Στη διήγηση του ευαγγελιστή Ιωάννη που σήμερα διαβάζεται στη θεία Λειτουργία πληροφορούμεθα ότι ο Ιησούς θεράπευσε έναν επί 38 έτη παράλυτο. Στο αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας από τις Πράξεις των Αποστόλων γίνεται λόγος για τη θεραπεία από τον Απόστολο Πέτρο ενός παραλύτου στη Λύδδα  της Παλαιστίνης (την αρχαία Διόσπολη, Πατρίδα του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου που σήμερα ανήκει στο Ισραήλ) και εν συνεχεία για την ανάσταση μετά από θερμή προσευχή του ιδίου Αποστόλου ανάσταση της  Ταβιθά στην Ιόππη (σημερινή Γιάφα, κοντά στο Τελ Αβίβ).

Όπως ο Χριστός πρόβλεψε ότι, αν τον ίδιο τον κατεδίωξαν, την ίδια τύχη θα έχουν και οι μαθητές του, έτσι και τους προείπε ότι, αν έχουν πίστη, τα έργα που έκανε ο ίδιος, τα ίδια και περισσότερα θα κάνουν και οι μαθητές του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα δυο θαύματα του Απ. Πέτρου. Η κραυγή αγωνίας του παραλύτου της ευαγγελικής διηγήσεως «άνθρωπον ουκ έχω» δεν ακούγεται στην αποστολική διήγηση, αντίθετα όμως διαβάζουμε για την ευγνωμοσύνη των ανθρώπων που απηχείται στη φράση ότι η Ταβιθά «είχε κάνει πολλές αγαθοεργίες και ελεημοσύνες» (Πράξ. 9,36).

Η μοναξιά του ανθρώπου, που απηχείται στην κραυγή αγωνίας του παραλύτου «άνθρωπον ουκ έχω», κραυγή και του σημερινού ανθρώπου που μπορεί να περιβάλλεται από πολλούς άλλους αναθρώπους γύρω του  αλλά αδιαφόρους για τις ανάγκες του, έχει το αντίστοιχο, αντίθετο όμως, στη διήγηση την αποστολική κατά την οποία «τον περικύκλωσαν (τον Απ. Πέτρο) όλες οι χήρες κλαίγοντας και δείχνοντάς του τα ρούχα που είχε φτιάξει γι’ αυτούς η Δορκάδα όσο ζούσε» (Πράξ. 9,39).

Η αγάπη, που αποτελεί κεντρική διδασκαλία του Χριστού και εν συνεχεία της Εκκλησίας, δεν είναι μια συναισθηματική στάση έναντι του πλησίον αλλά είναι έμπρακτη τοποθέτηση, στάση ζωής. Η φράση «ο Θεός αγάπη εστί» του Ευαγγελιστή Ιωάννη στην Α΄ Καθολική επιστολή του (Α΄Ιω.4,8)  είναι ό,τι υψηλότερο και σπουδαιότερο έχει γραφεί περί του Θεού. Δεν λέγει ο ευαγγελιστής ότι ο Θεός έχει αγάπη. Ταυτίζει δηλ. οντολογικά τον Θεό με την αγάπη, την οποία προσδιορίζει ακριβέστερα στο Ευαγγέλιό του, με αποκορύφωμα τον στίχ. 3,16 «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στον θάνατο τον μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια».

Η θεραπεία του παραλύτου Αινέα και η ανάσταση της Ταβιθά (από τις λίγες περιπτώσεις που στην Καινή Διαθήκη διασώζεται το όνομα θεραπευμένου ή αναστημένου) δείχνουν τη συνέχεια του έργου του Ιησού από τους μαθητές του και κατόπιν από την Εκκλησία. Η θαυματουργική όμως  δράση της Εκκλησίας, ιδιαίτερα στην εποχή μας, που την ταλαιπωρεί ο θανατηφόρος ιός, προϋποθέτει δυνατή πίστη, τόσο στους εργάτες του Ευαγγελίου, όσο και στους πιστούς. Πίστη έστω και «ως κόκκον σινάπεως» (βλ. π.χ. Ματθ.17,20), η οποία υπερβαίνει τα εμπόδια και κάνει τα αδύνατα δυνατά. Τέτοιες σημαντικές φράσεις του Χριστού καλούν και προσκαλούν τους χριστιανούς σε μια ενδοσκόπηση και αυτοκριτική. Θαύματα δεν σταμάτησε να κάνει η Εκκλησία, απλώς χρειάζονται «γεγυμνασμένα αισθητήρια» (Εβρ.5,14) για να τα δει κανείς.

Η παρουσία θαυματουργών αγίων στον κόσμο δεν σταμάτησε ποτέ κι ούτε θα σταματήσει. Αυτό που δεν βλέπει κανείς σήμερα ως γενική κατάσταση στην Εκκλησία δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Αν δεν υπάρχει παντού έμπρακτη και ορατή χριστιανική πίστη και ζωή, σημαίνει ότι δεν βιώθηκε ακόμη από όλους έντονα η χριστιανική διδασκαλία, και ότι απομένει πολλή και εργώδης προσπάθεια των χριστιανών, ώστε να μην ισχύει η σαρκαστική φράση του Μπέρναρ Σο ότι «ο διάβολος έκανε μια ένεση-εμβόλιο αξασθενημένου χριστιανισμού στους χριστιανούς, ώστε να μην τους εγγίζει ο πραγματικός χριστιανισμός». Από όλους μας εξαρτάται να μην ισχύει η ρήση αυτή.

Ο κ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος, είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. ειδικός στην ερμηνεία της Καινής Διαθήκης

Ετικέτες: