Τὸ φαινόμενο τῆς μείωσης τοῦ ἐκκλησιάσματος, σὲ ἀρκετὲς σύγχρονες Ἐνορίες, ὅπως καὶ ἡ παράλληλη ἄνοδος τοῦ μέσου ὅρου ἡλικίας, δὲν εἶναι γεγονὸς ποὺ μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ μονοσήμαντα. Τὰ ἄδεια στασίδια δὲν εἶναι ἀπλῶς μιὰ εἰκόνα ἐκκλησιαστικῆς παρακμῆς. Εἶναι σύμπτωμα μιᾶς βαθύτερης ὑπαρξιακῆς καὶ πνευματικῆς μετατόπισης ποὺ χαρακτηρίζει τὴ σύγχρονη ἑλληνική κοινωνία, στὸν πυρῆνα τῆς ὁποίας βρίσκεται ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ πίστη δὲν εἶναι πλέον συλλογικὴ ὁμοιογενὴς ἐμπειρία, ἀλλὰ κάτι ποὺ βιώνεται μὲ ἀτομικὰ κριτήρια. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀναζητᾶ πιὰ ἀτομικὴ αὐθεντικότητα καὶ νόημα, ἔξω ἀπὸ τὰ παραδοσιακὰ ἐκκλησιαστικὰ πλαίσια.
Ἀναζητῶντας, λοιπὸν, τὶς αἰτίες ποὺ συμβάλλουν στὴν ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν πίστη, διαπιστώνουμε ὅτι εἶναι καὶ πολλὲς καὶ σύνθετες. Κατ΄ ἀρχὰς, ἐνῷ στὸ παρελθόν ἡ Ἐκκλησία ἦταν κεντρικό στοιχεῑο τῆς κοινότητας ὡς χῶρος προσευχῆς καὶ κοινωνικῆς συνοχῆς, ὁ σύγχρονος τρόπος ζωῆς εἶναι ἐξατομικευμένος, μὲ τὴν ἐλευθερία της ἐπιλογῆς καὶ τὴν προσωπικὴ αὐθεντικότητα νὰ προέχουν. Ἔτσι, τὸ συλλογικὸ βίωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀντικαθίσταται ἀπό μιὰ ἀτομικὴ ἀντίληψη τῆς πίστης, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ φράση “πιστεύω με τον δικό μου τρόπο”.
Ἡ ἔκθεση, στὴ συνέχεια, σὲ ποικιλία ἰδεολογιῶν, κοσμοθεωριῶν καὶ ψηφιακῶν ἀνατροπῶν μετατοπίζουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα σὲ ἐφήμερες καὶ, συχνά, ἀνούσιες πληροφορίες, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ πίστη νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς «μία ἐπιλογὴ ἀνάμεσα σὲ πολλὲς» καὶ ὄχι ὡς αὐτονόητο πλαίσιο ζωῆς. Τὶς περισσότερες φορές, μάλιστα, ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀνοιχτὴ ἀμφισβήτηση καὶ σὲ μιὰ διάθεση ἀντιμετώπισης τῶν πάντων (καὶ τῆς θρησκείας), ὡς γεγονότων πλήρως «ἰδιωτικῶν» καὶ ὄχι συλλογικῶν. Σὲ αὐτὸ συντελεῖ καθοριστικὰ καὶ ἡ πρόοδος τῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία δημιουργεῖ σὲ πολλοὺς τὴν αἴσθηση ὅτι τὰ ἐρωτήματα στὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἀπαντοῦσε ἡ θρησκεία, ἐξηγοῦνται πλέον ἐπαρκῶς καί, ἑπομένως, ἡ πίστη εἶναι περιττή.
Ἐπιπλέον, ὁ σχεδὸν φρενήρης ρυθμὸς τῆς ζωῆς, ἡ ἔνταση τῆς καθημερινότητας καὶ ἡ λογικὴ τῆς συνεχοῦς παραγωγικότητας ἀφήνουν ἐλάχιστο χῶρο γιὰ ἐσωτερικὴ ἡσυχία καὶ πνευματικὴ καλλιέργεια.
Τὰ ἄδεια στασίδια δὲν εἶναι ἀπλῶς μιὰ εἰκόνα ἐκκλησιαστικῆς παρακμῆς. Εἶναι σύμπτωμα μιᾶς βαθύτερης ὑπαρξιακῆς καὶ πνευματικῆς μετατόπισης
Μεγάλη, ἐπίσης, εἶναι καὶ ἡ ἀποστροφὴ τῶν ἀνθρώπων σὲ καταστάσεις, στὶς ὁποῖες φαίνεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἱεραρχικὴ δομή, λειτουργεῖ μὲ «δημοσιοϋπαλληλικὴ νοοτροπία», χωρὶς ποιμαντικὴ ζωντάνια καὶ αὐθεντικὴ σχέση. Πιὸ συγκεκριμένα, ὅταν ὁ Κλῆρος περιορίζεται στον τυπικὸ ρόλο τοῦ «τελετουργοῦ», οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται ὅτι δὲν βρίσκουν νόημα στὴ σχέση τους μὲ τὴν Ἐκκλησία ἢ στήριξη στοὺς ἀγῶνες καὶ τὶς ἀγωνίες τοῦ καθημερινοῦ τους βίου, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ Ἐκκλησία νὰ χάνει τον χαρακτήρα της ὡς ζῶσα κοινότητα καὶ νὰ μετατρέπεται σε θεσμό. Ἡ ἀποξένωση, ἑπομένως, τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι, σὲ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, περισσότερο συνέπεια τῆς ἐσωτερικῆς ἀδράνειας τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης καὶ τοῦ ποιμαντικοῦ τρόπου τῶν ποιμένων, παρὰ τῆς ἀδιαφορίας τοῦ κόσμου.
Τὴν ἴδια βαρύτητα ἔχουν καὶ εὐρύτερα σκάνδαλα ποὺ ἔρχονται στὴ δημοσιότητα ἢ κακὲς προσωπικὲς ἐμπειρίες μὲ πρόσωπα τοῦ Κλήρου. Τέτοιες καταστάσεις λειτουργοῦν ἀποθαρρυντικά, θολώνοντας τὴν εἰκόνα τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ζωῆς ποὺ ἐπαγγέλεται ἡ Ἐκκλησία, δημιουργῶντας, παράλληλα, στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἰδίως στοὺς νέους, μιὰ ἀποστροφὴ γιὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸ θεσμό ἐν γένει. Καὶ ἐνῷ οἱ νέοι ἄνθρωποι στὴν πλειονότητά τους, κατὰ κανόνα, δὲν ἔχουν κανένα πρόβλημα μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, παρουσιάζουν μιὰ ἀμφισβήτηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θεσμοῦ, ἴσως γιατὶ αὐτὸς, ἀρκετὲς φορὲς κηρύσσει καὶ προβάλλει μιὰ «θρησκειοποιημένη» ἐκδοχὴ τοῦ Θεοῦ. Ἑνὸς «θεοῦ» προλήψεων καὶ δεισιδαιμονιῶν, ἐπαγγελματία θαυματοποιοῦ, δυνάστη, τιμωροῦ, ἐλεγκτῆ, ἀρχηγοῦ μιᾶς «μαγικῆς καὶ μοιρολατρικῆς» θρησκείας, ποὺ δίνει «ἄλλοθι» καὶ νομιμοποιεῖ τὶς ἐπιλογὲς τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ἀληθινὸς Θεὸς νὰ καθίσταται μία -συχνὰ ἀσήμαντη- λεπτομέρεια στὴν ζωή τῶν ἀνθρώπων.
Ὡστόσο, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν συναντᾶται παντοῦ μὲ τὴν ἴδια ἔνταση. Ὑπάρχουν πολλές, πάρα πολλὲς ἐνορίες, μὲ ζωντανὴ συμμετοχὴ νέων, μὲ κατηχητικά, δραστηριότητες πολιτισμοῦ, κοινωνικὴ προσφορά, ἐνοριακὲς ὁμάδες καὶ εἰλικρινῆ σχέση Κλήρου καὶ Λαοῦ, ὡς ἀπόρροια ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ λόγου ποὺ δὲν λειτουργεῖ ὡς τυπικὸ καθῆκον, ἀλλὰ ὡς γνήσια μαρτυρία ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ καθῆκον ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ ἐμμονὲς καὶ ἐγκλωβισμοὺς σὲ σχήματα τοῦ χθὲς καὶ νὰ ἀνοίξουμε διάλογο, κυρίως ἀκούγοντας καὶ λιγότερο μιλῶντας, μὲ στόχο τὴν οὐσιαστικὴ γνωριμία τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν πίστη καὶ τὴν συμμετοχὴ στὴν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ στὴν ἐν γένει ζωή της, σὲ μιὰ προσπάθεια ἐπανανοηματοδότησης τῆς σχέσης Ἐκκλησίας καὶ κοινωνίας.
Γιὰ νὰ προσεγγίσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ πάλι τήν Ἐκκλησία, χρειάζεται νὰ αἰσθανθοῦν οἰκεῖα καὶ ζεστά καὶ νὰ Τὴν νοιώσουν ὡς μιὰ ὀρθάνοιχτη μητρικὴ ἀγκαλιὰ καὶ ὄχι ὡς κάποιο ἰδιώνυμο ποινικὸ δικαστήριο. Ἡ ἀνθρωπιά μας καὶ ἡ ταύτιση λόγων καὶ ἔργων, δηλαδὴ ἡ αὐθεντικότητά μας, ἀποτελεῖ κριτήριο γιὰ τὴν σχέση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν Ἐκκλησία.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν χρειάζεται νὰ γίνει «μοντέρνα» γιὰ νὰ προσελκύσει. Χρειάζεται νὰ εἶναι ἀληθινὴ. Ἀλλά, μία Ἐκκλησία πού οἰκοδομεῖ κτίρια ἀντί γιά ἀνθρώπους δέν μπορεῖ νά εἶναι πειστική. Μία Ἐκκλησία πού στολίζει τά γραφεῖα της καί τά ἄμφιά της ἀντί γιά τίς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις δέν πείθει. Γι᾽ αὐτὸ καὶ πρέπει ὅλοι νὰ δοῦμε καὶ πάλι τὴν Ἐκκλησία ὡς αὐτὸ ποὺ εἶναι: θεανθρώπινη κοινωνία καὶ «κοινότητα». Νὰ ξαναβροῦμε αὐτὸ τὸ ἀποστολικὸ κοινοτικὸ πνεῦμα ὅπου τὸ περίσσευμα τοῦ ἑνὸς συμπληρώνει τὸ ὑστέρημα τοῦ ἄλλου καὶ τὸ περίσσευμα τοῦ δευτέρου τὸ ὑστέρημα τοῦ πρώτου «ὅπως γένηται ἰσότης» κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Β΄ Κόρ. 8, 13-14).
Γιὰ νὰ προσεγγίσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ πάλι τήν Ἐκκλησία, χρειάζεται νὰ αἰσθανθοῦν οἰκεῖα καὶ ζεστά καὶ νὰ Τὴν νοιώσουν ὡς μιὰ ὀρθάνοιχτη μητρικὴ ἀγκαλιὰ
Ὀφείλουμε νὰ ἐγκαταλείψουμε ὅσα θεωρούσαμε μέχρι σήμερα αὐτονόητα καὶ δεδομένα. Ἀκόμη καὶ τὴν αἰσθητὴ διαφορὰ ἀνάμεσα σὲ ἠθικὲς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ σὲ ἀξίες τῆς σύγχρονης κοινωνίας (π.χ. θέματα οἰκογένειας, φύλου, ἐλευθερίας ἐπιλογῶν), γεγονὸς ποὺ ὁδηγεῖ κάποιους σὲ ἀπομάκρυνση, ὀφείλουμε νὰ τὴν δοῦμε ὄχι ὡς εὐκαιρία σύγκρουσης ἀλλὰ ὡς εὐκαιρία συνάντησης, γιατί πίσω ἀπὸ μιὰ θέση ἢ μιὰ ἐπιλογὴ ὑπάρχει μιὰ ἱστορία, μιὰ πληγή, μιὰ ὑπαρξιακή παραίτηση ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ καταφύγουμε στὴν «εὔκολη λύση» τῆς «ξύλινης» ἐπανάληψης ἠθικῶν κανόνων, ἀλλὰ, μεταμορφώνοντας τὸ λόγο μας, νὰ ἑρμηνεύσουμε καὶ νὰ παρουσιάσουμε τὸ Εὐαγγέλιο μὲ τρόπο θεραπευτικὸ καὶ ὄχι καταδικαστικό. Μὲ λόγο καὶ τρόπο πατρικό, γεμᾶτο κατανόηση καὶ ἐλπίδα, νὰ μὴν ἀποκλείουμε κανέναν, ἀλλὰ νὰ καθοδηγοῦμε διακριτικὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο νὰ γνωρίσει τὴν Ἀλήθεια, κάνοντας πράξη τὴν προτροπὴ τοῦ Διακόνου σὲ κάθε Θεία Λειτουργία: «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».
Τελικά, τὰ ἄδεια στασίδια εἶναι πρό(σ)κληση. Εἶναι ὑπενθύμιση πὼς ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα δὲν σώζεται ἀπό τὴν παρουσία πλήθους, ἀλλὰ ἀπό τὴν ἐμπειρία τῆς συνάντησης μὲ τὸν Ζῶντα Θεό. Ἑπομένως, ἡ πρό(σ)κληση γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα δὲν εἶναι νὰ διαπιστώσει ἁπλῶς τὴν ἀπομάκρυνση, ἀλλὰ νὰ ξανακερδίσει τὸ πρόσωπο. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ποιμαντικὴ ζωντάνια, αὐθεντικὸς διάλογος, σεβασμὸς στὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὑπέρβαση τῆς τυπικότητας, ἡ Ἐκκλησία παραμένει ζῶσα κοινότητα καὶ τὰ στασίδια δὲν μένουν ἄδεια.




