Σχέδιο για την οργανική συμμετοχή κληρικών στο εκπαιδευτικό περιβάλλον καταθέτει ο Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος ως απάντηση στην αύξηση της ανήλικης παραβατικότητας και της σχολικής βίας.
Η πρόταση, η οποία πηγάζει από την ποιμαντική εμπειρία του ιεράρχη, εστιάζει στην ανάγκη εισαγωγής του θεσμού του Πνευματικού Συμβούλου στις σχολικές κοινότητες.
Οι συγκεκριμένοι κληρικοί προτείνεται να προσλαμβάνονται αμισθί, με βασικά κριτήρια τη σύνεση, τη μόρφωση, τις παιδαγωγικές ικανότητες και το ακέραιο ήθος, κατόπιν επιλογής από τον οικείο Μητροπολίτη.
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η δραστηριότητά τους δεν θα έρχεται σε αντιπαράθεση με το έργο των σχολικών ψυχολόγων ή των συμβούλων επαγγελματικού προσανατολισμού, αλλά θα λειτουργεί συμπληρωματικά.
Στη βάση της πρότασης βρίσκεται η θεώρηση ότι ο άνθρωπος αποτελεί ψυχοσωματικό ον, γεγονός που καθιστά τη μέριμνα για την πνευματική διάσταση εξίσου αναγκαία με τη φροντίδα για τη βιολογική του υπόσταση.
Σύμφωνα με το σκεπτικό που αναπτύσσει ο Μητροπολίτης Μάνης, η σύγχρονη παιδεία αποδεικνύεται ελλιπής όταν περιορίζεται στη στείρα γνώση και παραμερίζει το ήθος, καθώς οι νέοι αναζητούν αυθεντικά πρότυπα, διάλογο και ελευθερία.
Το έλλειμμα αυτό επιχειρείται να καλυφθεί μέσω της χριστιανικής αγωγής, ενώ η προσπάθεια διαπαιδαγώγησης ερήμην της εκκλησιαστικής ζωής και των ευαγγελικών διδαγμάτων χαρακτηρίζεται ως λανθασμένη και μυωπική νοοτροπία.
Προς επίρρωση της ανάγκης για πνευματική καθοδήγηση, ο κ. Χρυσόστομος επικαλείται την πλατωνική θέση από τον διάλογο με τον Κρίτωνα ότι πρωτεύουσα σημασία δεν έχει απλώς το ζην αλλά το ευ ζην, καθώς και τη βιβλική ρήση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνο με άρτο αλλά έχει ανάγκη τον θείο λόγο.
Παράλληλα, αξιοποιεί τη διδασκαλία του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ο οποίος ορίζει την ανθρώπινη ιδιότητα όχι βάσει των βιολογικών μελών, αλλά μέσα από τη δημόσια άσκηση της ευσέβειας και της αρετής, διερωτώμενος για την ανωτερότητα της διάπλασης της διάνοιας ενός νέου ανθρώπου.
Αναφορικά με τη διαχείριση της νεανικής παραβατικότητας στους δρόμους και στα σχολεία, ο Μητροπολίτης Μάνης αναγνωρίζει ότι οι εισαγγελικές παρεμβάσεις, οι δικαστικές παραγγελίες και τα αστυνομικά μέτρα είναι απαραίτητα, πλην όμως ανεπαρκή για τη ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος χωρίς τη συνδρομή της Εκκλησίας.
Ως θεσμικό προηγούμενο αναφέρει τη λειτουργία του αντίστοιχου θεσμού του aumônier σε ευρωπαϊκές χώρες, γεγονός που – όπως σημειώνει – αποσυνδέει την πρόταση από κάθε έννοια αναχρονισμού.
Η κοινή στάση Εκκλησίας και Πολιτείας πάνω στο ζήτημα κρίνεται επιβεβλημένη, με τον καθορισμό των διαδικασιών εφαρμογής να παραμένει το επόμενο βήμα.



