Τρίτη 28 Μαΐου 2024 | 20:41

Θεία λειτουργία και πανδημία κορωνοϊού

Του ιδίου συγγραφέα:

Εισαγωγή

Η Περίοδος της πανδημίας του κορωνοϊού μας επιφύλαξε καταστάσεις πρωτόγνωρες και έθεσε ενώπιόν μας θέματα και ζητήματα που είτε τα θεωρούσαμε αυτονόητα, είτε δεν τα είχαμε καν υποψιαστεί· θέματα και προβλήματα επιστημονικά, κοινωνικά, οικονομικά και, βεβαίως, θεολογικά και εκκλησιαστικά, που αποτυπώθηκαν ανάγλυφα και επώδυνα στην ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Χωρίς αμφιβολία, η πανδημία του κορωνοϊού επηρέασε καταλυτικά όλες τις πτυχές του προσωπικού, οικογενειακού και κοινωνικού μας βίου. Υπήρξαν όμως ορισμένοι τομείς, οι οποίοι επηρεάστηκαν ιδιαιτέρως απ᾽ αυτήν και υπέστησαν τριγμούς και ρωγμές, που θα παραμένουν αισθητοί και στην μετά κορωνοϊό εποχή. Ένας από αυτούς είναι η λατρευτική ζωή της Εκκλησίας μας, που έχει υποστεί σοβαρές πληγές, μάρτυρες των οποίων είμαστε κυρίως οι κληρικοί.

Γενικά συμπεράσματα

Πρώτα από όλα συνειδητοποιήσαμε πως ο κόσμος μας έχει μικρύνει. Το μακρινό για μας πρόβλημα της επιδημίας στην Κίνα, με την οποία μας χωρίζουν χιλιάδες χιλιόμετρων, κατέστη εν ριπή οφθαλμού και πρόβλημα δικό μας. Ο κίνδυνος που χτύπησε την πόρτα ενός άλλου λαού, μιας άλλης κοινωνίας, βρέθηκε ταχύτατα προ των δικών μας θυρών. Σοκαρισμένοι και αιφνιδιασμένοι, μεταβληθήκαμε από παρατηρητές σε πρωταγωνιστές των γεγονότων. Κληθήκαμε να συνειδητοποιήσουμε πως ζούμε σε μία εποχή, κατά την οποία τίποτα δεν είναι ξένο σε εμάς, τίποτε δεν υπάρχει που να μην μας αφορά, που να μην εγγίζει την προσωπική και την κοινωνική μας ζωή. Γίναμε και εμείς μία κουκίδα σε έναν παγκόσμιο χάρτη με τα καταγεγραμμένα κρούσματα του κορωνοιού, ένα μικρό δεδομένο μιας παγκόσμιας στατιστικής. Οι δικοί μας άνθρωποι, οι συγγενείς, οι φίλοι μας, εμείς οι ίδιοι, γίναμε αριθμοί σε μία παγκόσμια καταγραφή κρουσμάτων και θυμάτων.

Πολλαπλή ενημέρωση και σύγχυση

Συγχρόνως, μείναμε ενεοί μπροστά στην ταχύτητα της ενημέρωσης. Μακρινά γεγονότα γίνονταν γνωστά εν ριπή οφθαλμού. Προσωπικά δράματα σε απομεμακρυσμένα μήκη και πλάτη της γης εισέβαλαν μέσω της οθόνης στα σπίτια μας, συμβάλλοντας στην ενημέρωσή μας, αυξάνοντας όμως ταυτόχρονα και τον φόβο μας. Στα γεγονότα αυτά, καθοριστικό ρόλο έπαιξε και το Διαδίκτυο. Μέσω αυτού, γίναμε κοινωνοί απόψεων, ερμηνειών, αλλά και παραπληροφόρησης. Δεχθήκαμε διαδικτυακές πληροφορίες, εξηγήσεις και ερμηνείες, στοιχεία προερχόμενα από διάφορες πηγές και αναλυόμενα με ποικίλους τρόπους, ώστε να αισθανόμαστε, κάποτε κάποτε, έρμαια ενός πελάγους δεδομένων, συχνά ανήμποροι να τα καταγράψουμε σε όλο το εύρος τους, να τα αξιολογήσουμε και τελικά να οδηγηθούμε σε μια ολοκληρωμένη άποψη, στάση και αντίδραση.

Μπροστά στα μέτρα

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα της σύγχυσης και της αμηχανίας, βρεθήκαμε ενώπιον των μέτρων, τα οποία αναγκάστηκε να λάβει η Πολιτεία, ώστε να αντιμετωπίσει την ραγδαία διασπορά της νόσου, καθ᾽ ην στιγμήν γίνονταν γνωστές οι εκατόμβες των θυμάτων σε όλο τον πλανήτη. Τα μέτρα ήταν επείγοντα και ως κοινωνία δεν είχαμε την πολυτέλεια να προετοιμαστούμε γι᾽ αυτά και να προσαρμοστούμε σταδιακά. Στο σοκ της ξαφνικής αλλαγής σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητάς μας, αντιδράσαμε ποικιλοτρόπως: με στωικότητα, με επιφυλακτικότητα, με τυφλή αντίδραση ή με εθελοτυφλία, όπως τα μικρά παιδιά που, μη μπορώντας να αντιμετωπίσουν ένα γεγονός, προτιμούν με τη φαντασία τους να το εξαφανίσουν. Ο κορωνοιός έφτασε στο σημείο να θεωρηθεί ως και ανύπαρκτος, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία ψυχολογία χαρακτηρισμένη από προσωρινά συναισθήματα ευφορίας και παραμυθίας, τα οποία όμως εξαφανίστηκαν, όταν ο αριθμός των κρουσμάτων και των θυμάτων ακολούθησε γεωμετρική πρόοδο. Μικρή, δυστυχώς, υπήρξε η μερίδα των ανθρώπων που δέχθηκαν το γεγονός ως δοκιμασία πίστεως, ως παιδαγωγία, ως ευκαιρία μετάνοιας και επαναπροσδιορισμού της πνευματικής τους πορείας, με υπακοή και εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού.

Μέσα στην γενικότερη ψυχολογική και κοινωνική ατμόσφαιρα της σύγχυσης, ήταν επόμενο, το πρώτο lockdown να βιωθεί ως πόνος, ως πληγή, ως πίεση, έστω και αν η λογική μας άρχισε σταδιακά να το αποδέχεται ως αναγκαία προστασία. Αυτό που ιδιαιτέρως μας συνετάραξε είναι πως βιώσαμε στο παρόν όλα εκείνα που ακούγαμε ως περιγραφές του παρελθόντος για επιδημίες με εκατοντάδες θύματα, πολύμηνους εγκλεισμούς και νέκρωση της κοινωνίας. Διατηρούσαμε την ψευδαίσθηση πως η αλματώδης πρόοδος της επιστήμης θα είχε πιά καταστήσει παρόμοιες καταστάσεις μακρινή ανάμνηση. Αυτό που ζήσαμε, όμως, συγκλόνισε τις βεβαιότητές μας και έκανε το αδιανόητο απτό. Βρεθήκαμε σε μια ιδιότυπη εμπόλεμη κατάσταση με εγκλεισμό, αναστολή επαγγελματικών δραστηριοτήτων, περιορισμό μετακινήσεων και σχεδόν εξάλειψη κοινωνικών επαφών. Αισθανθήκαμε σχεδόν αιχμάλωτοι στην ίδια μας τη χώρα, στην πόλη, στην γειτονιά μας, έγκλειστοι στο ίδιο μας το σπίτι. Απλές καθημερινές πράξεις, κινήσεις, συμπεριφορές στιγματίστηκαν από τον φόβο της μετάδοσης της νόσου. Ο διπλανός μας, ο φίλος, ο γείτονας, ο συμπατριώτης μεταβλήθηκε ξαφνικά σε έναν εν δυνάμει κίνδυνο προς τον οποίο έπρεπε να αναπτύξουμε αμυντική συμπεριφορά και να τον απομακρύνουμε. Σε κάθε περίπτωση κατέστη σαφές ότι, ως πρόσωπα και ως κοινωνία, δεν καταφέραμε, δικαιολογημένα ίσως ως ένα σημείο, να προσαρμοστούμε έγκαιρα και αποτελεσματικά σε καταστάσεις επείγουσες και εξελίξεις ραγδαίες. Και όπως πάντοτε συμβαίνει σε ανάλογες περιστάσεις, προβλήματα προσωπικά, κοινωνικά και, κυρίως, πνευματικά αναδύθηκαν και οξύνθηκαν. Τα τελευταία αυτά οφείλονται, δυστυχώς, στο ότι όχι μόνο ως πολίτες αυτής της χώρας αλλά, κυρίως, ως ορθόδοξοι χριστιανοί αποδειχθήκαμε πνευματικά αδύναμοι να σηκώσουμε μια τέτοια δοκιμασία, χωρίς τα αναγκαία εφόδια της υπομονής, της μετάνοιας, της ελπίδας στο θείο έλεος, τα τόσο απαραίτητα για έναν τέτοιον πνευματικό πόλεμο.

Η επίπτωση στην εκκλησιαστική ζωή. Ανάγκη καταγραφής

Έτσι, η εκκλησιαστική μας ζωή δεν εξαιρέθηκε από τις αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοιού. Ιδιαίτερα όμως η Λατρεία, που είναι η ανάσα, η πηγή ζωής του εκκλησιαστικού σώματος επλήγη καίρια. Η καταγραφή των επώδυνων, συχνά μάλιστα και τραγικών επιπτώσεων της πανδημίας στον τομέα αυτό είναι απαραίτητο να γίνει για διαφόρους λόγους:

Πρώτον, διότι, αν και διανύουμε περίοδο σταδιακής ύφεσης, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει τον κίνδυνο μιας νέας παρόμοιας κατάστασης. Συνεπώς, η μνήμη των γεγονότων κατά την περίοδο μετά τον κορωνοϊό επιβάλλεται να μας κρατά σε εγρήγορση.

Δεύτερον, η καταγραφή αυτή είναι απαραίτητη, διότι οι επιπτώσεις της πανδημίας βρίσκονται ενώπιόν μας. Πολλές από τις εξελίξεις, όπως για παράδειγμα η μείωση του εκκλησιάσματος και η απουσία των νεωτέρων γενεών από τη λατρεία, ήταν αναμενόμενες κατά την επόμενη δεκαετία. Το μέλλον όμως ήρθε συντομότερα, άρα και οι αντιδράσεις μας είναι επιτακτικότερες.

Τρίτον, η καταγραφή αυτή θα βοηθήσει στο να παραμείνουν ενώπιον μας τα μείζονα θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα που δημιουργήθηκαν, ζητήματα, τα οποία απαιτούν άμεση σοβαρή και συστηματική ανάλυση, εξαγωγή συμπερασμάτων και εφαρμογή σε ολόκληρο το εκκλησιαστικό σώμα.

Τα γεγονότα και οι επιπτώσεις.
Εξωτερικές πιέσεις

Και τώρα, στα γεγονότα:

Τα πρώτα μέτρα άρχισαν να εφαρμόζονται για την ευρύτερη κοινωνία κατά την έναρξη της Μεγάλης Τεσσαρακοστής του 2020. Βασικό κριτήριο της λήψης των μέτρων ήταν ο συνωστισμός, ο οποίος υπήρξε η κύριος παράγοντας διάδοσης του ιού. Ήταν επόμενο πως η εκκλησιαστική σύναξη δεν θα μπορούσε να εξαιρεθεί από τα μέτρα αυτά.

Η λύση που δόθηκε ήταν απόλυτη και απότομη: Κλείσιμο των ιερών ναών και απαγόρευση της κοινής λατρείας από την Πολιτεία. Σε μία περίοδο με την πλέον έντονη και κατανυκτική λατρευτική δραστηριότητα, είδαμε σιγά-σιγά το εκκλησίασμα να μειώνεται και ο φόβος να εισέρχεται στους ιερούς μας ναούς. Οι ακολουθίες σταδιακά έφτασαν να αφορούν μόνον εμάς, τους κληρικούς. Έφτασε η Μεγάλη Εβδομάδα και βιώσαμε την οδύνη της περιφοράς του Εσταυρωμένου και του Επιταφίου ανάμεσα σε άδεια καθίσματα. Στο «δεύτε λάβετε φως», δεν βρέθηκε λαμπάδα να ανάψουμε. Στο «Χριστός Ανέστη» για πρώτη φορά στην ιερατική μας ζωή δεν σείστηκαν οι τοίχοι του ναού από την αντιφώνηση «Αληθώς Ανέστη».

Ο νέες συνθήκες επέφεραν και νέες, πρωτόγνωρες ψυχολογικές καταστάσεις σε εμάς, τους λειτουργούς. Ο ρόλος μας ως κεφαλής της λειτουργικής κοινότητος αλλοιώθηκε. Βιώσαμε μία οδυνηρή ακύρωση, λειτουργώντας, επί παραδείγματι, επί δύο περιόδους Χριστουγέννων με ελάχιστους πιστούς. Η αγωνία μας να καλύψουμε τις πιεστικές ανάγκες όλων των πιστών μας, μας υποχρέωσε να πραγματοποιούμε τρεις και τέσσερεις ακολουθίες σε μία ημέρα, με αποτέλεσμα να μας κυριεύει το άγχος του χρόνου. Το πλέον επώδυνο όμως ήταν πως οι συνθήκες της λατρείας καθορίζονταν από εβδομαδιαίες κυβερνητικές αποφάσεις, πράγμα που συμβαίνει μέχρι σήμερα. Μεταβληθήκαμε έτσι σε λειτουργούς υπό διαρκή εποπτεία, με διαρκώς αβέβαιες συνθήκες ασκήσεως του λειτουργήματός μας και με μία διαρκή πικρία πως δεν γίνεται κατανοητός και σεβαστός ο ευαίσθητος και εντελώς ιδιαίτερος ρόλος μας.

Ένας ρόλος που «τρέφεται» και νοηματοδοτείται από το εκκλησίασμα. Μόνον όποιος φορά το ράσο γνωρίζει πως η καρδιά και ο νους δεν βρίσκουν νόημα σε μια ακολουθία στην οποία ο πιστοί δεν παρίστανται. Μόνον όποιος έχει βρεθεί στη θέση αυτή νιώθει τον πειρασμό που βιώνει ο λειτουργός, όταν δεν παρίστανται οι πιστοί, να κινδυνεύει να μεταβληθεί σε απλό διεκπεραιωτή μιας διαδικασίας, έστω και λατρευτικής, την οποία σχεδόν ανυπομονεί να τελειώσει.

Ο πειρασμός της αδράνειας συνοδεύτηκε και από τον πειρασμό της κόπωσης, τόσο για εμάς όσο και για τους πιστούς. Η διαρκής μεταβολή των μέτρων, κυμαινόμενη από την πλήρη απαγόρευση στην ελεγχόμενη, στην διενέργεια ταυτοποίησης και την αυστηρή τήρηση του αριθμού των παρισταμένων, με διαρκείς αναστολές και εκ νέου ενεργοποίηση, απορρόφησαν μεγάλο μέρος των δυνάμεών μας, αποπροσανατόλισαν την ενεργητικότητά μας και κατέστησαν την τάξη και την κατάνυξη των ακολουθιών δευτερεύουσα προτεραιότητα. Δοκιμάστηκε συχνά η υπομονή μας. Η χαρά της ακολουθίας μεταβλήθηκε σε ένα βάρος που διαρκούσε πολύ και γινόταν ασήκωτο από την έλλειψη ουσίας και νοήματος.

Η προσωπική επιβάρυνση σε όλα τα επίπεδα υπήρξε υπέρμετρη. Οι επιπτώσεις οδυνηρές. Αισθανθήκαμε πως κοσμικοί νόμοι μας στερούν την λατρευτική ζωή, την εκκλησιαστική σύναξη και κυρίως την Θεία Κοινωνία. Ο διχασμός μεταξύ των δύο φορέων της κοινωνικής μας ζωής, Εκκλησίας και Πολιτείας, πέρασε μέσα μας. Ο πιστός λαός έφτασε να αναρωτιέται: Τι είμαστε; Πολίτες ή Χριστιανοί; Τι συγκροτεί την ταυτότητά μας;

Ήταν επόμενο, η οδύνη του διχασμού να φέρει εμάς τους κληρικούς στο επίκεντρο των εξελίξεων. Βιώσαμε κατ᾽ αρχάς τον διχασμό ανάμεσα σε δύο ρόλους: εκείνον της κεφαλής της εκκλησιαστικής συνάξεως και εκείνον της ιδιότητάς μας ως κρατικών λειτουργών. Γίναμε οι πρώτοι αποδέκτες του θυμού, της αγανάκτησης και της βαθιάς λύπης του ποιμνίου μας, αλλά και της απορίας του για όσα συμβαίνουν. Κατά το παρελθόν, υπήρξαμε πάντα η λύση και η παρηγοριά σε χίλια δυο προβλήματα και η γέφυρα ανάμεσα στους ανθρώπους. Κληθήκαμε συχνά να γαληνέψουμε ψυχές, να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να δουν τα προβλήματα και τις προκλήσεις της ζωής μέσα από το κήρυγμα της ειρήνης και της αγάπης του Ευαγγελίου.

Τα γεγονότα και οι επιπτώσεις.
Εσωτερικές πιέσεις

Στις τωρινές όμως περιστάσεις, είδαμε τους εαυτούς μας να θεωρούνται μέρος του προβλήματος. Να δεχόμαστε πιέσεις από όλες τις κατευθύνσεις: Το παράπονο εκ μέρους των πνευματικών μας τέκνων για την μυστηριακή ζωή που στερήθηκαν και την επίκριση εκ μέρους της ευρύτερης κοινωνίας για τις αντιρρήσεις μας στα μέτρα. Είδαμε όμως τους εαυτούς μας να υφίστανται πίεση εσωτερική, οδυνηρή κρίση ταυτότητας, διλήμματα βασανιστικά, που επέτειναν χαρακτηρισμοί και συμπεράσματα εκ μέρους όλων: Αρνητές ή τηρητές των μέτρων, υπάκουοι ή ανυπότακτοι προς την Ιερά Σύνοδο και την Πολιτεία, παραδοσιακοί ή νεωτεριστές, υπερασπιστές της πίστης, των δογμάτων, της παραδόσεως, της Θείας Κοινωνίας, του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων ή προδότες των ιερών και των οσίων, άνθρωποι του 21ου αιώνα ή σκοταδιστές. Και τελικώς: Λειτουργοί ζωής ή απολογητές μέτρων θανάτου;

Όλα αυτά συγκλόνισαν την υπόσταση και τη συνείδησή μας και μας έφεραν σε διαρκή άμυνα και απολογία προς όλους. Ταμπέλες, κατηγοριοποιήσεις, χαρακτηρισμοί υπήρξαν ο δικός μας Σταυρός σε όλο αυτό το διάστημα. Εισπράξαμε ακόμη και την οργή ανθρώπων αγαπητών, που έπρεπε κάπου να εκτονώσουν όλη την αγωνία και την πίκρα από την στέρηση της λατρείας. Κληθήκαμε να εφαρμόσουμε και να δικαιολογούμε ακόμη την κατηγοριοποίηση εισόδου στον ναό με έγχρωμα δελτία εισόδου, με τον φόβο να μην υπερβούμε το όριο. Βρεθήκαμε στην ανάγκη, εν ώρα ακολουθίας, να δίνουμε διαρκώς πρακτικές οδηγίες για την χρήση μάσκας, τον τρόπο λήψης του αντίδωρου, την τήρηση αποστάσεων εν αναμονή ασπασμού των ιερών εικόνων. Και όλα αυτά, απευθυνόμενοι σε ανθρώπους, στους δικούς μας ανθρώπους, που θέλησαν να ξεφύγουν από τη φόρτιση της καθημερινότητας και να αναπαύσουν το πνεύμα τους, έστω και για λίγο, ξεχνώντας την διαρκή επιτήρηση και καθοδήγηση.

Αυτό όμως που υπήρξε πράγματι αβάσταχτο ήταν η αδυναμία μας να απαλύνουμε την αγωνία και να ελαφρώσουμε το βάρος του ποιμνίου μας. Με κλειστούς ναούς, με νέκρωση της ενοριακής ζωής, με αφάνταστες δυσκολίες ακόμη και μιας διαπροσωπικής συνάντησης, στερηθήκαμε τα πνευματικά όπλα, ώστε να αντιμετωπίσουμε τον φόβο, την ανησυχία, την πικρία και την αβεβαιότητα των ενοριτών μας.

Αυτό όμως που αποτύπωσε με τον τραγικότερο τρόπο το σοκ της πανδημίας ήταν η διαχείριση του πένθους εξαιτίας του θανάτου. Άνθρωποι αγαπημένοι έφυγαν από τη ζωή μόνοι, σε έναν θάλαμο εντατικής θεραπείας, χωρίς συντροφιά, χωρίς την παρουσία των αγαπημένων τους. Και όταν εκείνοι πέρα- σαν στην αιωνιότητα, η πικρία έμεινε στους πενθούντες, οι οποίοι, συχνά, δεν κατάφεραν να παραστούν ούτε στην νεκρώσιμη ακολουθία και οι οποίοι συνόδευσαν από μακριά ένα σφραγισμένο φέρετρο, μεταφερόμενο από λευκοφορεμένες απόκοσμες μορφές.

Ο γενικευμένος αυτός συγκλονισμός κορυφώθηκε, όταν οι επιπτώσεις της πανδημίας έφτασαν μέχρι τον πυρήνα της εκκλησιαστικής ζωής: την Θεία Κοινωνία. Αν και επισήμως δεν ανοίχτηκε η συζήτηση για απαγόρευσή της, ο φόβος εισεχώρησε στην ψυχή ευσεβών ανθρώπων. Η προσέλευση στο Μυστήριο περιορίστηκε. Ακόμη και σήμερα, πολλοί απέχουν με οδύνη, με αμφιβολία και με πνευματικό συγκλονισμό. Και πιθανόν, κάποιοι αποκόπηκαν οριστικά από την μυστηριακή ζωή. Έστω κι αν αρνηθήκαμε ακόμη και να διαπραγματευθούμε το μείζον θέμα της Θείας Κοινωνίας, ο φόβος και η αμφιβολία βρήκαν ρωγμές και δηλητηρίασαν ως ένα σημείο το εκκλησιαστικό σώμα.

Δοκιμασία της ενορίας

Οι άκρως επιβαρυντικές και συγκρουσιακές αυτές ψυχικές καταστάσεις οδήγησαν και σε διαφοροποίηση της στάσης και της συμπεριφοράς των ενοριτών μας: Άλλοι μας ευχαρίστησαν που τους προστατέψαμε και άλλοι μας κατηγόρησαν. Άλλοι πιέστηκαν από τα μέτρα και άλλοι βολεύτηκαν. Άλλοι τα συνήθισαν, άλλοι σκανδαλίστηκαν, άλλοι απομακρύνθηκαν, άλλοι επέστρεψαν, άλλοι παραμένουν μακριά και άλλοι δεν θα επιστρέψουν, ίσως, ποτέ. Πολλοί αναζήτησαν προσωπικές λύσεις σε ιδιωτικά παρεκκλήσια και κρυφές λειτουργίες. Άλλοι κατέφυγαν στην απολυτοποίηση μιας ιδεολογίας ή στην συνωμοσιολογία, άλλοι υιοθέτησαν μια κριτική και συχνά επιθετική στάση κατά πάντων, άλλοι αφέθηκαν στην μελαγχολία και την παθητικότητα και άλλοι έχασαν κάθε ενδιαφέρον και νόημα για την λατρευτική ζωή. Άλλοι εντάχθηκαν στον στενό κύκλο αυτόκλητων φωτισμένων καθοδηγητών, άλλοι αναθεώρησαν την σχέση τους με τα μυστήρια και άλλοι οδηγήθηκαν σε μία ιδιόρρυθμη και άσχετη με την Ορθόδοξη πατερική μας παράδοση μυστηριολογία, σοκαρισμένοι από την αμφισβήτηση ακόμη και της Θείας Κοινωνίας, ως προς την λυτρωτική και ιαματική Της ενέργεια («εις ίασιν ψυχής και σώματος»).

Στην προσπάθειά μας να αμβλύνουμε και να γεφυρώσουμε τέτοιου είδους οξείες και ετερόκλητες απόψεις και συμπεριφορές, απευθυνθήκαμε στον λαό του Θεού με λόγο όσο το δυνατόν ηπιότερο και συγκαταβατικότερο, αγωνιώντας και αγωνιζόμενοι να διατηρήσουμε, όσο ήταν δυνατόν, την ενότητα. Απέναντί μας βρήκαμε συχνά ανθρώπους πρόθυμους να μας ακούσουν, συχνότερα όμως ανθρώπους παγιδευμένους στην οξύτητα και απρόθυμους να αναθεωρήσουν, να προβληματιστούν εκ νέου, να δεχτούν συνομιλητή που θα αμφισβητούσε τις παγιωμένες απόψεις και αποφάσεις τους. Το εγχείρημα όμως αυτό δεν ήταν εύκολο, διότι και οι σχέσεις μεταξύ μας ως λειτουργών του Αγίου Θυσιαστηρίου δοκιμάστηκαν.

Η δοκιμασία ανάμεσα στους συλλειτουργούς

Παράλληλα με την κοπιώδη ποιμαντική μας διακονία, διεξήγαμε αγώνα μεγάλο, ώστε να υπερβούμε αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις που ανεφύησαν μεταξύ μας και είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία φατριασμών και, συχνά, αλληλοκατηγοριών, ακόμη και μέσα στην ίδια την ενορία. Αδελφικοί δεσμοί ψυχράνθηκαν, λειτουργοί του ιδίου έργου αυτονομήθηκαν, η εικόνα προς τα έξω συχνά ξένισε αλλά και σκανδάλισε τους ενορίτες μας.

Ο διχασμός αυτός μας έφερε και σε μια εσωτερική δοκιμασία σχέσεων με τον Επίσκοπο και την Ιερά Σύνοδο. Πολλά από τα μέτρα τα θεωρήσαμε στην αρχή επαχθή, υπερβολικά και ακατανόητα. Αμφισβητήσαμε αποφάσεις του Επισκόπου, αλλά και της διοικούσας Εκκλησίας στο σύνολό της. Συχνά μάλιστα τις παρακάμψαμε, ενίοτε με τρόπο κραυγαλέο. Έπρεπε να περάσει μεγάλο διάστημα ώστε να γίνει αντιληπτό από όλους μας πόσο βαρύς ήταν ο σταυρός που σήκωνε η εκκλησιαστική ηγεσία, αλλά και ποιο το βαθύτερο νόημα και η σκοπιμότητα των αποφάσεών της.

Αλλά και όταν αυτό δεν συνέβη, οι συνθήκες οδήγησαν στην απομάκρυνση των ιερέων και των στελεχών μεταξύ τους. Διασπάστηκε η ενότητα της ενορίας εξαιτίας των μέτρων. Αποκοπήκαμε από τους συλλειτουργούς μας, τα στελέχη μας, τους κατηχητές μας. Οι πατέρες της ενοριακής οικογένειας, υποχρεωθήκαμε να αποξενωθούμε από τα μέλη της, χάσαμε την προσωπική επικοινωνία, τη συνεννόηση, το μοίρασμα, έστω, του φόβου, του κόπου και των ανησυχιών μας. Οι ίδιοι εμείς βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τον εαυτό μας και με το δικό μας πνευματικό δυναμικό: αξίζει να προβληματιστούμε για το αν ήμασταν οι ίδιοι έτοιμοι ως ιερείς, ως πνευματικοί άνθρωποι, να δεχθούμε την δοκιμασία του κορωνοϊού και με τρόπο πνευματικό· με μετάνοια, με πίστη, με εμπιστοσύνη στην Θεία Πρόνοια που επέτρεψε ένα τέτοιο σταυρό. Αν τα αντιμετωπίζαμε με αυτήν την προοπτική, αυτά και θα μεταδίδαμε στον λαό του Θεού, για να τον στηρίξουμε, να τον οχυρώσουμε, να τον περιχαρακώσουμε μπροστά στην δοκιμασία.

Αντιεκκλησιαστικές βολές με αφορμή την απώλεια εσόδων

Μια ακόμη οδυνηρή συνέπεια υπήρξε η κεκαλυμμένη ή και απροκάλυπτη ειρωνεία εκ μέρους της κοινωνίας και ορισμένων κέντρων με σαφή και γνωστή αντιεκκλησιαστική στάση, πως οι αντιδράσεις μας είχαν οικονομικά κίνητρα και πως μοναδικό μας μέλημα ήταν η διαφύλαξη των εσόδων μας. Η αλήθεια είναι πως πολλές από τις ενορίες μας έφτασαν σε οικονομικό αδιέξοδο. Πόσοι όμως μπορούν να αναληφθούν πως δεν στερηθήκαμε κέρδη, αλλά τους πόρους ενός πολυεπίπεδου έργου που σχετίζεται με την φιλανθρωπία, την σίτιση εκατοντάδων ανθρώπων, την διατήρηση πνευματικών και ιεραποστολικών δομών, την έκδοση εντύπων, αλλά και την συντήρηση των ίδιων των ιερών ναών, οι οποίοι δεν αποτελούν ατομική ιδιοκτησία αλλά χώρο συνάξεως και ποικίλων πνευματικών και δημιουργικών δραστηριοτήτων για εκατοντάδες, ακόμα και χιλιάδες ανθρώπων;

Οι επιπτώσεις στον μοναχισμό μας

Και ο μοναχισμός βρέθηκε στην δίνη των οδυνηρών καταστάσεων που έπληξαν το εκκλησιαστικό σώμα. Πρώτα απ᾽ όλα οι πιστοί έχασαν, είτε ως ενορία είτε ως μεμονωμένα πρόσωπα, λόγω των μέτρων, την δυνατότητα των προσκυνηματικών εξορμήσεων στις Ιερές Μονές μας. Συνακόλουθα, έχασαν αφ᾽ ενός την δυνατότητα συσφίγξεως της διαπροσωπικής κοινωνίας μεταξύ τους ως μέλη της ενοριακής οικογένειας, αφ᾽ ετέρου την πνευματική τροφοδοσία από τα μοναστήρια μας, που είναι τόποι ασκήσεως, χώροι μετανοίας, εστίες προσευχής. Σ᾽ αυτά κατέφευγαν πάντα οι χριστιανοί μας, για να βρουν παρηγοριά στις δοκιμασίες της ζωής τους, να ζητήσουν την αρωγή της προσευχής των μοναχών, να χαρούν τις κατανυκτικές μοναστηριακές ακολουθίες με το ιδιαίτερο πνευματικό άρωμα, να ξεχάσουν για λίγο τις πιέσεις της κοσμικής ζωής και των υποχρεώσεών τους.

Κατά δεύτερο λόγο, οι ίδιες οι Μονές δοκιμάστηκαν σκληρά. Κάποιες επέλεξαν στάση αμφισβήτησης με αποτέλεσμα οικτρό: Γέροντες και Γερόντισσες Ιερών Μονών, που κλείζαν την ελλαδική εκκλησία με την ισχυρή πνευματική τους παρουσία, αλλά και απλοί μοναχοί και μοναχές, έπεσαν θύματα της πανδημίας, μοναστικές αδελφότητες έμειναν ακέφαλες ή αποδεκατίστηκαν. Το φαινόμενο του ζηλωτισμού παρεισέφρυσε στον μοναχισμό μας. Δημιουργήθηκε, δυστυχώς, ακόμα και η τάση να θεωρείται μαρτυρικό και άγιο το τέλος όσων έφυγαν από τη ζωή, μοναχών ή λαϊκών, φέροντας ως «εύσημο» την ανυπακοή και την αντίδραση στις αποφάσεις της Διοικούσας Εκκλησίας!

Στην τοπική μας Εκκλησία μετά από την παρέλευση 2 περίπου χρόνων από την πρώτη εμφάνιση της πανδημίας και καθώς συνεχίζεται ακόμα να υφίσταται ο κίνδυνος από αυτή, τα περισσότερα μοναστήρια υποχρεώθηκαν να κλείσουν τις πύλες τους στους πιστούς, προκειμένου να προστατέψουν τα ευπαθή μέλη τους. Κάποια γίνονται δέκτες παραπόνων, κατηγοριών, κάποτε και δυσφήμισης, γιατί ακολούθησαν το μέτρο αυτό. Άλλα σηκώνουν πλέον τον σταυρό της δυσκολίας εξεύρεσης ακόμα και των προς το ζην αναγκαίων.

Είσοδος στην μετά-κορωνοϊό εποχή.
Πνευματική αντιμετώπιση

Πέραν αυτής της καταγραφής γνωρίζετε πως ο καθένας από εμάς θα είχε να προσθέσει πολλά επιπλέον στοιχεία, τα οποία υπέπεσαν στην αντίληψή του. Θα είχε όμως να καταθέσει και προσωπικά συναισθήματα, αγωνίες και διλήμματα, τα οποία βίωσε προσωπικά, συχνά μοναχικά και στα οποία ανταποκρίθηκε, επιστρατεύοντας ιδέες και δυνάμεις που τον έφτασαν στα όρια της αντοχής του. Για τον λόγο αυτό, νιώθουμε όλοι ανακουφισμένοι, καθώς όλα δείχνουν πως σταδιακά εισερχόμαστε στην μετά-κορωνοιό εποχή. Μια εποχή διαφορετική, αλλά, όπως δείχνουν τα πράγματα εξίσου δύσκολη, καθώς, πολλές από τις συνθήκες της πρόσφατης περιόδου θα έχουν επιπτώσεις για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ανήκουμε στην οικογένεια του Χριστού, ανήκουμε στην Εκκλησία, η οποία, στην ιστορική της διαδρομή, διήλθε συχνά διά πυρός και σιδήρου. Οι εξωτερικές δοκιμασίες και τα εσωτερικά μας πάθη επαληθεύουν αυτό που διαπιστώνει και ο Απόστολος Παύλος: Είμαστε εύθραυστα όντα, αδύναμοι άνθρωποι, οστράκινα σκεύη. Και όμως, παρά τις ασθενείς μας δυνάμεις, ο Θεός μας εμπιστεύτηκε τον θησαυρό Του που δεν είναι άλλος από την αγάπη Του για τους ανθρώπους. Αυτός λοιπόν ο μέγας Παύλος, ο Απόστολος των δοκιμασιών της μοναχικής ιεραποστολής, της συχνής απογοήτευσης, των διωγμών, των λιθοβολισμών και τέλος του μαρτυρίου, μας καλεί να ορθωθούμε ανάστημα, μας κρατά το χέρι και μας διαβεβαιώνει: «Έχομεν δε τον θησαυρόν τούτον εν οστρακίνοις σκεύεσιν, ίνα η υπερβολή της δυνάμεως η του Θεού και μη εξ ημών, εν παντί θλιβόμενοι αλλ᾽ ου στενοχωρούμενοι, απορούμενοι αλλ᾽ ουκ εξαπορούμενοι, διωκόμενοι αλλ᾽ ουκ εγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι αλλ᾽ ουκ απολλύμενοι, πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι περιφέροντες, ίνα και η ζωή του Ιησού εν τω σώματι ημών φανερωθή». (Β΄ Κορ. 4, 7-10)

Ή, για να παραφράσω τα λόγια του Γέρου του Μωριά, η Εκκλησία μας, όπως και το Γένος μας, «κι άλλες φορές σταυρώθηκε, αλλά, ιδού, ζώμεν». Εκεί που ο κόσμος βλέπει ατυχίες και συμφορές, εμείς αναγνωρίζουμε την δοκιμασία ως πειρασμό, ως ευκαιρία, ως αφορμή για εντονότερη πνευματική ζωή και νέο ξεκίνημα. Γι᾽ αυτό και δεν αποκαρδιωνόμαστε. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να έχουμε πλήρη επίγνωση των νέων συνθηκών που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Μειωμένο Εκκλησίασμα

Θα πρέπει καταρχήν να προετοιμαστούμε για ένα σαφώς μειωμένο εκκλησίασμα, έλλειψη στελεχών σε όλα τα επίπεδα του ενοριακού έργου, ακόμη και έλλειψη συλλειτουργών. Οι αιτίες είναι γνωστές:

Κατ᾽ αρχάς, γνωρίζουμε πως η πανδημία απομάκρυνε πολλούς από την ενοριακή ζωή για διαφόρους λόγους. Η ενοριακή ζωή, με κέντρο την λατρεία, πρέπει να αποτελέσει ξανά καταφύγιο και πηγή ενδυνάμωσης για τους λιπόψυχους που αναζητούν στήριξη, για τους φοβισμένους που αναζητούν ενθάρρυνση, για τους ταραγμένους που αναζητούν γαλήνη, για τους οργισμένους που αναζητούν συμφιλίωση, για τους πνευματικά ψυχραμένους που ζητούν αναθέρμανση, για τους απονεκρωμένους που ζητούν αναζωογόνηση της πνευματικής και λατρευτικής τους ζωής. Ιδιαίτερα, όμως, κατά την περίοδο αυτή, διαταράχτηκαν οι ανθρώπινοι δεσμοί. Δημιουργήθηκαν έριδες, μνησικακίες και φατριασμοί. Επιβάλλεται να είμαστε εμείς οι πρώτοι που θα ακούσουμε προσεκτικά, θα επουλώσουμε πληγές, θα ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να εξωτερικεύσουν συναισθήματα και απόψεις, θα επιτρέψουμε την διαφορετική άποψη, προσβλέποντας διαρκώς προς την σύνθεση και την ενότητα, θα γίνουμε η αγκαλιά της Εκκλησίας που υποδέχεται ξανά, αγκαλιά ίδια με εκείνη του πατέρα του ασώτου που μηδενίζει το παρελθόν και εγκαινιάζει ένα νέο ξεκίνημα. Οι καιροί είναι πλημμυρισμένοι από μοναξιά, φόβο και κατάρρευση. Όλα όμως θα ξεκινήσουν από τη θέρμη της αγάπης και της αποδοχής, που πρώτοι εμείς θα εκπέμψουμε.

Κατά δεύτερον, είναι ανάγκη να διαχειριστούμε την έλλειψη των ανθρώπων, των πολλών ανθρώπων που εξεδήμησαν εξαιτίας της επιδημίας. Ήταν κυρίως άνθρωποι μιας προηγούμενης γενιάς, με την οποία αναπτύξαμε δεσμούς αγάπης και εκτίμησης, μιας γενιάς που ζυμώθηκε με την Εκκλησία σε όλα τα επίπεδα της καθημερινότητας και βεβαίως με την Ορθόδοξη λατρεία μας. Ήταν άνθρωποι μεγάλης ηλικίας, αλλά με πνευματικό σφρίγος, συνέπεια στην λατρευτική ζωή, στυλοβάτες του έργου πολλών ενοριών, έτοιμοι να καλύψουν παντοιοτρόπως τακτικές και έκτακτες φιλανθρωπικές και άλλες ενοριακές ανάγκες. Για τους νέους ανθρώπους, η εκκλησιαστική ζωή είναι σχεδόν άγνωστη, οι θεολογικοί όροι ακατανόητοι, η λατρευτική ζωή χωρίς κατανόηση, αλλά και νόημα. Με τις νεότερες γενιές, ως επί το πλείστον αρχίζουμε από το μηδέν. Η ανάγκη, λοιπόν, ενός επανευαγγελισμού βρίσκεται προ των πυλών. Η επαφή μας με την κοινωνία του 21ου αιώνα δεν μπορεί να στηριχτεί στα αυτονόητα, σε ένα ύφος θριαμβολογίας, στην διεκδίκηση προνομίων, στα οποία είχαμε συνηθίσει. Πρέπει να απευθυνθούμε στους νέους ανθρώπους με ετοιμότητα να τους ακούσουμε και να τους προσφέρουμε ευκαιρίες έκφρασης των απόψεων, της αγωνίας και του πόνου τους. Απαιτούνται νέοι τρόποι, νέες ιδέες και καταπολέμηση των στερεοτύπων μας. Όλα αυτά θα στηριχτούν ξανά στον ζήλο και την θυσιαστική αφοσίωση ημών, των εφημερίων των ενοριών μας. Γι᾽ αυτό και είναι απαραίτητη η αναθέρμανση του ιερατικού μας ζήλου, η προσωπική μας εμβάθυνση στην πνευματική και λατρευτική ζωή, η διερεύνηση και αναθεώρηση των προσωπικών μας αστοχιών και ελλείψεων στην επιτέλεση της ιερατικής μας διακονίας. Που αστοχήσαμε ως λειτουργοί και πνευματικοί πατέρες; Τι δεν πράξαμε σωστά από όσα μας υπαγορεύει η ιερατική μας συνείδηση; Που δεν εργασθήκαμε επαρκώς.

Μήπως αποδειχθήκαμε πνευματικοί «λίγοι» μπροστά στην πρόκληση των περιστάσεων; Σε ποιους τομείς οφείλουμε να αναθεωρήσουμε, να μετανοήσουμε, να επανατοποθετηθούμε; Διήλθαμε περίοδο κόπωσης και απογοήτευσης. Περίοδο στέρησης και αποξένωσης. Μας έλειψε η λατρευτική ζωή και η ζωντανή παρουσία των ανθρώπων. Ας προκύψει λοιπόν και κάτι καλό από όλην αυτήν την ζοφερή περίοδο. Ας γίνει η στέρηση αιτία αναστοχασμού και εκτίμησης των πνευματικών θησαυρών που στερηθήκαμε, αλλά και δρόμος νέας συνάντησης είτε με ήδη γνωστά, είτε με άγνωστα και νέα πρόσωπα, που θα διακρίνουν σ᾽ εμάς μια ακτίνα ελπίδας σε καιρούς ταραχής και αβεβαιότητας. Όλα αυτά όμως δεν θα λειτουργήσουν, αν δεν αναθερμανθεί σε εμάς τους ίδιους η ζέση και ο ζήλος της λατρευτικής και, εν γένει, της πνευματικής ζωής.

Αλλοιώσεις της λειτουργικής τάξης

Είναι γεγονός πως, κατά την περασμένη περίοδο, η λατρευτική ζωή υπέστη αβαρίες. Ακολουθίες συντομεύτηκαν, άλλες δεν πραγματοποιούνταν καν. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη, η λατρευτική ζωή να ξαναβρεί τον ρυθμό της, πιθανόν και με μεγαλύτερη ένταση. Παράλληλα όμως πρέπει να αξιολογήσουμε τα νέα δεδομένα. Υπάρχουν άραγε τρόποι να έρθουν οι νέοι πιο κοντά στην Ορθόδοξη λατρευτική ζωή; Ποια είναι τα περιθώρια ανανέωσης και μεγαλύτερης συνειδητότητας ως προς την συμμετοχή τους στην θεία λατρεία; Τι στοιχεία μας κληροδότησε η περίοδος του κορωνοιού;

Διαδίκτυο

Επιπλέον, ας μην λησμονούμε πως στην λατρευτική ζωή εισέβαλε το Διαδίκτυο. Φτάσαμε να λειτουργούμε ενώπιον ενός αθέατου αλλά υπαρκτού εκκλησιάσματος. Πως αξιολογούμε το γεγονός αυτό; Τι θέση έχει αυτού του τύπου η λατρεία στην μετά-κορωνοιό εποχή; Υπό τις δύσκολες συνθήκες που βιώσαμε, το Διαδίκτυο υπήρξε μια κάποια λύση, προκειμένου να μην αποξενωθούμε παντελώς. Δεν πρέπει όμως επ᾽ ουδενί να αποδεχτούμε την λύση αυτή ως οριστικό υποκατάστατο. Αποτελεί ζωτικής σημασίας ενέργεια να «χτίσουμε» ξανά τις ζωντανές μας σχέσεις και να στηρίξουμε όλες τις πτυχές του ενοριακού έργου και της λατρείας στην αναντικατάστατη φυσική παρουσία. Ο ναός πρέπει να ξαναγίνει το κέντρο της λατρευτικής ζωής. Το Διαδίκτυο αποτελεί ένα εργαλείο, του οποίου η διακριτική χρήση μπορεί όντως να προσφέρει υπηρεσίες και λύσεις. Επ᾽ ουδενί όμως δεν πρέπει να απολυτοποιηθεί.

Λειτουργική ζωή και εκκλησιαστική ενότητα

Η επανεύρεση του λειτουργικού ζήλου, σε συνδυασμό με την αποκατάσταση της λειτουργικής τάξεως και η αναζήτηση νέων τρόπων προβολής και προσφοράς της Ορθόδοξης λατρείας στις νεότερες γενεές στην μετά-κορωνοιό εποχή εξυπηρετεί συγχρόνως ανάγκες πνευματικές και ιεραποστολικές. Η ζέουσα και συνειδητή λατρευτική ζωή μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στην ενίσχυση της ενότητος του εκκλησιαστικού σώματος.

Οι ταραγμένοι καιροί που ζήσαμε επέφεραν διασπάσεις, ακόμη και μέσα στις ίδιες τις Μητροπόλεις, ακόμη και μέσα στις ίδιες τις ενορίες. Ο πειρασμός βρήκε πεδίο δράσης και οδήγησε σε καταστάσεις αυτονόμησης και φατριασμών. Έκφραση αυτή της αυτονόμησης υπήρξε και η αμφισβήτηση πολλών συνοδικών αποφάσεων. Η Συνοδικότητα όμως είναι ο μεγάλος μας θησαυρός και αυτό που μας διαφοροποιεί από όλες τις άλλες χριστιανικές ομολογίες. Η Συνοδικότητα αυτή πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού. Χωρίς αυτή δεν έχουμε εκκλησιαστική διοίκηση, δεν έχουμε ενοποιημένη μαρτυρία, δεν έχουμε ευχαριστιακό σώμα. Αιώνες τώρα, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας πορεύεται με αυτόν τον ευλογημένο τρόπο, ο οποίος είναι ο μόνος που μπορεί να υπερβαίνει προσωπικές αδυναμίες και πιθανές ιδιοτέλειες και να οδηγεί τον λαό του Θεού όπου το Πνεύμα ορίζει. Η Συνοδικότητα αποτελεί προέκταση της βασικής θεολογικής και εκκλησιολογικής θέσεως της ορθόδοξης Εκκλησίας μας, πως, στο πρόσωπο του επισκόπου συγκροτείται ολόκληρη η Εκκλησία, όχι βεβαίως απλώς και μόνον ως ένας διοικητικός οργανισμός, αλλά ως ευχαριστιακή κοινότητα.

Με άλλα λόγια, ο Επίσκοπος αποτελεί κυρίως και πρωτίστως το επίκεντρο της Θείας Ευχαριστίας, όχι ασκώντας εξουσία, αλλά αποδεχόμενος της θείας δωρεάς της φύλαξης του ποιμνίου και της ενότητός του διά του ιερού μυστηρίου της Ευχαριστίας. Κατά τον άγιο Ιγνάτιο, κάθε φορά που ακούγεται η ευχή υπέρ του Επισκόπου, εκείνος είναι ωσεί παρών στα πρόσωπα των Πρεσβυτέρων. Κατά τον Θεοφόρο Πατέρα, την ώρα της Θείας Ευχαριστίας, στο πρόσωπο του λειτουργού συγκροτείται η λογική ποίμνη της Εκκλησίας, η οποία προστατεύει από τους μεταμφιεσμένους λύκους που ως πρώτο, ίσως και μοναδικό σκοπό έχουν την δημιουργία διχόνοιας, σχισμάτων και φατριών, με τελικό σκοπό τον διαμελισμό της Εκκλησίας. Μοναδικός τρόπος προστασίας είναι η συσπείρωση γύρω από τον ποιμένα, ο οποίος εκπληρώνει την αποστολή του πρωτίστως ως λειτουργός. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η θεία

Λειτουργία αποτελεί πρόγευση και οδό προς τα έσχατα, ως σημείο της Βασιλείας του Θεού, στην οποίαν «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· (αφού) πάντες εις εσμέν εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3,28).

Η λατρευτική ζωή για εμάς τους Ορθοδόξους αποτελεί τον πυρήνα της ενότητός μας. Συγκροτούμε ένα σώμα γύρω από την τράπεζα του Μυστικού Δείπνου προεκτεινόμενη στους αιώνες διά του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Για εμάς, η λατρευτική ζωή δεν αποτελεί συναισθηματική ανάμνηση, αλλά ανάδειξη και ενδυνάμωση της ενότητας του σώματος της Εκκλησίας. Υπάρχουμε ως μέλη του ενός σώματος του ίδιου του Χριστού, ακριβώς κατά την στιγμή της βρώσης του Άρτου και της πόσης του Οίνου (Α΄ Κορ. 10, 16 κ. εξ). Χωρίς το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας δεν υπάρχουμε ως Εκκλησία. Η στέρηση του κοινού Ποτηρίου διαρρηγνύει τους δεσμούς της ενότητός μας και μας καθιστά έναν κοινό εγκόσμιο οργανισμό. Με τα δεδομένα αυτά οι δυσχέρειες της λατρευτικής μας ζωής συνέβαλαν στα φαινόμενα διάσπασης και διχογνωμίας. Η αναθέρμανση της λατρευτικής μας ζωής θα επουλώσει πληγές και η συνάντηση όλων μας πέριξ της τραπέζης τού Δείπνου θα αποκαταστήσει πρωτίστως την μυστηριακή ενότητα και, κατ᾽ επέκτασιν, το κοινό μας φρόνημα σε όλα τα επίπεδα.

Η δοκιμασία ως παιδαγωγία

Εξερχόμεθα σταδιακά από μια δοκιμασία, με την απόλυτη πεποίθηση πως τίποτε δεν βρίσκεται έξω από την παντοδυναμία, την φιλανθρωπία και την παιδαγωγία του Κυρίου μας. Επιστρέφουμε στους ναούς μας, αποκαθιστούμε την λειτουργική τάξη, συναντάμε εκ νέου τους αδελφούς μας, επανεκκινούμε το ενοριακό μας έργο. Κυρίως όμως ατενίζουμε το βλέμμα του Χριστού στην εικόνα Του στο τέμπλο του ναού μας και εμπιστευόμαστε τους τρόπους Του να μας φέρνει σε συναίσθηση των ελλείψεων και των αμαρτιών μας και να μας παροτρύνει σε αναθέρμανση της πίστης και της αποφασιστικότητάς μας να Τον αναζητήσουμε και να Τον αγαπήσουμε «εξ όλης της ψυχής, εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας μας». Με τον ίδιο τρόπο αγαπούμε και την οδό της παιδαγωγίας Του. Όση υπήρξε η οδύνη της έλλειψης κοινωνίας μαζί Του, τόσο είναι η πεποίθησή μας πως τίποτε δεν μπορεί να στερήσει τον κόσμο από την δωρεά του Αχράντου Σώματος και του Τιμίου Αίματός Του.

Ας φανούμε αντάξιοι αυτής της δωρεάς και ας αποτελεί πλέον η κάθε Λειτουργία που αξιωνόμαστε να τελούμε ευκαιρία μοναδική για αποκατάσταση σχέσεως με τον Δημιουργό μας, με τους αδελφούς μας και με ολόκληρο τον κόσμο. Εν καιρώ ταραχής και πολέμων, η θεία λατρεία και, ιδιαίτερα, η Θεία Ευχαριστία είναι το όπλο μας και η μαρτυρία μας πως η ελπίδα μιας ειρηνικής οικουμένης δεν αποτελεί ουτοπία αλλά ένα εφικτό όραμα, ευλογημένο και διαρκώς ενισχυμένο από τον Αρχηγό της ζωής και της ειρήνης.

* Ο Αρχιμανδρίτης Δαμασκηνός Κιαμέτης είναι Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού


* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Αχιλλίου Πόλις” της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης τεύχος 07

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ