόσμου είναι ότι η πίστη του προκύπτει από την επανερμηνεία μιας συλλογής κειμένων, των Γραφών, την οποία ο ιουδαϊσμός αναγνωρίζει επίσης ως την ιερή Βίβλο του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα επανερμηνείας των παλιών Γραφών του ιουδαϊσμού αποτελεί η νέα κατανόηση από την Εκκλησία μιας εξαγγελίας που περιέχεται στο βιβλίο του Δευτερονομίου. Στην ενότητα Δευτερονόμιον 16:18 – 18:22, που προέρχεται από την περίοδο της αιχμαλωσίας και εκφράζει τις ελπίδες των φτωχών Ιουδαίων που εγκαταλείφθηκαν από τους κατακτητές Βαβυλώνιους στην Παλαιστίνη για αυτοοργάνωση και ανασύσταση των θεσμών, επιχειρείται για πρώτη φορά η συστηματοποίηση του ρόλου των δικαστών, των βασιλιάδων, των ιερέων και των προφητών μέσα στην μελλοντική ισραηλιτική κοινωνία, με τον ακριβή καθορισμό των καθηκόντων τους και των υποχρεώσεών τους. Στη σχετική με τους προφήτες ενότητα (18:9-22) ο Μωυσής υπόσχεται ότι ο Κύριος «θα αναδείξει έναν προφήτη από σας, μέσα από τον λαό σας, σαν εμένα»[4] (18:15. πρβλ. 18:18). Σύμφωνα με το χωρίο αυτό ο Θεός εμφανίζεται να εισηγείται παράλληλα με τους άλλους θεσμούς και το θεσμό των προφητών ως διαδόχων του Μωυσή. Παρ’ όλα αυτά, κανείς από τους γνωστούς προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης δεν εμφανίζεται ως διάδοχος του Μωυσή. Έτσι, η υποτιθέμενη προφητική διαδοχή που αρχίζει με τον Μωυσή παραμένει ένα θεωρητικό κατασκεύασμα που αποσκοπεί στο να συστηματοποιήσει τον ρόλο των προφητών. Η θεσμοθέτηση όμως της προφητείας σηματοδοτεί ταυτόχρονα και το τέλος της. Η ζωντανή παρουσία του Θεού δια των προφητών μέσα στον λαό του θα δώσει τη θέση της σε έναν θεσμό, ο οποίος θα επιχειρήσει μέσα από ένα πολύπλοκο σύστημα νομικών διατάξεων να ρυθμίσει και να ελέγξει μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια τις σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό. Έτσι, όταν αργότερα ο τέταρτος ευαγγελιστής θα τονίσει με ιδιαίτερη έμφαση τον παραλληλισμό Ιησού και Μωυσή και ο απόστολος Πέτρος (Πρα 3:22-26), όπως και ο διάκονος Στέφανος (Πρα 7:37), θα ταυτίσουν στους λόγους τους τον Ιησού με τον αναμενόμενο προφήτη, κλονίζουν στην πραγματικότητα το βασικότερο θεμέλιο πάνω στο οποίο στηρίζεται ο ιουδαϊσμός.

Στη συνέχεια η πλήρης υποβάθμιση του ιουδαϊκού ιερατείου μετά την καταστροφή του ναού της Ιερουσαλήμ και από την άλλη μεριά ο τονισμός της σημασίας των Γραφών για τη θρησκευτική ζωή, εξηγούν εύκολα το γιατί οι Ιουδαίοι σοφοί δείχνουν να αδιαφορούν για την εναγώνια προσπάθεια του συγγραφέα της Προς Εβραίους Επιστολής να αποδείξει ότι η ιεροσύνη του Μελχισεδέκ, και επομένως και του Χριστού, είναι ανώτερη από εκείνη του Ααρών, ενώ δεν κάνουν το ίδιο όταν η χριστιανική Εκκλησία, αυτοπροσδιοριζόμενη ως “νέος Ισραήλ” και ως κληρονόμος των επαγγελιών του Θεού, θα οικειοποιηθεί σύνολη σχεδόν την ιουδαϊκή θρησκευτική γραμματεία και θα την ερμηνεύσει χριστολογικά. Η αντίδραση του ιουδαϊσμού στη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε θα εκδηλωθεί με τη συγκρότηση μιας συλλογής των ιερών του Γραφών, και, μάλιστα, προκειμένου να προσδώσει σε αυτές κύρος αρχαιότητας θα τοποθετήσει τη συγγραφή τους πριν από τον ε΄ π.Χ. αιώνα. Χαρακτηριστικά είναι στην προκειμένη περίπτωση τα όσα αναφέρει σχετικά στα τέλη του α΄ μ.Χ. αιώνα ο ελληνιστής Ιουδαίος ιστοριογράφος Φλάβιος Ιώσηπος στο απολογητικό έργο του Κατ’ Απίωνος. Σύμφωνα με τον Ιώσηπο, ο οποίος εκφράζει την ιουδαϊκή παράδοση της εποχής του, ό,τι γράφτηκε μετά από την εποχή του Αρταξέρξη Α΄ (465-424 π.Χ.) υπολείπεται σε αξία «διὰ τὸ μὴ γενέσθαι τὴν τῶν προφητῶν ἀκριβὴ διαδοχήν[5]».

Αποτέλεσμα όλων αυτών των διεργασιών στους κόλπους του ιουδαϊσμού ήταν όχι μόνον ο αποκλεισμός κάποιων βιβλίων από τον κανόνα των Γραφών του αλλά και η αδυναμία εξέλιξης της θεολογικής σκέψης, καθώς η επιμονή στην περί μη «ακριβούς διαδοχής των προφητών» άποψη λειτουργεί απαγορευτικά για την περαιτέρω αποδοχή των θείων δωρεών, με πρώτη και κύρια την εξαγγελλόμενη από τον Ιησού Χριστό σωτηρία. Έτσι, αν η ιουδαϊκή παράδοση κατανοεί τους μάρτυρες της μακκαβαϊκής περιόδου περισσότερο ως εθνικούς ήρωες, η χριστιανική Εκκλησία θεωρεί τη θυσία τους, όπως καταλήγει στον προαναφερθέντα λόγο του ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «τῶν ὕστερον ὑπὲρ Χριστοῦ θυμάτων, εἰς φιλοτιμίαν οὐκ ἔλαττον».


[1]     Η μητέρα των επτά παιδιών αναφέρεται με διάφορα ονόματα στις διάφορες παραδόσεις. Στο Ταλμούδ αναφέρεται ως Miriam bat Tanhum, στην αρμενική παράδοση ως Shamuna, στη συριακή ως Shmuni, ενώ σύμφωνα με μια μεσαιωνική ιουδαϊκή παράδοση (Josippon) το όνομά της ήταν Άννα.

[2]     Η χρονική διάρκεια της γιορτής συνδέεται με το, κατά την εβραϊκή παράδοση, θαύμα της λυχνίας. Σύμφωνα με τον θρύλο, όταν καθαρίστηκε ο Ναός, βρέθηκε εκεί ένα μικρό δοχείο με λάδι που αρκούσε για να ανάψει η επτάφωτη λυχνία του Ναού μόνο για μια ημέρα, αλλά τελικά αυτή έμεινε αναμμένη για οχτώ μέρες, ώστε να προλάβουν οι ιερείς να ετοιμάσουν το καινούργιο λάδι.

[3]     Λόγος ιϛ΄. Εἰς τοὺς Μακκαβαίους. Καὶ ἅμα μυστικός τις καὶ ἀπόῤῥητος οὗτος ὁ λόγος, καὶ σφόδρα πιθανὸς ἐμοὶ γοῦν καὶ πᾶσι τοῖς φιλοθέοις· μηδένα τῶν πρὸ τῆς Χριστοῦ παρουσίας τελειωθέντων, δίχα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως τούτου τυχεῖν. Ὁ γὰρ Λόγος ἐπαῤῥησιάσθη μὲν ὕστερον καιροῖς ἰδίοις,. ὡς ἐκ πολλῶν δῆλον τῶν πρὸ ἐκείνου τετιμημένων.

[4]     Δευ 18:15: προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ὡς ἐμὲ ἀναστήσει σοι Κύριος ὁ Θεός σου. Πρβλ Δευ 18:18: προφήτην ἀναστήσω αὐτοῖς ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν, ὥσπερ σέ, καὶ δώσω τὰ ήματα ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ, καὶ λαλήσει αὐτοῖς καθ᾿ ὅτι ἂν ἐντείλωμαι αὐτῷ.

[5]     Λόγος Α΄ 8, στο B. Niese (ed.) Flavii Iosephi opera, τόμος 5, Weidmann / Berlin (1889) 21955, σελ. 3-99.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ