Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε περιόδους κρίσης, όπως μεγάλες πολιτικοκοινωνικές ανατροπές, φυσικές καταστροφές ή πανδημίες, και καθώς η ζωή των ανθρώπων συγκλονίζεται από τον φόβο, το άγχος, τη θλίψη και τις δυσκολίες, αυτό που δοκιμάζεται περισσότερο είναι η εμπιστοσύνη του ανθρώπου προς τον Θεό. Προφανώς αυτός είναι ο λόγος που τα βιβλικά κείμενα διαχρονικά προϋποθέτουν ακριβώς αυτήν την εμπιστοσύνη ως βάση για τη διαμόρφωση μιας σχέσης με τον Θεό, καθώς σε τέτοιες περιόδους οι άνθρωποι αναζητούν απαντήσεις σε αγωνιώδη ερωτήματα που φτάνουν μέχρι και το ερώτημα «πού είναι ο Θεός;» (Ιωη 2:17).

Σε μια τέτοια περίοδο κρίσης, όπου οι άνθρωποι προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους μέσα στον μεταβαλλόμενο κόσμο στον οποίο ζουν, χωρίς να αποποιηθούν την παράδοσή τους και να χάσουν την ταυτότητά τους, γράφεται το βιβλίο “Σοφία Σειράχ” από κάποιον Ιεροσολυμίτη Ιουδαίο, που ονομαζόταν Ιησούς, γιος του Σειράχ (50:27). Οι αρχές του β´ π.Χ. αιώνα σηματοδοτούν το τέλος της αιγυπτιακής κυριαρχίας των Πτολεμαίων στην Παλαιστίνη και την έναρξη της κυριαρχίας των Σελευκιδών της Συρίας. Η περίοδος των Σελευκιδών χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια εξελληνισμού του Ιουδαϊκού πληθυσμού της περιοχής, ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με έναν συνεχώς εντεινόμενο φόβο πως η πατρογονική του θρησκεία είναι ανεπαρκής για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες των κοινωνικών και πολιτικών δομών που αλλάζουν ραγδαία και ότι η εβραϊκή του ταυτότητα απειλείται από την ορθολογική ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη.

Το βιβλίο γράφτηκε στα εβραϊκά, αλλά μεταφράστηκε το 132 π.Χ. στα ελληνικά από τον εγγονό τού συγγραφέα (πρόλογος στχ 27εξ) και παρατίθεται από τη Μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο΄) στο τέλος της ομάδας “Ποιητικά – Διδακτικά Βιβλία” της Παλαιάς Διαθήκης. Ο μεταγενέστερος λατινικός τίτλος του έργου “(Liber) Ecclesiasticus” δηλώνει την επίσημη χρήση του βιβλίου από την αρχαία Εκκλησία, παρ᾽ όλο που η ιουδαϊκή Συναγωγή δεν το έκανε δεκτό στον κανόνα της, αν και σε ιουδαϊκά κείμενα των πρώτων χριστιανικών αιώνων ανιχνεύονται 82 παραθέματα από τη Σοφία Σειράχ. Το εβραϊκό πρωτότυπο χάθηκε, αλλά η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως μεγάλα αποσπάσματά του.

Ως προς τη μορφή και το περιεχόμενο το βιβλίο δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από τα υπόλοιπα έργα της ομάδας. Μετά τον πρόλογο του μεταφραστή παρατίθεται μια μεγάλη συλλογή γνωμικών, συμβουλών και παραινέσεων χωρίς συστηματική τάξη, που αναφέρονται στην αντιμετώπιση διάφορων προβλημάτων της ζωής και προτρέπουν τον αναγνώστη στην αναζήτηση της σοφίας (1:1 – 42:14). Ακολουθούν δύο τμήματα στα οποία υμνείται η δόξα και το μεγαλείο του Θεού, όπως αυτή παρουσιάζεται στη φύση μέσα από τα δημιουργήματά του και αποκαλύπτεται στην ιστορία μέσα από τις προσωπικότητες της Βίβλου (42:15 – 50:29). Το έργο κατακλείεται με έναν ευχαριστήριο ύμνο στον Θεό για τις ευεργεσίες του (51:1-12) και ένα ποίημα που αναφέρεται στην αναζήτηση της σοφίας (51:13-30).

Η διδασκαλία του βιβλίου είναι επίσης παραδοσιακή και εμφανίζει πολλές ομοιότητες με εκείνη των υπόλοιπων έργων της ομάδας. Γράφοντας κατά τις παραμονές της μακκαβαϊκής εξέγερσης, ο συγγραφέας επιχειρεί να αντιπαραθέσει στην άκριτη υιοθέτηση των ελληνικών εθίμων και ιδεών την παράδοση του λαού του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσπάθειας επαναπροσδιορισμού της ιουδαϊκής στάσης απέναντι στη συνεχώς εντεινόμενη ελληνιστική επιρροή αποτελεί η θέση του Σειραχίδη για το νόημα της ιατρικής και τον ρόλο που θα έπρεπε να διαδραματίσει στην κοινωνία, όπως αυτή αποτυπώνεται σε ένα ποίημα που παρατίθεται στο κεφ 38:

1Να αποδίδεις στον γιατρό τις τιμές που του αξίζουν, γιατί ο Κύριος τον έχει ορίσει στο λειτούργημά του. 

2Από τον Ύψιστος έλαβε το χάρισμα να γιατρεύει, ενώ από τον βασιλιά παίρνει δώρα.

3Η επιστημοσύνη του αναδεικνύει τον γιατρό, και τον κάνει αξιοθαύμαστο απέναντι σε άνδρες σπουδαίους.

4Ο Κύριος δημιούργησε τα φάρμακα από τη γη κι ο άνθρωπος που έχει φρόνηση δεν θα τα περιφρονήσει.

5Μήπως από ένα κομμάτι ξύλο δεν γλύκανε κάποτε το νερό, ώστε να μάθουν όλοι του Κυρίου τη δύναμη; 

6Αυτός έδωσε στους ανθρώπους την γνώση ώστε να δοξάζεται με τα θαυμαστά δημιουργήματά του. 

7Μ’ αυτά γιατρεύει ο γιατρός και τον πόνο απαλύνει, 8μ᾽ αυτά κι ο φαρμακοποιός θα κάνει φάρμακα· έτσι το έργο του Θεού δεν τελειώνει ποτέ και η ειρήνη που προέρχεται απ᾽ αυτόν απλώνεται σ᾽ ολόκληρη τη γη.

9Παιδί μου, τις αρρώστιες σου μην τις παραμελείς αλλά στον Κύριο να προσεύχεσαι κι αυτός θα σε γιατρέψει. 

10Απομακρύνσου από τα λάθη σου και κάνε το σωστό, τη σκέψη σου καθάρισε από κάθε αμαρτία. 

11Πρόσφερε στον Κύριο για να σε θυμάται ευωδιαστό σιμιγδάλι και αύξησε την προσφορά σου σαν να πρόκειται να μην υπάρχεις πια.

12Έπειτα κάνε χώρο και για τον γιατρό, γιατί ο Κύριος τον έχει ορίσει στο λειτούργημά του· και να μη φύγει από κοντά σου, γιατί σου είναι χρήσιμος.

13Υπάρχουν περιπτώσεις που από τα χέρια τους εξαρτάται η επιτυχία· 14αλλά κι αυτοί στον Κύριο θα προσευχηθούν για να τους δώσει τη δυνατότητα να ανακουφίσουν και να θεραπεύσουν, ώστε να σώσουν μια ζωή.

15Όμως εκείνος που αμαρτάνει ενάντια στον Πλάστη του, στα χέρια θα πέσει του γιατρού.

Για να γίνει κατανοητό το ενδιαφέρον του Ιησού Σειράχ να προσδιορίσει τον ρόλο του γιατρού στην ιουδαϊκή κοινωνία της εποχής του θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι κατά την προελληνιστική περίοδο η ιατρική ήταν για τους Ιουδαίους είτε άγνωστη είτε συνδεδεμένη με μαγικές πρακτικές. Τόσο η πρόκληση των ασθενειών όσο και η θεραπεία τους περιγράφεται συχνά στα βιβλικά κείμενα ως έργο του Θεού. Όπως ο ίδιος ο Θεός βεβαιώνει μετά το θαύμα στα πικρά νερά της Μερρά: «Αν υπακούσετε στον Κύριο τον Θεό σας, αν κάνετε ό,τι του είναι αρεστό, αν δώσετε προσοχή στις εντολές του και εκπληρώσετε όλες τις απαιτήσεις του, δεν θα σας στείλω καμιά ασθένεια απ’ αυτές που έστειλα στους Αιγύπτιους. Γιατί εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας που σας γιατρεύει» (Εξο 15:26). Η ίδια διαβεβαίωση επαναλαμβάνεται και στο τραγούδι που δίδαξε ο Μωυσής στους Ισραηλίτες λίγο πριν από τον θάνατό του: «Δείτε, δείτε, λοιπόν, ότι εγώ μόνον υπάρχω, εκτός από μένα δεν υπάρχει άλλος Θεός! Εγώ θα θανατώσω και θα κάνω να ζήσουν, θα πλήξω και θα θεραπεύσω εγώ και δεν υπάρχει κανείς που θα γλυτώσει κάποιον απ᾿ τα χέρια μου» (Δευ 32:39). Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται κάποιο θεραπευτικό μέσο (κατάπλασμα από σύκα: 4Βα 20:7, χολή ψαριού: Τωβ 11:11-12) είναι και πάλι ο Θεός αυτός που χορηγεί τη θεραπεία. Για τον λόγο αυτό οι βιβλικοί συγγραφείς αναφέρονται συχνά απαξιωτικά στους γιατρούς: «Το τριακοστό ένατο έτος της βασιλείας του, ο Ασά αρρώστησε. Υπέφερε από μια πολύ βαριά πάθηση των ποδιών, όμως για την αρρώστια του αυτή δεν κατέφυγε στον Κύριο, αλλά στους γιατρούς» (2Πα 16:12). Ακόμα και στην ελληνική Μετάφραση των Εβδομήκοντα ανιχνεύεται αυτή η απαξιωτική αναφορά στους γιατρούς: «Μήπως θα κάνεις θαύματα για τους νεκρούς ή θα τους αναστήσουν οι γιατροί να σε δοξολογήσουν;» (Ψαλ 87:12).

Αν και οι βιβλικές πληροφορίες δεν επιτρέπουν την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για το επίπεδο των ιατρικών γνώσεων κατά την προελληνιστική περίοδο, φαίνεται πολύ πιθανό ότι η ισραηλιτική ιατρική περιοριζόταν στην προσπάθεια θεραπείας εξωτερικών πληγών. Αντίθετα, κατά την ελληνιστική περίοδο η ιατρική που ασκείτο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου φαίνεται να έχει μεγάλη επίδραση στην Παλαιστίνη. Περίφημος για τις ιατρικές του γνώσεις και με μεγάλη επιρροή που άσκησαν οι ιδέες του υπήρξε, για παράδειγμα, ο νεοπυθαγόρειος φιλόσοφος Βῶλος ὁ Μενδήσιος (γνωστός και ως Ψευδο-Δημόκριτος), ο οποίος έδρασε στην Αλεξάνδρεια την ίδια εποχή περίπου που έζησε και ο Ιησούς Σειράχ. Αποφασιστικό ρόλο στην αποδοχή από τους Ιουδαίους της ελληνικής ιατρικής φαίνεται πως έπαιξε το ότι αυτή, σε αντίθεση με τις μέχρι τότε γνωστές ανατολικές ιατρικές πρακτικές, ήταν σε μεγάλο βαθμό απαλλαγμένη από μαγικές ή θρησκευτικές τελετουργίες. Είναι, για παράδειγμα, χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο αρχίζει η πραγματεία για την επιληψία “Περὶ ἱερῆς νούσου” που αποδίδεται στον Ιπποκράτη: «Με την αρρώστια που αποκαλείται ιερή το πράγμα έχει ως εξής: Δεν νομίζω πως είναι πιο θεϊκή από τις άλλες αρρώστιες ή πιο ιερή, αλλά πως υπάρχει και γι᾽ αυτήν μια φυσική αιτία· οι άνθρωποι όμως, νόμισαν πως πρόκειται για κάτι θείο, είτε από άγνοια είτε από έκπληξη, γιατί δεν μοιάζει σε τίποτε με τις άλλες αρρώστιες» (1:1). Είναι προφανές ότι μια τέτοια δήλωση εύκολα θα μπορούσε να προσυπογράψει και ένας Εβραίος, παρ᾽ όλα αυτά θα είχε ακόμα δυσκολίες να αποδεχτεί ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αναλάβει έναν ρόλο, όπως του θεραπευτή ασθενειών, που σύμφωνα με την παράδοσή του ανήκει μόνο στον Θεό.

Θεωρώντας κανείς τα πράγματα από αυτήν την οπτική γωνία, αντιλαμβάνεται την τεράστια σημασία που έχει η προσπάθεια του Ιησού Σειράχ να συμφιλιώσει την ελληνική ιατρική με την ιουδαϊκή παράδοση. Ο Θεός παραμένει ο μοναδικός που παρέχει την ίαση, βεβαιώνει, αλλά με τον γιατρό, τον οποίο αυτός έχει ορίσει στο λειτούργημά του (στχ 1). Όμως ο Ιησούς Σειράχ δεν είναι προφήτης· δεν εξαγγέλλει τον λόγο του Θεού με την αυθεντία ενός προφήτη, αλλά απευθύνεται στη λογική των αναγνωστών του, επιχειρώντας να τεκμηριώσει θεολογικά τη θέση του. Αφού, λοιπόν, βεβαιώνει ότι η ικανότητα του γιατρού να θεραπεύει είναι ένα χάρισμα του Θεού που ο άνθρωπος αξιοποίησε (στχ 2-3), χρησιμοποιώντας με φρόνηση τα δημιουργήματα του Θεού (στχ 4) προχωρεί στο βασικό θεολογικό του επιχείρημα «Μήπως από ένα κομμάτι ξύλο δεν γλύκανε κάποτε ο Θεός το νερό, ώστε να μάθουν όλοι του Κυρίου τη δύναμη;» (στχ 5). Ο στίχος παραπέμπει στο επεισόδιο που περιγράφεται στο Εξο ιε´ 22-26. Τρεις μέρες μετά τη θαυμαστή διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας, ο ταλαιπωρημένος από την πορεία στην έρημο λαός αναζητά κάποια πηγή, αλλά το νερό που βρήκαν είχε πικρή γεύση και δεν ήταν πόσιμο, με αποτέλεσμα να αρχίσουν τις διαμαρτυρίες προς τον Μωυσή. Παρά την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον Θεό που επιδεικνύει ο λαός, ο Θεός υποδεικνύει στον Μωυσή να βυθίσει στα πικρά νερά της πηγής ένα κομμάτι ξύλο, και αμέσως το νερό γίνεται πόσιμο. Η σκέψη του συγγραφέα στο σημείο αυτό είναι απλή. Ο Μωυσής, προκειμένου να θεραπεύσει την ακαταλληλότητα του νερού, χρησιμοποιεί ένα μέσο, το οποίο ο Θεός έχει εφοδιάσει με αυτήν τη δυνατότητα. Ο Θεός είναι εκείνος που ενεργεί το θαύμα αλλά δια του Μωυσή, ο οποίος χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό ένα κομμάτι ξύλο. Οι αναλογίες με τον ρόλο του γιατρού και των φαρμάκων είναι προφανείς. Έτσι, ο γιατρός, όπως και ο φαρμακοποιός, αξιοποιώντας το χάρισμα που έλαβαν από τον Θεό, καθίστανται συνεργάτες του Θεού και συνεχιστές του έργου του πάνω στη γη (στχ 6-8).

Η καταφυγή του ασθενούς στον γιατρό, κατά συνέπεια, δεν μαρτυρεί έλλειψη πίστης τον Θεό, αλλά αναγνώριση της αλήθειας ότι ο Θεός παρεμβαίνει στον κόσμο σε συνεργασία με τον άνθρωπο. Γι᾽ αυτό, όταν στον στχ 12, ο συγγραφέας συμβουλεύει τον ασθενή: «να μη φύγει από κοντά σου ο γιατρός, γιατί σου είναι χρήσιμος» προτάσσει και πάλι τη διαβεβαίωση του στχ 1 ότι: «ο Κύριος τον έχει ορίσει στο λειτούργημά του». Η συνέχεια της επιχειρηματολογίας στο δεύτερο μέρος του ποιήματος (στχ 9-15) στοχεύει να πείσει τον αναγνώστη ότι η αποδοχή της ελληνικής ιατρικής δεν σημαίνει άρνηση της δικής του παράδοσης, σύμφωνα με την οποία η ασθένεια είναι συνέπεια κάποιας αμαρτίας. Έτσι, αμέσως μετά τη συμβουλή, «Παιδί μου, τις αρρώστιες σου μην τις παραμελείς» (στχ 9α) συστήνει την κλασσική συνταγή για την αντιμετώπισή τους που βασίζεται στο τρίπτυχο: προσευχή, μετάνοια και θυσίες (στχ 9β-11). Σπεύδει όμως να συμπληρώσει ότι παράλληλα με αυτά είναι απαραίτητη και η παρουσία του γιατρού, εφόσον και αυτού η ικανότητα να θεραπεύει δεν στηρίζεται στη μαγεία αλλά στη γνώση, την οποία αποκτά επικαλούμενος τη βοήθεια του Θεού (στχ 13-14).

Η προσπάθεια του Ιησού Σειράχ να συμφιλιώσει την ιουδαϊκή πατρογονική παράδοση με την εισαγόμενη από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ελληνική ιατρική δεν ήταν εύκολη για τα δεδομένα της εποχής του υπόθεση. Το πόσο δύσκολο ήταν αυτό αποδεικνύεται από τη διαπίστωση ότι για να αποδεχτεί ο ιουδαϊσμός την αλήθεια ότι η ιατρική πράξη δεν αντιποιείται το έργο του Θεού απαιτήθηκε να περάσουν έξι περίπου αιώνες, όπως προκύπτει από το έργο του Βυζαντινού Ιουδαίου Ασάφ μπεν Μπερεχιγιά, στον οποίο αποδίδεται η συγγραφή του “Σέφερ Ρεφουόθ” (Βιβλίο της Ιατρικής), που αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό ιατρικό βιβλίο γραμμένο στα εβραϊκά. Ο λεγόμενος “Όρκος του Ασάφ” -το ιουδαϊκό αντίστοιχο του Όρκου του Ιπποκράτη- προτρέπει χαρακτηριστικά τους γιατρούς: «… εμπιστευτείτε τον Κύριο, τον Θεό σας, που είναι Θεός αληθινός, Θεός ζωντανός, γιατί είναι αυτός που θανατώνει και ζωοποιεί, πλήττει και θεραπεύει … αυτός κάνει τα ιαματικά φυτά να αναπτύσσονται και βάζει με το άπειρο έλεός του στην καρδιά των σοφών την ικανότητα να θεραπεύουν, προκειμένου να διακηρύξουν στα πλήθη τα θαυμάσιά του και όλα τα έμβια όντα να κατανοήσουν ότι αυτός είναι ο δημιουργός τους και εκτός από αυτόν δεν υπάρχει άλλος σωτήρας». Εύκολα γίνεται αντιληπτή η ομοιότητα των ιδεών που περιέχονται στο κείμενο αυτό, πιθανότατα του ς´ μ.Χ. αιώνα, με τις αντίστοιχες ιδέες που διατυπώνονται στο κεφάλαιο 38 της Σοφίας Σειράχ.

Το εγχείρημα του Σειραχίδη θα μπορούσε να αποτελέσει το πρότυπο για τη σύγχρονη θεολογική σκέψη, η οποία αντιμετωπίζει προκλήσεις από ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο και καλείται να ανταποκριθεί στις πνευματικές ανάγκες του σημερινού ανθρώπου, αναζητώντας και προσφέροντας απαντήσεις στα προβλήματά του που θα εδράζονται σταθερά στο έδαφος της παράδοσής του χωρίς να αποτρέπει το βλέμμα από τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: