Κάποιες φορές οι συμπτώσεις βοηθούν τον συνειρμό να αναπτυχθεί με μεγαλύτερη ευκολία. Έτσι, χωρίς πολλές περιστροφές λόγου, που κλέβουν πολύτιμο χρόνο, έρχομαι κατευθείαν στο θέμα μου. Αφετηρία της παρέμβασής μου σκέφτηκα ότι μπορεί να είναι το Μαρτύριο του νεομάρτυρα Θεοδώρου Βυζαντίου. Εξάλλου, τέτοια κείμενα είναι καλό να τα θυμόμαστε συχνότερα φέτος που γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση. Από το συγκεκριμένο Μαρτύριο ανθολογώ τις παρακάτω πληροφορίες:

1. «Τη ε΄ της α΄ εβδομάδος της Αγίας Τεσσαρακοστής», δηλαδή μια μέρα σαν σήμερα, που τότε όμως ήταν σε διαφορετική ημερομηνία (15 Φεβρουαρίου), «επήγεν ο μακάριος Θεόδωρος και επαρρησιάσθη εις τον κριτήν της πόλεως (Μυτιλήνης)»[1], για να ομολογήσει την πίστη του, επιλέγοντας τον πιο επώδυνο τρόπο, ώστε να εκφράσει τη μεταμέλειά του για την άρνηση του Χριστού.

2. Ο Θεόδωρος, ευρισκόμενος προηγουμένως στα σουλτανικά παλάτια στην Κωνσταντινούπολη και απολαμβάνοντας εκεί τα αξιώματα που έλαβε ως επιβράβευση για την εκούσια αποδοχή του Ισλάμ, «ήρθεν εις εαυτόν», φοβούμενος το θανατικό δρέπανο της πανούκλας, το οποίο θέριζε πολλούς κατά το 1794[2], μια επιδημία που φαίνεται ότι έπληττε την Κωνσταντινούπολη τουλάχιστον από το 1792, με βάση πληροφορία προερχόμενη από την αλληλογραφία Νικοδήμου Αγιορείτη και Δωροθέου Βουλησμά[3].

3. Κατά τη φυλάκιση που επέβαλε στον Θεόδωρο ο κριτής της Μυτιλήνης για το βαρύ έγκλημα της άρνησης του Ισλάμ, ο Νεομάρτυρας υπέφερε σκληρά βασανιστήρια από τους Τούρκους, ενώ ελάχιστες ώρες πριν τον απαγχονισμό του, «Τω Σαββάτω, το πρωί» – ημέρα μνήμης του ομώνυμού του μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου Τήρωνος – «επήγεν ένας χριστιανός, όπου ήτον εκεί (εις την φυλακήν) υπηρέτης, και ευρίσκει τον μάρτυρα ψάλλοντα το, Τη Υπερμάχω˙ εζήτησε (ο μάρτυς) από τον χριστιανόν καλαμάρι και έγραψε προς τον αρχιερέα δια να του στείλη την θείαν δωρεάν, και δια του ιδίου επέμφθη αύτη εις αυτόν και εκοινώνησεν»[4].

Στο μελαγχολικό περιβάλλον της φυλακής, με οικτρή σωματική κατάσταση από τους ραβδισμούς, έχοντας «και τους βολβούς των οφθαλμών ολίγον έξω από τον τόπον τους» από τις συσφίγξεις της κεφαλής του, ο Νεομάρτυρας βρήκε παρηγοριά και ενίσχυση από το Υπερμάχω και κυρίως από τη μετοχή στη θεία Ευχαριστία, την οποία ο επιχώριος αρχιερέας επινόησε να στείλει με τον υπηρέτη της φυλακής, παρακάμπτοντας την παγιωμένη κανονική τάξη μετάδοσής της από κληρικό.

Στο σκηνικό που περιγράψαμε μπορούμε να βρούμε αρκετούς παράλληλους συσχετισμούς με αυτούς που βιώνουν στις μέρες μας όσοι νοσηλεύονται στις ΜΕΘ. Βεβαίως εδώ δεν υπάρχουν οι δήμιοι, ούτε η φυλακή για κατάδικους˙ υπάρχει όμως ο αόρατος ιός, ο οποίος μπορεί να επιφέρει τα ίδια ή και σκληρότερα βασανιστήρια σε ένα περιβάλλον απόλυτης απομόνωσης από οικείους και φίλους, δηλαδή παρόμοιο με φυλακή. Οι νοσηλευόμενοι στις ΜΕΘ ευρίσκονται απρόσμενα μόνοι ενώπιον του θανάτου, μετρώντας ώρες, ακόμα και λεπτά της επίγειας ζωής. Παλεύουν και αυτοί να αντέξουν στα πάθη του σώματος από τη βλάβη ζωτικών οργάνων, αντιλαμβανόμενοι ενίοτε με πολύ απογοήτευση ότι κάποιοι χάνουν και τη μάχη με τη ζωή. Σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα, είμαι απολύτως βέβαιος, ότι πολλοί ψελλίζουν με όση δύναμη χειλέων απομένει, αλλά πάντως από τα μύχια της καρδιάς τους, κάποιο Υπερμάχω, και βεβαίως αναζητούν τον ανύπαρκτο υπηρέτη να τους μεταφέρει τη θεία Κοινωνία. Όσοι μολύνθηκαν σοβαρά από τον ιό, εισέρχονται στο νοσοκομείο μόνοι, παραμένουν εκεί μόνοι, πεθαίνουν μόνοι και θάπτονται ουσιαστικά μόνοι. Εν τέλει, η συσχέτιση με το μαρτύριο του αγίου Θεοδώρου του Βυζαντίου δεν γίνεται  μόνο εξαιτίας των ιστορικών συμπτώσεων, αλλά κυρίως για την ταυτότητα του βιώματος. Στην πραγματικότητα όσοι πάσχουν με υπομονή εν Χριστώ και πεθαίνουν από τον ιό μπορούν να χαρακτηριστούν ότι έχουν ήθος νεομαρτύρων.

Κυρίες και κύριοι, μέχρι σήμερα, έναν και πλέον χρόνο μετά την πανδημία, έχουν γίνει πολλές και γόνιμες συζητήσεις για τον τρόπο μετάδοσης της θείας Ευχαριστίας, πάντοτε με φόντο τη διασφάλιση της υγείας των πιστών. Στον διάλογο αναζητήθηκαν πατερικά και κανονικά τεκμήρια για κάποια νέα επιλογή, όμως οι πηγές δεν φαίνεται να βοηθούν, τουλάχιστον με τη μορφή που απαιτούν οι περιστάσεις. Στην περίπτωση όμως της μετάδοσης της θείας Κοινωνίας σε όσους ευρίσκονται σε κίνδυνο θανάτου, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Πρώτα – πρώτα, η Εκκλησία αρχαιόθεν είχε τη θέση ότι αυτοί θα πρέπει απαραίτητα και με κάθε τρόπο να λαμβάνουν το «εφόδιον ζωής αιωνίου». Έτσι, ανέστελλε ακόμα και το επιτίμιο του αφορισμού, δηλαδή της στέρησης της θείας Ευχαριστίας, για τους εσχατοβιούντες υπαίτιους κανονικών αδικημάτων, ως μία επιλογή ποιμαντικής ευθύνης. Ενώπιον του θανάτου η ακρίβεια των κανόνων υποχωρεί. 

Από τα πολλά παραδείγματα εκκλησιαστικής οικονομίας σε τέτοιες περιπτώσεις θα αναφέρω το παρακάτω, το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι αρκετά χρήσιμο. Ο Λέων Αρχιεπίσκοπος Καλαβρίας ρώτησε κάποτε τον ιερό Φώτιο εάν είναι πρέπον οι γυναίκες να μεταφέρουν τη θεία Ευχαριστία σε χριστιανούς που ρίχτηκαν σε φυλακές θανάτου από Σαρακηνούς. Ο Φώτιος αποδέχθηκε κατά αρχήν ανεπιφύλακτα την πράξη οι ευσεβείς γυναίκες να μεταφέρουν τη θεία Ευχαριστία. Εξάλλου, κατά τη συνήθεια της εποχής οι διακόνισσες είχαν ένα τέτοιο λειτουργικό έργο. Όμως, στη συνέχεια ο Φώτιος υπερβαίνει τα κανονικά όρια και παραδέχεται ότι την ίδια δυνατότητα μπορούν να έχουν ακόμα και οι άπιστες, στις οποίες υποθέτουμε ότι συγκαταλέγει και τις Σαρακηνές, αρκεί αυτές να αντιμετωπίζουν με σεβασμό τα τίμια Δώρα κατά τη μεταφορά τους στους φυλακισμένους – μελλοθάνατους. Το θεολογικό επιχείρημα του Φωτίου είναι ότι δεν «κοινούται το Άγιον» από τις άπιστες γυναίκες, αλλά αντίθετα αυτό αγιάζει και τους φυλακισμένους και όσες με ευλάβεια και αγάπη διακονούν αυτούς[5]. Ο Φώτιος ως γνήσιος ποιμένας έβλεπε πιο μακριά, εκτός των ορίων που σχημάτιζε η κανονική πράξη.

Η επιλογή, την οποία συνέστησε με ξέχωρη ευκολία ο Φώτιος, μπορεί να αξιοποιηθεί ποιμαντικά και στην κατάσταση που δημιουργεί η πανδημία Covid-19, αντιστοίχως εφαρμοζόμενη. Η Εκκλησία σήμερα όπως και τότε, έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποστέλλει με κάποιο πρόσωπο, γιατρό ή νοσοκόμο, άνδρα ή γυναίκα, που έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στους χώρους νοσηλείας, τεμάχιο καθαγιασμένου άρτου με ενσταλαγμένο τίμιο αίμα, τοποθετούμενο σε ειδικό μικρό σκεύος, ώστε οι έγκλειστοι των ΜΕΘ να κοινωνούν, ως μετάδοση ζωής αιωνίου για τους απερχομένους και ως πράξη παρηγοριάς για τους «περιλειπόμενους». Ο τρόπος μιας τέτοιας μετάδοσης είναι απλός και συμβατός με την εκκλησιαστική πράξη, τουλάχιστον σε κάποιες πτυχές της, όπως εφαρμόστηκαν στην περίπτωση των ασκητών.

Επειδή στην ημερίδα είναι παρών ο άγιος Αργολίδος, ο οποίος γνωρίζει καλά την εκκλησιαστική παράδοση της Βοιωτίας, θα επικαλεστώ εδώ ένα παράδειγμα από τον Βίο του αγίου Λουκά του Στερειώτη (10ος αιώνας). Ο Όσιος συνήθιζε να κοινωνεί συχνά, εκτός ευχαριστιακών συνάξεων, από προηγιασμένα Δώρα, τα οποία είτε έπαιρνε ο ίδιος στο ασκητήριο του είτε του αποστέλλονταν εκεί[6], προφανώς σε ειδικό σκεύος, παρόμοιο με αυτό που μαρτυρείται στον κανόνα 101 της Πενθέκτης. Η συγκεκριμένη πράξη ήταν χρόνια συνήθεια των ασκητών. Την βλέπουμε πανομοιότυπα να επιβεβαιώνεται ύστερα από πέντε αιώνες και από τον Συμεών Θεσσαλονίκης[7]. Η μετάδοση της θείας Κοινωνίας εκτός του ναού έχει σε κάποιες πτυχές τους δικούς της κανόνες. Σε αυτή τη λογική θα πρέπει να τοποθετήσουμε και το επίμαχο σχόλιο του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη στον 28ο κανόνα της Πενθέκτης.  

Έρχομαι τώρα στην ακροτελεύτια επισήμανση. Η ευχαριστιακή θεολογία στις μέρες μας έχει ανοίξει νέους ορίζοντες κατανόησης της ορθόδοξης πνευματικότητας. Έχει έτσι προβληθεί και έχει υποστηριχθεί δια πολλών η συχνή μετοχή στη θεία Ευχαριστία[8]. Όμως, η ευχαριστιακή ζωή δεν μπορεί να περιχαρακωθεί και να εξαντληθεί στους συμβατικούς νόμους των ανθρώπων, ακόμη και αν αυτοί είναι κανόνες της Εκκλησίας. Μην ξεχνάμε ότι το μυστήριο είναι αυτή η ίδια σταυρική θυσία του Κυρίου συνεχιζόμενη ανά τους αιώνες˙ αυτή που συνδέει με τον πιο τέλειο τρόπο τα έσχατα με την ιστορία. Ο αγιάζων τον κόσμο Θεός ενεργεί, κατά την πανσοφία και την πολυευσπλαγχνία του, αναλόγως προς τη δεκτικότητα της ψυχής των ανθρώπων και χωρίς ασφαλώς να υποτάσσεται στους νόμους της κτιστότητας. Υπ’ αυτή την έννοια κατανοείται και η θέση που διατύπωσε ο Γεννάδιος Σχολάριος σε καιρούς αντίστοιχους με την εποχή μας. Την προσθέτω εδώ σαν μια ακόμα ψηφίδα, γνωρίζοντας ότι αφήνω ασχημάτιστο το ψηφιδωτό, τη  νοητή ιδέα του οποίου μπορεί η ωριμότητά Σας να ολοκληρώσει. «Το μέγα μυστήριον της ιερωτάτης κοινωνίας ποιεί προκοπήν της πνευματικής ζωής εν τοις μεταλαμβάνουσι, διότι ώσπερ κατά το φαινόμενον εστί βρώσις και πόσις σωματική, ούτω κατά το νοούμενον αποτέλεσμα εστί βρώσις και πόσις πνευματική. Ουδέν ουν ποιεί την προσθήκην της εξ ουρανών χάριτος αυτή μόνη η μετάληψις του μυστηρίου, αλλά ζητείται προ παντός άλλου η πρέπουσα παρασκευή του υποδεχομένου … Ώσπερ ουν το αποτέλεσμα του μυστηρίου έρχεται εκ Θεού δια την πρέπουσαν παρασκευήν προς αυτό, ούτως και όταν υπάρχη εν τίνι ανθρώπω η πρέπουσα παρασκευή προς αυτό, ουκ εμποδίζεται το αποτέλεσμα του μυστηρίου διά την απουσία της μεταλήψεως, εάν εμποδίζη την μετάληψιν ανάγκη τις απαραίτητος»[9].  

Αυτά είναι λόγια παρήγορα για τον άνθρωπο, που πνίγεται στις ελλείψεις του, αφήνουν δε περιθώρια στον Θεό να θεραπεύσει τα υστερήματά μας, γινόμενος τα πάντα εν πάσι (πρβ. Α΄ Κορ. 9, 22).            


*Παρέμβαση στην επιστημονική ημερίδα του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ, «Επιστήμη, Εκκλησία και Κοινωνία απέναντι στην πανδημία», Θεσσαλονίκη 18 Μαρτίου 2021.  

1. Ο Νεομάρτυς Θεόδωρος ο Βυζάντιος. Πολιούχος Μυτιλήνης, Μυτιλήνη 2000, σ. 327.

2. Όπ. π., σσ. 316-317.

3. Θ.Ξ. Γιάγκου – Αντ.-Αιμ. Ταχιάος, Αλληλογραφία αγίου Νικοδήμου Αγιορείτη και Δωροθέου Βουλησμά. Το Πηδάλιον και οι «περιπέτειές του», Αγία Νάπα 2020, σ. 324.

4. Όπ. π., σσ. 331-332. 

5. Βλ. PG 102, 780-781.

6. Δ.Ζ. Σοφιανός, Ο όσιος Λουκάς, ο Βίος του, Αθήνα 1993, σσ. 152-153. 

7. PG 155, 889.

8. Βλ. Νικόδημος Σκρέττας, Η θεία Ευχαριστία και τα προνόμια της Κυριακής κατά τη διδασκαλία των Κολλυβάδων, Θεσσαλονίκη 2008.  

9. Ι.Μ. Φουντούλης, Η Οικονομία σε λειτουργικά θέματα κατά τον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Οι ποιμαντικές ανάγκες της τουρκοκρατίας, Χριστιανική Θεσσαλονίκη – Οθωμανική περίοδος, 1430-1912, Α΄, Θεσσαλονίκη 1993, σσ. 197-198.

O καθηγητής κ. Θεόδωρος Γιάγκου είναι Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ. Διδάσκει Κανονικό Δίκαιο στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας

Ετικέτες: