Το ερώτημα των ορίων της συγχωρητικότητας και της ανοχής αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ των σοφών του Ισραήλ για τουλάχιστον δύο αιώνες πριν από την εποχή του Χριστού, όπως προκύπτει από το βιβλίο της Σοφίας Σειράχ: «Αυτός που εκδικείται θα δοκιμάσει του Κυρίου την εκδίκηση, καθώς εκείνος με ακρίβεια καταγράφει τις αμαρτίες του. Συγχώρα τον πλησίον σου για ό,τι κακό σου έκανε· και τότε, όταν προσευχηθείς, οι αμαρτίες σου θα συγχωρεθούν. Άνθρωπος σ’ άνθρωπο ενάντια κρατάει οργή, κι από τον Κύριο ζητάει συχώρεση; Για έναν όμοιό του άνθρωπο δεν έχει έλεος· πώς το ζητάει για τις δικές του αμαρτίες; Αυτός, αν κι είναι άνθρωπος, μνησικακεί· ποιος θα του συγχωρέσει τις δικές του αμαρτίες; Σκέψου τα τελευταία σου και πάψε να μισείς· τη φθορά και τον θάνατο στοχάσου και τήρησε τις εντολές. Να θυμάσαι τις εντολές και μην κρατάς κακία στον διπλανό σου ενάντια· τη Διαθήκη να θυμάσαι του Υψίστου, κι αν κάποιος αμαρτήσει από άγνοια, παράβλεψέ το» (ΣΣι 28:1-7).

Το ίδιο θέμα συζητάει και η παραβολή του Ιησού που περιέχεται στο Ματ 18:23-35 και αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ΙΑ´ Κυριακής του Ματθαίου. Αφορμή για την παραβολή αποτέλεσε ένα ερώτημα που έθεσε ο Πέτρος στον Ιησού: «Κύριε, πόσες φορές θα σφάλει σ’ εμένα ο αδελφός μου και θα τον συγχωρήσω; Ώς εφτά φορές;» (Ματ 18:21).

Ορισμένοι νομοδιδάσκαλοι της εποχής του Χριστού φαίνεται πως κήρυτταν ότι οι άνθρωποι πρέπει να συγχωρούν τους συνανθρώπους των τρεις ή και τέσσερεις φορές, οπότε ο Πέτρος με το ερώτημά του για εφτά φορές νομίζει ότι εξαντλεί τα όρια της ανεκτικότητας. Όμως η απάντηση του Ιησού επεκτείνει τα όρια αυτά απεριόριστα: «Δεν σου λέω ώς εφτά, αλλά ώς εβδομήντα φορές το εφτά» (Ματ 18:22).

Η έκφραση «εβδομήντα φορές το εφτά» είναι ένας εβραϊσμός για τη δήλωση του αναρίθμητου, και μια τέτοια απάντηση θα ξάφνιασε, ασφαλώς, τους ακροατές του Ιησού, οπότε αναλαμβάνει να εξηγήσει τη θέση του με μια παραβολή. Αυτό όμως που ξαφνιάζει τον σύγχρονο πλέον αναγνώστη είναι το ότι, προκειμένου να μιλήσει για συγχώρεση και ανοχή, ο Ιησούς δεν επικαλείται, όπως θα ανέμενε κανείς, κάποια διάταξη του Νόμου του Θεού, ούτε χρησιμοποιεί όρους της θρησκευτικής ζωής, όπως ο σοφός Σειραχίδης στο παραπάνω κείμενο, αλλά δανείζεται το παράδειγμά του από την οικονομική ζωή. Σύμφωνα με το κείμενο, κάποιος βασιλιάς, ζητώντας από τους δούλους του απόδοση λογαριασμού, διαπίστωσε ότι ένας από αυτούς του όφειλε 10.000 τάλαντα. Ο δούλος αδυνατώντας να εξοφλήσει ένα τόσο υπέρογκο ποσό, έπεσε στα πόδια του κυρίου του παρακαλώντας για την κατανόησή του και εκείνος τελικά του χάρισε το χρέος. Ο ίδιος δούλος όμως δεν συμπεριφέρθηκε με αντίστοιχη γενναιοδωρία σε κάποιον που του όφειλε ένα ευτελές σχετικά ποσό, με αποτέλεσμα να το πληροφορηθεί ο κύριός του και να τον τιμωρήσει σκληρά.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Χριστός, προκειμένου να περιγράψει τις σχέσεις των ανθρώπων με τον Θεό και με τους συνανθρώπους τους χρησιμοποιεί όρους και παραδείγματα δανεισμένα από την οικονομική ζωή. Όσα λέει με την παραπάνω παραβολή θυμίζουν έντονα το πέμπτο αίτημα της “Κυριακής Προσευχής”, που επίσης χρησιμοποιεί οικονομική ορολογία: «Χάρισέ μας τα χρέη μας, όπως κι εμείς τα χαρίζουμε στους δικούς μας οφειλέτες» (Ματ 6:12).

Αυτό που τελικά θέλει να τονίσει ο Ιησούς είναι ότι η ορθή σχέση του ανθρώπου με τον Θεό δεν μπορεί παρά να έχει επιπτώσεις και στις σχέσεις του ανθρώπου με τους άλλους. Όποιος νιώθει πραγματικά ότι ευεργετείται από τον Θεό και του συγχωρούνται οι αμαρτίες, δεν μπορεί παρά και ο ίδιος να συγχωρεί τις αμαρτίες των άλλων. Αυτό όμως που διαφοροποιεί τη διδασκαλία του Ιησού από την αντίστοιχη των άλλων ραβίνων της εποχής του είναι το ότι στη συγχωρητικότητα που κηρύσσει ο Ιησούς δεν υπάρχουν όρια. Αυτό προκύπτει σαφέστατα τόσο από τον αριθμό που περιέχεται στην απάντησή του προς τον Πέτρο όσο και από τα ποσά που χρησιμοποιεί στην παραβολή για να περιγράψει τα χρέη των δούλων. Ο άσπλαχνος δούλος εμφανίζεται να χρωστάει στον κύριό του δέκα χιλιάδες τάλαντα. Το τάλαντο δεν είναι νόμισμα αλλά μονάδα βάρους, επομένως η αξία του εξαρτάται από το είδος του μετάλλου. Αν πρόκειται για το ελληνικό ασημένιο τάλαντο, που περιείχε περίπου 6000 δηνάρια, τότε το χρέος του δούλου θα πρέπει να ανερχόταν στο μυθικό για την εποχή ποσό των 60.000.000 δηναρίων (σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς περισσότερα από 7.000.000 ευρώ), που ασφαλώς δεν μπορούσε να πληρώσει, αφού ο μισθός του δεν ξεπερνούσε το ένα δηνάριο την ημέρα. Ο Ιησούς γνώριζε βέβαια ότι ένα τέτοιο ποσό δεν θα μπορούσε να αποτελεί χρέος ενός δούλου, επιλέγει όμως αυτό το απίθανο ποσό από τη μια μεριά για να δείξει το μέγεθος της χάρης του κυρίου και από την άλλη το μέγεθος της αχαριστίας του δούλου αφού το ποσό που του χρωστούσε ο σύνδουλός του ήταν 600.000 φορές μικρότερο από αυτό που του χαρίστηκε.

Αν και σε πρώτη προσέγγιση δίνεται η εντύπωση ότι ο Ιησούς δεν στηρίζει την επιχειρηματολογία του στην Αγία Γραφή, προσεκτικότερη ανάγνωση οδηγεί στη διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία συνοψίζει ουσιαστικά ολόκληρη τη διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης για την αμαρτία. Σήμερα σαν αμαρτία νοείται συνήθως μια παράβαση θείας εντολής, πράγμα που δημιουργεί νομικό και δικαιικό πρόβλημα σε σχέση με τη θεία τάξη, και ο Θεός εμφανίζεται σαν εισαγγελέας που εξοργίζεται από τις παραβάσεις των ανθρώπων και ζητά ανταλλάγματα εξιλέωσης. Πρόκειται για μια περί αμαρτίας αντίληψη που έχει επιβαρυνθεί με πολλές θρησκευτικές και φιλοσοφικές επιδράσεις, ξένες προς το πνεύμα της Βίβλου. Στη Βίβλο όμως αυτό που συνήθως αποκαλείται “αμαρτία” είναι σε τελευταία ανάλυση μια κατάχρηση εξουσίας. Για να γίνει αυτό καλύτερα αντιληπτό, θα πρέπει να ανατρέξει κανείς στα πρώτα κεφάλαια της Αγίας Γραφής. Εκεί αναφέρεται ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο τέλειο, μια εικόνα δική του (Γεν 1:26-27), και τον τοποθέτησε διαχειριστή στον κόσμο (Γεν 1:28-29). Ο διαχειριστής έχει απόλυτη εξουσία πάνω σ’ αυτό που διαχειρίζεται, αλλά είναι και υπόλογος απέναντι σ’ αυτόν που του έδωσε την εντολή διαχείρισης. Έτσι, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και μάλιστα εξουσιοδοτημένος από τον Θεό να ασκήσει την εξουσία του πάνω στον κόσμο, γνωρίζει όμως ότι κάθε κατάχρηση αυτής της εξουσίας τον καθιστά υπόλογο, αμαρτωλό δηλαδή, απέναντι στον Θεό, εφόσον από αυτόν αντλεί την εξουσία του. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να χρησιμοποιήσει τη δύναμη του μυαλού του, για να δαμάσει τα στοιχεία της φύσης και να τα θέσει στην υπηρεσία του. Είναι ελεύθερος να χρησιμοποιήσει τη σωματική του δύναμη και την υγεία του, για να αυξήσει την παραγωγικότητά του και να προκόψει. Είναι ακόμη ελεύθερος να χρησιμοποιήσει την οικονομική του δύναμη, για να κάνει τη ζωή του πιο εύκολη και ευχάριστη. Αν όμως καταχραστεί τη δύναμη που του παρέχει το μυαλό του, το σώμα του ή τα χρήματά του, χρησιμοποιώντας τα σε βάρος της φύσης και του συνανθρώπου του, τότε αμαρτάνει, οφείλει, δηλαδή, στον Θεό και γι’ αυτό τον παρακαλεί: «Χάρισέ μας τα χρέη μας». Πάνω σ’ αυτήν τη λογική στηρίζεται όλο το θυσιαστικό σύστημα του βιβλικού Ισραήλ, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του βιβλίου Λευιτικόν με τις πολυάριθμες διατάξεις του που καθορίζουν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια το τίμημα που κάθε φορά οφείλει να πληρώσει ο άνθρωπος προκειμένου να εξιλεωθεί από την κατάχρηση που έκανε και να συμφιλιωθεί με τον Θεό. Αν και για τον σύγχρονο άνθρωπο τα περίπλοκα τελετουργικά φαίνονται ξένα ή και, ως ένα βαθμό, βάρβαρα, για τους ανθρώπους της εποχής είχαν μεγάλη σημασία, γιατί προσέφεραν τη δυνατότητα αποκατάστασης των σχέσεων που διαταράσσονταν με την αμαρτία. Η σφαγή του ζώου από τη μια μεριά εκφράζει τον μη αναστρέψιμο χαρακτήρα της βλάβης που προκλήθηκε με την αμαρτία, καθώς πάντα παραμένει ένας πόνος και η αποκατάσταση δεν μπορεί να είναι πλήρης, και από την άλλη δηλώνει την ετοιμότητα του ανθρώπου να κάνει μια νέα αρχή, προσφέροντας κάτι από την περιουσία του, χάνοντας δηλαδή ένα μέρος από τη δύναμή του, η κατάχρηση της οποίας συνιστά την αμαρτία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα εβραϊκά οι όροι “δυνατός” και “πλούσιος” δηλώνονται συχνά με την ίδια λέξη.

Ως ένα βαθμό η παραπάνω ιδέα της “πληρωμής” υπόκειται και στη χριστιανική περί προσφοράς (λαμπάδες, τάματα, κ.ά.) αντίληψη, ο Χριστός όμως προχωρεί ένα βήμα παραπέρα, τονίζοντας με την παραβολή του ότι η αποκατάσταση των σχέσεων με τον Θεό περνάει απαραιτήτως μέσα από την αποκατάσταση των σχέσεων με τους συνανθρώπους. Στο σημείο αυτό είναι και πάλι απαραίτητη η αναδρομή στα πρώτα κεφάλαια της Αγίας Γραφής. Επιχειρώντας η Παλαιά Διαθήκη να εξηγήσει την εμφάνιση του κακού στον κόσμο, παραθέτει στα 11 πρώτα κεφάλαια της Γενέσεως μια σειρά από αφηγήσεις, μέσα από τις οποίες περιγράφεται το σύνολο των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό, των ανθρώπων μεταξύ τους και του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Κοινό στοιχείο σε όλες αυτές τις αφηγήσεις είναι η διαρκής προσπάθεια του ανθρώπου να αποδεσμευτεί από τον Δημιουργό του, κάνοντας κατάχρηση της εξουσίας που ο ίδιος του έδωσε, ώστε να φτάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο, τοποθετώντας τον εαυτό του στη θέση του Θεού. Κατά τραγικό όμως τρόπο, στο τέλος κάθε τέτοιας κατάχρησης διαπιστώνει ότι βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από εκείνο που βρισκόταν όταν ξεκίνησε. Η πρώτη προσπάθεια αποδέσμευσης του ανθρώπου από τον Θεό επιχειρείται με την απόπειρα απόκτησης ηθικής αυτονομίας (Γεν 3:5). Από την παραδείσια κατάσταση, που χαρακτηριζόταν από τις αρμονικές σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους, βρίσκεται, απομακρυνόμενος από τον Θεό, σε μια σχέση ανταγωνισμού με τον συνάνθρωπό του και νιώθει απειλημένος από τη φύση που τον περιβάλλει. Η εικόνα που χρησιμοποιεί εδώ η Βίβλος είναι πολύ χαρακτηριστική: Η πρώτη ενέργεια του ανθρώπου, μετά τη διάσπαση της σχέσης του με τον Θεό, είναι να κατασκευάσει για τον εαυτό του ρούχα, να διαχωρίσει, δηλαδή, και να προφυλάξει τον εαυτό του από το περιβάλλον του (Γεν 3:7). Όλες οι αφηγήσεις στη συνέχεια δείχνουν πόσο η διάσπαση αυτή των σχέσεων προχωρεί σε βάθος. Τη διάσπαση των σχέσεων μεταξύ των συζύγων (Γεν 3:12-13), ακολουθεί η διάσπαση των σχέσεων μεταξύ των αδελφών (ο Κάιν σκοτώνει τον Άβελ: Γεν 4:8). Στην αφήγηση για το γάμο των “υιών του θεού” με τις “θυγατέρες των ανθρώπων” (Γεν 6:1-4) βλέπει η Βίβλος μια άλλη αποτυχημένη προσπάθεια του ανθρώπου να ανεξαρτητοποιηθεί από τον Δημιουργό του με την αύξηση των βιολογικών του δυνατοτήτων, μια βελτίωση του είδους που θυμίζει έντονα τις προσπάθειες της σύγχρονης ευγονικής και γενετικής. Το τέλος της ιστορίας αυτής είναι και πάλι μια καταστροφή, ο κατακλυσμός, που ακολουθείται από άλλη μια καταστροφή σχέσης, αυτής του πατέρα – γιου (ο Νώε καταριέται τον Χαμ: Γεν 9:25). Αλλά και στην τελευταία αφήγηση της ενότητας, τη σχετική με τον πύργο της Βαβέλ, το θέμα είναι πάλι το ίδιο. Αυτή τη φορά είναι η τεχνολογική ανάπτυξη εκείνη που επιτρέπει στον άνθρωπο να “φτάσει στον ουρανό”, όμως και εδώ το αποτέλεσμα είναι ανάλογο. Η ανθρώπινη κοινωνία διασπάται ολοκληρωτικά και ανοίγει έτσι ο δρόμος για τον απόλυτο ανταγωνισμό όλων προς όλους (Γεν 11:1-9).

Με βάση τη βιβλική θεώρηση του κακού ως προβλήματος σχέσεων, όπως αυτή σκιαγραφήθηκε παραπάνω, η οποιαδήποτε προσπάθεια συμφιλίωσης με τον Θεό θα πρέπει να κινείται προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης των σχέσεων που διασπάστηκαν. Η αποκατάσταση αυτή όμως δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί με την προσφορά από την πλευρά των ανθρώπων κάποιων θυσιών προς τον Θεό. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στην Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή:

«Το αίμα των ταύρων και των τράγων δεν έχει τη δύναμη να αφαιρεί αμαρτίες. Γι᾽ αυτό, κατά τον ερχομό του στον κόσμο ο Χριστός είπε στον Θεό: Θυσία και προσφορά δεν θέλησες, αντίθετα, ένα σώμα για μένα ετοίμασες. Ολοκαυτώματα δεν σου αρέσουν ούτε εξιλαστήριες θυσίες. Τότε είπα: Νά με, ήρθα, όπως για μένα γράφει στης Γραφής τον τόμο, να κάνω, Θεέ μου, το δικό σου θέλημα. Αφού είπε πρώτα “δεν θέλεις θυσίες και προσφορές” και “δεν σου αρέσουν ολοκαυτώματα και θυσίες για συγχώρηση αμαρτιών”, που προσφέρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, ύστερα είπε: “Νά με, ήρθα να κάνω το δικό σου θέλημα”. Αναιρεί δηλαδή τις παλαιές θυσίες και τις αντικαθιστά με τη δική του. Εξαιτίας αυτού του θελήματος έχουμε εξαγνιστεί μια για πάντα με την προσφορά του σώματος του Ιησού Χριστού. Όλοι οι ιερείς λειτουργούν καθημερινά και προσφέρουν πολλές φορές τις ίδιες θυσίες, που όμως ποτέ δεν μπορούν να εξαλείψουν αμαρτίες. Αντίθετα, ο Ιησούς πρόσφερε για τις αμαρτίες μία θυσία για πάντα, κι έπειτα κάθισε στα δεξιά του Θεού» (Εβρ 10:4-12).

Για την αποκατάσταση των σχέσεων σε πανανθρώπινο επίπεδο έπρεπε ο ίδιος ο Θεός να γίνει άνθρωπος και να προσφέρει τον εαυτό του θυσία, προκειμένου να απαλλάξει τους ανθρώπους από τις “οφειλές” τους προς αυτόν. Από την άποψη αυτήν η αποκατάσταση των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό δεν είναι ένα ηθικό πρόβλημα, μια εντολή για αλλαγή στάσης, αλλά συνδέεται στενά με τη θεία ενανθρώπιση και την παρουσία του Χριστού στον κόσμο. Αποκαθιστώντας ο Χριστός τις σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό, απαλλάσσει τον άνθρωπο από την κυριότερη συνέπεια της διάσπασης των σχέσεων αυτών, τον φόβο του θανάτου που είναι ο κύριος υπεύθυνος για την ανάπτυξη σχέσεων ανταγωνισμού. Έτσι, ο άνθρωπος έχει πλέον τη δυνατότητα να προχωρήσει και στην αποκατάσταση των σχέσεών του με τους συνανθρώπους του. Αυτήν την αλήθεια διακηρύσσει και ο απόστολος Παύλος, χρησιμοποιώντας ορολογία επίσης δανεισμένη από την οικονομική ζωή: «Δεν ανήκετε στον εαυτό σας· σας αγόρασε ο Θεός και πλήρωσε το τίμημα. Αυτόν, λοιπόν, να δοξάζετε με το σώμα σας και με το πνεύμα σας που ανήκουν στον Θεό» (1Κο 6:19γ-20).

Οι χριστιανοί, λοιπόν, αναγνωρίζουν ότι ο Θεός έχει χαρίσει τα “χρέη” των ανθρώπων προς αυτόν και τους έδωσε τη δυνατότητα να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους μαζί του. Σε πρακτικό επίπεδο η αναγνώριση αυτή σημαίνει ότι και πάλι όλες οι δυνατότητες είναι ανοιχτές· οι άνθρωποι μπορούν να χρησιμοποιήσουν την εξουσία που τους χάρισε ο Θεός, ώστε να συνεργαστούν μαζί του ή να καταχραστούν την εξουσία αυτήν και να στραφούν και πάλι εναντίον του. Τώρα πια οι άνθρωποι δεν “χρωστούν” τίποτε στον Θεό, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι εντελώς απαλλαγμένοι από χρέη. Είναι προφανές ότι ο άνθρωπος αδυνατεί να διαχειριστεί πάντοτε σωστά την εξουσία που του έδωσε ο Θεός. Σε κάθε επιλογή του, σε κάθε πράξη του ελλοχεύει ο κίνδυνος της κατάχρησης της εξουσίας που δημιουργεί καινούργια χρέη, αυτή τη φορά προς τους συνανθρώπους του, τους οποίους βλάπτει με την αμαρτία του. Προς τους συνανθρώπους τους δημιουργούν “χρέη” πλέον οι άνθρωποι και με αυτούς οφείλουν να επιδιώξουν έναν διακανονισμό, χαρίζοντας ο ένας τα χρέη του άλλου. Ο Χριστός με την παραβολή του αχάριστου δούλου είναι σαφής στην προειδοποίησή του. Η παραγραφή του χρέους προς τον Θεό παραμένει χωρίς αντίκρισμα, αν οι άνθρωποι δεν παραγράφουν τα χρέη των συνανθρώπων τους προς τους ίδιους. Και αυτό γιατί από τη στιγμή που δεν συγχωρεί κανείς τον συνάνθρωπό του δηλώνει ότι δεν αποδέχεται την ευεργεσία που του πρόσφερε ο Θεός, κατά συνέπεια, ακόμα κι αν είναι βαφτισμένος χριστιανός, βιώνει τον Θεό και τη σχέση του μαζί του ακριβώς όπως ο άνθρωπος της προχριστιανικής εποχής. Αυτό δηλώνεται σαφέστατα με την προσεκτική επιλογή των αντωνυμιών από τον ευαγγελιστή· στην τελευταία φράση του ο Ιησούς προειδοποιεί: «Έτσι θα κάνει και σ’ εσάς ο ουράνιος Πατέρας μου» (Ματ 18:35).

Ο Ιησούς δεν μιλάει πλέον για τον ουράνιο Πατέρα όλων, αλλά για τον δικό του Πατέρα που στέκεται απέναντι στους άλλους. Ο Θεός για εκείνους που δεν συγχωρούν δεν είναι πια ο σπλαχνικός Πατέρας της Παραβολής του Ασώτου που δεν λογαριάζει τίποτα αφού τα έχει συγχωρέσει όλα, αλλά ο εκδικητής – τιμωρός Θεός της Σοφίας Σειράχ και των Ψαλμών, ο οποίος «με ακρίβεια καταγράφει τις αμαρτίες του καθένα», ενσαρκώνοντας τις ελπίδες των αδικημένων για εκδίκηση.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: