Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022 | 4:20

Τι Εκκλησία χρειαζόμαστε;

Ανδρέας Λουδάρος
Ανδρέας Λουδάρος
Ο Ανδρέας Λουδάρος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Εργάζεται ως εκκλησιαστικός συντάκτης από το 1999

Του ιδίου συγγραφέα:

Μπείτε σε έναν οποιοδήποτε ναό· ρωτήστε όποιον βρείτε μπροστά σας διάφορα σχετικά με τις τελετουργίες, την πίστη, την παράδοση κ.τ.λ. Από τις συνομιλίες που θα κάνετε θα διαπιστώσετε τα εξής:

  • Οι περισσότεροι δεν ξέρουν τι βλέπουν και τι ακούν αλλά το κάνουν γιατί «έτσι γίνεται». Άλλοι θα σπεύσουν να δηλώσουν γνώστες, θα τα ξέρουν βέβαια στραβά κι ανάποδα και κάποιοι τρίτοι, λίγοι δυστυχώς, θα είναι οι «διαβασμένοι». Βέβαια οι εκκλησιαζόμενοι δεν είναι οι μόνοι.
  • Μια μεγάλη μερίδα ιεροψαλτών δεν ξέρουν τι σημαίνουν αυτά που ψάλλουν. Αυτούς τους καταλαβαίνετε ευκολότερα στα αναγνώσματα, όπου οι τονισμοί είναι να τους κλαις και το άκουσμα μοιάζει περισσότερο με Σουαχίλι παρά με αρχαία ελληνικά.
  • Φυσικά έχουμε και μια νέα γενιά κληρικών που επίσης δυσκολεύονται να κατανοήσουν το μήνυμα που υποτίθεται περνούν. Η στιγμή της αλήθειας  γι’ αυτούς είναι η ανάγνωση του Ευαγγελίου. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε! Για τους συγκεκριμένους η Μεγάλη Πέμπτη είναι ο προσωπικός τους Γολγοθάς.

Κάπως έτσι οι μυσταγωγικές λειτουργικές συνάξεις μετατρέπονται σε κακές εκτελέσεις ενός ακατανόητου «σεναρίου», που δεν καταλαβαίνει κανείς. Σαν τις ταινίες του μακαρίτη του Αγγελόπουλου, το μήνυμα των οποίων έφθανε σε ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό.

Μπορεί βέβαια η Θ. Λειτουργία, τα Μυστήρια καθώς και όλες οι ιεροπραξίες να μην είναι σενάρια, έχουν όμως ένα κοινό με αυτά. Έχουν δομηθεί με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να εκπέμπονται μηνύματα. Μέσα στο πέρασμα των αιώνων η Εκκλησία βρήκε τους τρόπους εκείνους ώστε οι άνθρωποι που συμμετέχουν στα τελετουργικά της, να μαθαίνουν, να συμμετέχουν, να κατανοούν.

Οι κληρικοί δηλαδή με κάθε κίνηση τους δεν εκτελούν κάποια «χορογραφία» ούτε οι ψαλμοί είναι κάποιου είδους «ρεπερτόριο». Προφανώς κάποιος θα μπορούσε να πει πως σε ορισμένες τελετουργίες υπάρχουν δραματουργικά στοιχεία, αλλά στην δική μας περίπτωση η ζητούμενη «ψυχαγωγία» είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν του, ας πούμε, κοσμικού δράματος. Εδώ όλα σημαίνουν κάτι. Όλα υποδεικνύουν κάτι. Όλα συμβολίζουν κάτι.

Είναι σαν την όπερα. Αν ξέρεις ιταλικά ή αν έχεις διαβάσει τους διαλόγους και ξέρεις την πλοκή θα τα καταλάβεις όλα. Θα συμμετάσχεις. Αν πάλι όχι, απλά θα ακούσεις ωραία μουσική, θα θαυμάσεις δυνατά λαρύγγια… αλλά μέχρι εκεί. Όπως θα μπεις, έτσι θα βγεις.

Κοντολογίς η Εκκλησία των πρώτων αιώνων, σε εποχές που η λέξη επικοινωνία, όπως την χρησιμοποιούμε σήμερα, ήταν παντελώς άγνωστη, είχε βρει τον τρόπο να επικοινωνήσει τα μηνύματα της. Και μάλιστα, παρόλες τις δυσκολίες, το έκανε απλά, ξεκάθαρα και πάνω απ’ όλα κατανοητά.

Αν βγούμε από το τελετουργικό και πάμε στο διδακτικό, θα δούμε επίσης πως και εκεί υπήρχε μια συνέπεια. Οι πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευαν τα γεγονότα με βάση την γνώση και την επιστημονική πρόοδο της εποχής τους.

Κάποτε για παράδειγμα η Γένεση θεωρείτο από τους εκκλησιαστικούς και δι αυτών από τον λαό, ως η αποκάλυψη του πραγματικού τρόπου  με τον οποίο φτιάχτηκε ο κόσμος. Όταν όμως η επιστημονική γνώση άρχισε να ανακαλύπτει πράγματα που τις εποχές της βεβαιότητας ήταν άγνωστα στην ανθρωπότητα, η Εκκλησία κατανόησε και πλέον όλοι λένε πως η Γένεση είναι ένα αλληγορικό κεφάλαιο.  

Είναι πολλά αυτά που έχουν υιοθετηθεί από την Εκκλησία με βάση την επιστημονική γνώση διαφόρων εποχών κι άλλα τόσα εκείνα που έχουν ενσωματωθεί στις διδασκαλίες της με βάση τις κοινωνικές αντιλήψεις.

Για παράδειγμα τις εποχές που μια γυναίκα διαζευγμένη δεν μπορούσε καν να κυκλοφορήσει στο δρόμο γιατί στα μάτια της κοινωνίας έφερε στίγμα το να γίνει συζήτηση περί δεύτερου ή τρίτου γάμου ήταν ανούσια.

Όταν όμως η κοινωνία ξεπέρασε αυτές τις αγκυλώσεις, η Εκκλησία όχι μόνο το συζήτησε, αλλά και το κανονικοποίησε ή μάλλον το εκκλησιαστικοποίησε. Σήμερα έχουμε και δεύτερο και τρίτο γάμο.

Τις εποχές που οι αυτοκτονίες ήταν σπάνιες και η αυτοκτονία ήταν επίσης μια μορφή στίγματος για την οικογένεια του αυτόχειρα, κανείς δεν είχε σκεφτεί να αμφισβητήσει την εντολή «ου κηδεύσεις» τον αυτόχειρα. Οι καιροί όμως πέρασαν και οι αυτόχειρες κηδεύονται. Εδώ βέβαια δεν άλλαξε η εντολή αλλά ήρθε η οικονομία. Και πάλι ομως, κοινωνική η πίεση στην Εκκλησία.

Να πούμε για τις προγαμιαίες σχέσεις; Για δείτε. Μέχρι πότε η Εκκλησία μπορούσε να κοιμάται ήσυχη πως η εντολή τηρείται; Μέχρι να καταργηθεί το σεντόνι… Τις δεκαετίες που η κοινωνία άρχισε να βλέπει αλλιώς το θέμα, η Εκκλησία άρχισε να χάνει τον ύπνο της. Κι όταν τελικά για την κοινωνία το άλλοτε ζήτημα ζωής και θανάτου έπαψε να είναι ζήτημα, ο κανόνας ας πούμε πως «ξεχάστηκε».

Αντίστοιχα συμβαίνουν και με τις καύσεις των νεκρών και με χίλια δυο άλλα θέματα.

Είναι άπειρα τα παραδείγματα που μπορεί να βρει κάποιος με διορθωτικές κινήσεις που έχουν γίνει από την Εκκλησία σε αρμονία με την επιστήμη και τις κοινωνικές αλλαγές.

Τώρα στις μέρες μας το θέμα που έχει αρχίσει να πιέζει την Εκκλησία είναι οι νέες μορφές συμβίωσης και η νέα μορφή οικογένειας. Οι εποχές που πατέρας πάντρευε με το ζόρι τον ομοφυλόφιλο γιο ή την ομοφυλόφιλη κόρη για να σταματήσουν τα κουτσομπολιά στο σοι και την γειτονιά έχουν περάσει. Η κοινωνία τα βλέπει αλλιώς τα πράγματα και για μια ακόμη φορά οι πιέσεις έχουν αρχίσει να στρέφονται προς την Εκκλησία.

Βέβαια, επειδή η κοινωνία δεν έχει καταλήξει, αν αποδέχεται, τι αποδέχεται, πως το αποδέχεται…ακόμη, η Εκκλησία έχει τον χώρο της να ελιχθεί. Δεν ξέρω πότε θα γίνει, ό,τι γίνει, και που θα καταλήξει η κοινωνία αλλά κάτι μου λέει πως τότε και η Εκκλησία θα το δει αλλιώς.

Αυτό ακριβώς το debate εκκλησίας και κοινωνίας, αυτό το μπέρδεμα απόψεων και θεωριών είδαμε όλοι να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας με την Βάπτιση στη Βουλιαγμένη. Άλλοι δεν ήθελαν να βαπτιστούν τα παιδιά, άλλοι να βαπτισθούν μεν, στα μουλωχτά δε. Άλλοι έλεγαν χωρίς Δεσπότη κι άλλοι χωρίς τους κηδεμόνες. Χωρίς φωτογραφίες υποστήριζαν οι πιο «πρακτικοί» κι άλλοι απορούσαν «είναι αυτό οικογένεια;». Άλλοι έλεγαν «μπράβο στον παπά που το τόλμησε».

Σε διοικητικό επίπεδο δε… ο στόχος ήταν να μην ξεμείνουμε με τον «μουτζούρη».

Πολλοί λοιδόρησαν την Εκκλησία για αυτήν την τρικυμία της. Όμως μόνο η εκκλησία σκέφτεται έτσι; Η κοινωνία μας; Έχουμε όλοι την ίδια άποψη για το θέμα; Μήπως τελικά τα όσα πέρασε η Εκκλησία ήταν μια μικρογραφία των όσων συμβαίνουν στην κοινωνία; Των συζητήσεων που κάνουμε στα σαλόνια μας στις γιορτές και τις μαζώξεις;

Ξεκίνησα να σας γράφω για τις ακαταλαβίστικες τελετουργίες και τις νεκρές παραδόσεις για να φτάσω στο θέμα που συζητάμε και θα συζητάμε για χρόνια ακόμη, γιατί θεωρώ πως όσοι ασχολούμαστε με τα της Εκκλησίας χάνουμε την μεγάλη εικόνα και για να υπενθυμίσω σε όλους μας πως η Εκκλησία είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Κι όπως κάθε τέτοιος οργανισμός οφείλει στον εαυτό του να ελίσσεται μα πάνω απ’ όλα να εξελίσσεται.

Δυστυχώς οι ανθρώπινες κοινωνίες τρέχουμε αρκετά γρηγορότερα απ’ όσο τρέχαμε σε παλαιότερες εποχές, ίσως και πιο γρήγορα απ’ όσο αντέχουμε και το νέο παλιώνει γρήγορα. Η πίστη, σε λαούς σαν τον δικό μας, ακόμη κι όταν πιστεύαμε αλλού, είναι σημαντικό κομμάτι της ταυτότητας και της ψυχοσύνθεσης μας. Αν λοιπόν σε άλλες εποχές που είχαν τις δυσκολίες τους, είχαμε μια φορά ανάγκη μια σοβαρή και ουσιαστική πνευματική καθοδήγηση, σήμερα την έχουμε χίλιες φορές.

Αλλά για να μπορέσεις να καθοδηγήσεις θα πρέπει πρώτα να ξαναβρείς τον εαυτό σου. Να σηκωθείς ψηλά και να δεις το τοπίο που έχει σχηματιστεί. Να κατανοήσεις το ακροατήριο σου και τις ανάγκες του και πάνω απ’ όλα… να ξεβολευτείς.

Ειδάλλως είσαι καταδικασμένος να ξεμείνεις με τους λίγους που ξέρουν τι τους γίνεται, με όσους συνεχίσουν να ακολουθούν το «μονοπάτι» επειδή είναι έθιμο χωρίς να ξέρουν καν γιατί το ακολουθούν και με τους λάτρεις της «νεκράς φύσης» των δογματοποιημένων “παραδόσεων” και του θρησκευτικού καθωσπρεπισμού που βγάζουν όλες τις νευρώσεις και τους ψυχαναγκασμούς τους μέσω του θρησκεύειν και έτσι βέβαια να χάσεις τους πολλούς. Αυτούς που θέλουν να είναι κοντά σου αλλά δεν μπορούν, γιατί στα μάτια τους είσαι πια ένα κακοσυντηρημένο μνημείο που θυμίζεις μόνο περασμένα μεγαλεία.

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ