Η αποτίμηση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας συζητήθηκε στην ημερίδα που διοργάνωσε χθες το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ στο πλαίσιο του πρώτου Aristotle Innovation Forum.
Στην ημερίδα με τίτλο «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κρήτη 2016), 10 χρόνια μετά- αποτίμηση και προοπτικές» ιεράρχες, κληρικοί και διακεκριμένοι καθηγητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό μίλησαν για τη σημασία της ιστορικής αυτής Συνόδου, τη μακρά πορεία προετοιμασίας της, τη ζύμωση που εξακολουθεί να γίνεται σχετικά με τα κείμενά της, ενώ όσοι από τους ομιλητές συμμετείχαν στις εργασίες της μετέφεραν στο κοινό τις προσωπικές τους εμπειρίες από τις διεργασίες που προηγήθηκαν.
Στην κύρια ομιλία της ημερίδας με τίτλο «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας: ιστορικό γεγονός και θεολογική σημασία για το παρόν και το μέλλον», ο Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος, Εμμανουήλ, μίλησε για τη μακρόχρονη πορεία προετοιμασίας της Συνόδου η οποία «δεν άφησε τη Σύνοδο να καταρρεύσει στο βάρος των ενδοορθόδοξων εντάσεων», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, καθώς και για τις διασκέψεις που προηγήθηκαν.
«Ώριμο καρπό μιας μακράς πορείας διεργασιών» και «γεγονός ιδιαίτερης βαρύτητας για την πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας» χαρακτήρισε ο κ. Εμμανουήλ την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, επισημαίνοντας ότι «όσοι τη χαρακτηρίζουν βιαστική και ανέτοιμη αγνοούν τη μακρά και ιστορική πορεία της προετοιμασίας της». Μεγάλο μέρος αυτής της προετοιμασίας επιτελέστηκε στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ το οποίο, σύμφωνα με τον μητροπολίτη Χαλκηδόνος, «μετατράπηκε σε διορθόδοξο θεολογικό εργαστήριο».
Σχετικά με την αποτίμηση της Συνόδου, ο κ. Εμμανουήλ τόνισε ότι «εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη», συμπληρώνοντας ότι «η αυθεντία μιας Συνόδου δεν εξαντλείται στις συνεδριάσεις της, αλλά εξαρτάται από την αποδοχή των πορισμάτων της». Κλείνοντας, προέτρεψε όλες τις Εκκλησίες «να υιοθετήσουν τα συνοδικά κείμενα».

Στη στρογγυλή τράπεζα που ακολουθήσε με θέμα «η σημασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ Κωνσταντίνος Δεληκωνσταντής μίλησε για την προσωπική του συμμετοχή στην προετοιμασία της Συνόδου, στη σύνταξη του σχεδίου του μηνύματος της Συνόδου που έγινε τελικά εγκύκλιος και στη συλλογή των υπογραφών στα κείμενα της Συνόδου.
«Η Σύνοδος δεν είναι μία οικουμενική σύνοδος που θα λύσει κάθε πρόβλημα, αλλά μια μαρτυρία ότι δεν μένουμε σιωπηλοί σε δύσκολους καιρούς», επισήμανε ο κ. Δεληκωνσταντής, προσθέτοντας ότι «όλα τα κείμενα που δείχνουν ότι η Εκκλησία μας δεν ζει αποκομμένη από τον πολιτισμό και τον κόσμο περιέχονται στα κείμενα της Συνόδου».
Για τις κανονικές διατάξεις που υιοθέτησε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος μίλησε ο Διευθυντής του Ιδιαίτερου Πατριαρχικού Γραφείου, Μέγας Εκκλησιάρχης Αέτιος, αναφέροντας ότι «όλα τα κείμενα που υιοθετήθηκαν από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο συντάχθηκαν, τουλάχιστον στα μέρη τους που περιέχουν κανονικές διατάξεις, κατά τρόπο που προσομοιάζει σε σύγχρονες μορφές νομοθεσίας και όχι μόνο περιέχουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, κάποια μορφή κωδικοποίησης ή συστηματοποίησης μακροχρόνιων πρακτικών, αλλά υιοθετούν ακόμη και νέες κανονικές διατάξεις».
Μιλώντας για τη διάκριση μεταξύ ακρίβειας και οικονομίας, ο π. Αέτιος επισήμανε ότι «σε όλα αυτά τα κείμενα οι υιοθετημένες κανονικές διατάξεις αντιμετωπίζονται ως ο κανόνας, ενώ η δυνατότητα εφαρμογής της οικονομίας θεωρείται εξαίρεση από τον κανόνα», συμπληρώνοντας ότι «η Σύνοδος της Κρήτης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το αποκορύφωμα της νικοδημικής κατανόησης της οικονομίας».
Ο π. Αέτιος υποστήριξε ότι «η ανάγκη για μια επανεξέταση, που θα αποκαταστήσει την παλαιότερη σημασία του όρου “οικονομία” είναι σήμερα επιτακτική», προσθέτοντας ότι «μέχρι να πραγματοποιηθεί μια τέτοια επανεξέταση, εναπόκειται στον ερμηνευτή και στον εφαρμοστή των αποφάσεων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου να καλλιεργεί ενεργά το ποιμαντικό του έργο εφαρμόζοντας την οικονομία ως συνετή ποιμαντική διαχείριση, η οποία γνωρίζει και τις δύο οδούς: εκείνη της ακρίβειας και εκείνη της συνήθους χρήσεως».

«Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος παρήγαγε σημαντικό έργο που θα παραμείνει στην ιστορία», τόνισε ο Καθηγητής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού του ΑΠΘ Θεόδωρος Γιάγκου, μιλώντας μέσα από την εμπειρία του ως μέλος της αντιπροσωπείας του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στη Σύνοδο της Κρήτης. «Οι Εκκλησίες κατάφεραν να συνεργαστούν, αυτό το πρότυπο να κρατήσουμε», κατέληξε ο κ. Γιάγκου.
«Κομβικό σταθμό στην πορεία της ορθόδοξης εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο» χαρακτήρισε την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο ο Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Στυλιανός Τσομπανίδης. Παρότι, σύμφωνα με τον Καθηγητή, στο σχετικό κείμενο της Συνόδου «δεν διατυπώθηκε με σαφήνεια τι σημαίνει για την Εκκλησία η σχέση της με τις άλλες χριστιανικές κοινότητες», η Σύνοδος αποτέλεσε μια «δυναμική παρέμβαση απέναντι στον κίνδυνο μιας κλειστής ορθοδοξίας, αποκομμένης από τη σύγχρονη πραγματικότητα».
Κάνοντας λόγο για τις αντιδράσεις που εκφράστηκαν εναντίον της σύγκλησης της Συνόδου και τους «ομολογιακούς παροξυσμούς ορισμένων κύκλων», ο κ. Τσομπανίδης υποστήριξε ότι «σε πολλές περιπτώσεις κλήρος και λαός δεν ενημερώθηκαν για την πορεία των διαλόγων με αποτέλεσμα να επικρατούν φοβικά σύνδρομα». Αναφερόμενος στη συνοδικότητα, ο κ. Τσομπανίδης υπογράμμισε ότι «η πορεία προς τη χριστιανική ενότητα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της εκκλησιαστικής βάσης. Η Εκκλησία καλείται να ενισχύσει τη συνοδικότητα σε όλα τα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής και να την καλλιεργήσει ως τρόπο ζωής».
Τη συμβολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου τόνισε ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Γρηγόριος Λιάντας, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι συνιστά «αποτέλεσμα της παρρησίας και της επιμονής του κ. Βαρθολομαίου». Ο κ. Λιάντας επισήμανε, ακόμη, ότι «οι αποφάσεις και τα κείμενα της Συνόδου παραμένουν κενά περιεχομένου αν δεν μεταφερθούν στο πλήρωμα της Εκκλησίας».

«Πανχριστιανικά ιστορικό γεγονός» χαρακτήρισε από την πλευρά του την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο ο Ποιμένας της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Ελλάδος Δρ. Σωτήριος Μπούκης, επισημαίνοντας ότι «ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε το σθένος να συγκαλέσει τη Σύνοδο και να μην υποχωρήσει όταν ορισμένες Εκκλησίες ανακοίνωσαν ότι δεν θα συμμετέχουν». Μιλώντας για το κείμενο της Συνόδου για τις σχέσεις της ορθοδόξου εκκλησίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, δήλωσε ότι προκάλεσε αισθήματα χαρμολύπης, ενώ «δέκα χρόνια μετά, η σύγκληση νέας Συνόδου, αλλά και η προοπτική της μοιάζει πολύ μακρινή». Αναφερόμενος στην ενότητα των ορθοδόξων Εκκλησιών, υπογράμμισε ότι «ο υπόλοιπος χριστιανικός κόσμος έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ να δει την ορθόδοξη Εκκλησία ενωμένη. Πώς θα διαλεχθούμε με τον κόσμο αν δεν διαλεχθούμε μεταξύ μας».
Μεταφέροντας τη δική του εμπειρία ως παρατηρητής στις εργασίες της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ο Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ πρωτ. Βασίλειος Καλλιακμάνης επισήμανε ότι η σημασία της Συνόδου είναι «σπουδαιότατη σε έναν κόσμο παγκοσμιοποιημένο». Σχετικά με την αποστολή της ορθόδοξης Εκκλησίας, τόνισε ότι «η ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι ένας διεθνής εγκώσμιος οργανισμός με κοσμική δύναμη, αλλά ένας θεανθρώπινος θεσμός που διασφαλίζει τη σωτηρία των πιστών».
«Ορόσημο στη συνοδική ζωή της σύγχρονης ορθοδοξίας και σημείο αναφοράς για το συνοδικό πολίτευμα της ορθόδοξης Εκκλησίας» χαρακτήρισε από την πλευρά του την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού πρωτ. Χρυσόστομος Νάσσης.
Μιλώντας για την έννοια της συνοδικότητας στη ζωή της Εκκλησίας, ο π. Νάσσης υποστήριξε ότι η Σύνοδος «έφερε στην επιφάνεια τις δυσκολίες και τις εντάσεις που περιβάλλουν τη συνοδικότητα και ανάγκασε την ορθόδοξη Εκκλησία να αναμετρηθεί με το πως την προσλαμβάνει», ενώ «η απουσία των τεσσάρων Εκκλησιών επιβάρυνε το ζήτημα».
Φωτογραφίες: Διαμαντής Κρυωνίδης / Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ



