Η επιβολή του ράσου στον έγγαμο κλήρο της χώρας μας έγινε με βασιλικό διάταγμα το 1931.

Μέχρι τότε οι κληρικοί φορούσαν ο καθένας την τοπική του φορεσιά (φουστανέλα ο ηπειρώτης, βράκα ο νησιώτης κ.ο.κ.)

Η ταύτιση λοιπόν του ράσου, το οποίο αποτελεί κατά κύριο λόγο μοναχικό ένδυμα, με την ιερωσύνη χαρακτηρίζεται μερικώς άστοχη.

Δεν θα αναφερθώ στον λόγο του αγίου Παϊσίου σχετικά με τα ράσα: «παπάς α-ράσο-τος, άρα άσωτος», γιατί δεν αποτελεί γενικό κανόνα, αλλά αποκλειστικά στην χάρη της ιερωσύνης.

Η μοναδικότητα του διακονήματος του ιερέα, σύμφωνα με τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν, συνίσταται στο ότι καλείται και τοποθετείται στην Εκκλησία (στο σώμα του Χριστού) για να είναι εικόνα της κεφαλής του Σώματος – του Χριστού – και αγωγός μέσω του οποίου συνεχίζεται και πραγματοποιείται το προσωπικό διακόνημα του Χριστού. Με πιο απλά λόγια, ο ιερέας ενεργεί ως χέρι του Χριστού (Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας Β 2, 269)

Η ιερωσύνη δεν είναι ένα απλό επάγγελμα σαν όλα τα άλλα για να πει κάποιος ότι το εγκαταλείπω για να κάνω κάτι άλλο ή κάτι παρόμοιο. Δεν είναι υπάλληλος του δημοσίου, ο οποίος επειδή κουράστηκε να κάθεται, αποφάσισε να γίνει μπετατζής (εξαιρούνται οι εργατικοί υπάλληλοι).

Να φανταστείτε ότι στα κρανία των ιερέων (βλ. κάρα οσίου Αρσενίου Καππαδόκου αλλά και πολλών άλλων απλών κληρικών) είναι αποτυπωμένος ο σταυρός, τον οποίο χάραξε ο αρχιερέας στο κεφάλι τους κατά την διάρκεια της χειροτονίας τους.

Η εγκατάλειψη λοιπόν της ιερωσύνης, μόνο με την λιποταξία από τον στρατό εν καιρώ πολέμου μπορεί να παρομοιαστεί.

Πριν με κρίνετε, διαβάστε τον συλλογισμό μου.

Ως χριστιανοί, καλούμαστε από την στιγμή που βαπτιστήκαμε στο όνομα της Αγίας Τριάδας, να αποταχθούμε τον διάβολο και να συνταχθούμε στο στρατόπεδο του Χριστού. Σε αυτό τον διαρκή πόλεμο με τον διάβολο, ο οποίος σαν λιοντάρι που ωρύεται ψάχνει κάποιον να καταπιεί (να καταβροχθίσει) (Α΄Πετρ. 5, 8), ο καθένας μας τοποθετείται από την Εκκλησία σε κάποια θέση.

Οι μοναχοί στην εμπροσθοφυλακή ως ειδικές δυνάμεις, οι αρχιερείς ως στρατηγοί, οι ιερείς ως ασυρματιστές, άλλοι ως απλοί στρατιώτες κ.ο.κ.

Άρα, όταν σε καιρό πολέμου εγκαταλείπεις την θέση σου, η απόφαση σου αυτή δεν επηρεάζει μόνο εσένα, αλλά ολόκληρο το στράτευμα (του Χριστού στην παρούσα).

Και ενώ όλοι είμαστε αμαρτωλοί και είναι δυνατόν να αμαρτήσουμε από άγνοια, ο ιερέας όχι. Γιατί όπως αναφέρει η Αγία Γραφή, εάν αμαρτήσει ο αρχιερέας (ή ο ιερέας) είναι σαν να αμαρτάνει όλος ο λαός (Λευιτ. 4, 1-3 & 13-14).

Στην περίπτωση λοιπόν που αμαρτήσει κάποιος ιερέας, αντί να βιαστούμε να τον κρίνουμε, ας προσευχηθούμε για εκείνον αλλά και για εμάς, εφόσον η αμαρτία του βαρύνει όλους μας.

Γιατί με τόσο μεγάλη τιμή στόλισε ο Θεός την ιερωσύνη, ώστε ο άγιος Κοσμάς να ομολογεί, ότι «εάν απαντώ ένα παπά και ένα βασιλέα, με φαίνεται εύλογον τον παπά να βάλω να καθίση υψηλότερα. Και αν απαντήσω ένα παπά και έναν άγγελο, πρώτα θα χαιρετήσω τον παπά και έπειτα τον άγγελο».

Καλή μετάνοια και καλή φώτιση σε όλους μας.

*Του π. Θεμιστοκλή Ιασονίδη, κληρικού της μητρόπολης Κιλκισίου και υποψήφιου διδάκτορος του τμ. Θεολογίας ΑΠΘ.

Κείμενα από την συντακτική ομάδα του orthodoxia.info.

Ετικέτες: