Μία από τις πιο γνωστές παραβολές του Ιησού Χριστού είναι η Παραβολή του Καλού Σαμαρείτη (Λου 10:25-37), που, σύμφωνα με το λειτουργικό τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Η΄ Κυριακής του Λουκά.

Η περικοπή βρίσκεται στην αρχή σχεδόν μιας μεγάλης ενότητας που αναφέρεται στην πορεία του Ιησού από τη Γαλιλαία προς την Ιερουσαλήμ (9:51 – 19:27). Στο 9:51εξ ο Ιησούς δηλώνει την απόφασή του να μεταφέρει τη δράση του στην Ιερουσαλήμ και στέλνει κάποιους σ᾽ ένα χωριό της Σαμάρειας να προετοιμάσουν την άφιξή του στην περιοχή. Η αφιλόξενη στάση των Σαμαρειτών γεννά εκδικητικά αισθήματα σε κάποιους από τους μαθητές, για να εισπράξουν την επίπληξη του Ιησού: «Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας· ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους αλλά να τους σώσει» (9:55-66). Αμέσως μετά το περιστατικό αυτό, καθ᾽ οδόν προς την Ιερουσαλήμ, ο Χριστός βρίσκει διάφορες αφορμές για να αναπτύξει στους μαθητές του τις προϋποθέσεις μια αληθινής χριστιανικής μαθητείας (9:57 – 10:20) και καταλήγει με μια προσευχή με την οποία ευχαριστεί τον Πατέρα του γιατί αυτά που απέκρυψε από τους σοφούς και τους συνετούς τα φανέρωσε στους ταπεινούς μαθητές του (10:21).

Έτσι, τα επεισόδια που ακολουθούν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αφηγηματική παρουσίαση αυτών που αδυνατούν να κατανοήσουν οι σοφοί και συνετοί, είναι όμως αυτονόητα για τους ταπεινούς. Στην Παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, που λέγεται με αφορμή το ερώτημα ενός «σοφού» νομοδιδασκάλου, παρουσιάζονται δύο «σοφοί» Ισραηλίτες, ένας ιερέας και ένας λευίτης, που αδυνατούν να κατανοήσουν ότι αληθινή σχέση με τον Θεό προϋποθέτει αγάπη προς τον πλησίον, κάτι που το κατανοεί ένας ταπεινός αιρετικός Σαμαρείτης, ενώ στο αμέσως επόμενο επεισόδιο (Λου 10:38-42), η «συνετή» Μάρθα αδυνατεί να κατανοήσει ότι η αναζήτηση του θελήματος του Θεού είναι σημαντικότερη από τη μέριμνα για τις ανάγκες της καθημερινότητας.

Ο νομοδιδάσκαλος που παρουσιάζεται στον Ιησού είναι ειδικός σε θέματα της Τορά. Έχει περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του θέτοντας ερωτήματα και δίνοντας απαντήσεις σε οποιοδήποτε ζήτημα σχετικό με τον Νόμο του Μωυσή. Έτσι, η διαβεβαίωση του Ιησού προς τους μαθητές του: «Χαρά σ᾽ εκείνους που βλέπουν όσα βλέπετε εσείς! Σας βεβαιώνω πως πολλοί προφήτες και βασιλιάδες θέλησαν να δουν αυτά που βλέπετε εσείς, μα δεν τα είδαν· ν’ ακούσουν όσα ακούτε εσείς, μα δεν τα άκουσαν» (10:23-24) ηχεί σαν πρόκληση στ᾽ αφτιά του· θέλει να διαπιστώσει αν ο νέος ραβίνος που μιλά τόσο μεγαλόστομα μπορεί να απαντήσει σε μια απλή ερώτηση: «Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» (10:25).

Το φραστικό που χρησιμοποιεί ο νομοδιδάσκαλος καθώς θέτει το ερώτημά του αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο σκέπτεται. Ζητάει να μάθει τι πρέπει να κάνει για να «κληρονομήσει» την αιώνια ζωή. Η κληρονομιά είναι ένα δώρο, μια προσφορά του κληροδότη προς τον κληρονόμο, επομένως εξαρτάται από τον κληροδότη το πώς και σε ποιον θα διαθέσει την περιουσία του. Ρωτώντας  ο νομοδιδάσκαλος τι πρέπει να κάνει, είναι σαν να ρωτάει πώς μπορεί να εξευμενίσει τον Θεό, να τον επηρεάσει, ώστε να του χαρίσει την αιώνιο ζωή. Ο Χριστός δεν επιχειρεί να αλλάξει τον τρόπο σκέψης του συνομιλητή του αλλά δέχεται την πρόκληση να συζητήσει μαζί του στο δικό του επίπεδο, με βάση τον Νόμο, τον προτρέπει, δηλαδή, να κάνει αυτό που ξέρει καλά.

Η απάντηση του Ιησού θα μπορούσε να θεωρηθεί προσβλητική, καθώς φαίνεται να υποκρύπτει έναν υπαινιγμό ότι ο συνομιλητής του δεν εφαρμόζει όσα διδάσκει. Έτσι, ο νομοδιδάσκαλος αμύνεται ζητώντας από τον Χριστό να προσδιορίσει ακριβώς την έννοια του «πλησίον». Η ερώτηση δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητη, αν λάβει κανείς υπόψη την έμφαση που δίνει ο Νόμος στην απαγόρευση επαφής των Ισραηλιτών με άλλους λαούς (βλ. Εξο 34:11-16· Δευ 7:1-6). Παρ᾽ όλα αυτά, στην ίδια ενότητα που κάνει λόγο για την αγάπη προς τον συνάνθρωπο (Λευ 19:18) επισημαίνεται επίσης ότι: «Αν ένας ξένος έρθει στη χώρα σας, να μην τον καταπιέζετε. Ο ξένος που έρχεται σ᾿ εσάς να είναι όπως και ο ντόπιος. Να τον αγαπάτε όπως τον εαυτό σας, επειδή κι εσείς ήσασταν ξένοι στην Αίγυπτο. Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας» (Λευ 19:33-34). Ο νομοδιδάσκαλος γνωρίζει αναμφίβολα τη σχετική διάταξη, αυτό που δεν μπορεί όμως να φανταστεί είναι μέχρι ποιο σημείο επεκτείνει ο Ιησούς τα όρια αυτής της αγάπης.

Για να καταστήσει ο Χριστός σαφές ότι δεν υπάρχουν όρια στην αγάπη επιλέγει ως πρωταγωνιστή της παραβολής που αφηγείται μια μορφή εμβληματική, έναν Σαμαρείτη. “Σαμαρείτες” ονομάζονται από την περσική περίοδο (ς΄ π.Χ. αιώνας) και εξής οι απόγονοι των κατοίκων του αρχαίου βασιλείου του Ισραήλ της βόρειας Παλαιστίνης που είχε πρωτεύουσα τη Σαμάρεια. Το βασίλειο αυτό είχε ιδρυθεί το 926 π.Χ. μετά τη διάσπαση του ενιαίου βασιλείου των Δαβίδ και Σολομώντα και είχε παίξει σημαντικό ρόλο στα πολιτικά και θρησκευτικά πράγματα της περιοχής μέχρι το 722 π.Χ., οπότε καταλύθηκε από τους Ασσύριους και μεγάλες ομάδες του πληθυσμού του μεταφέρθηκαν στην περιοχή της Μεσοποταμίας. Οι σχέσεις του βασιλείου του Ισραήλ με το αδελφό βασίλειο του Ιούδα της νότιας Παλαιστίνης που είχε πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ υπήρξαν κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους εχθρικές. Το νότιο αυτό βασίλειο καταλύθηκε το 586 π.Χ. από τους Βαβυλώνιους και μεγάλο μέρος του πληθυσμού του μεταφέρθηκε επίσης στην περιοχή της Μεσοποταμίας. Η εχθρότητα όμως μεταξύ νοτίων και βορείων κατοίκων της Παλαιστίνης διατηρήθηκε και μετά την καταστροφή των δύο βασιλείων. Όταν μετά το 538 π.Χ. στο πλαίσιο της Περσικής Αυτοκρατορίας δόθηκε η δυνατότητα στους πρώην εξορίστους να επιστρέψουν στις κοιτίδες τους, η παλιά έχθρα αναζωπυρώθηκε. Οι Ιουδαίοι κατηγορούσαν τους Σαμαρείτες ότι κατά τη διάρκεια της μακραίωνης παραμονής τους μακριά από την πατρίδα τους αναμείχθηκαν με άλλους λαούς με αποτέλεσμα να αλλοιωθούν τόσο φυλετικά όσο και θρησκευτικά-πολιτιστικά. Συνέπεια αυτών ήταν να προκύψει το σαμαρειτικό σχίσμα και να διαμορφωθούν δύο ανεξάρτητες θρησκευτικές κοινότητες· των Σαμαρειτών με κέντρο τον ναό που χτίστηκε στο όρος Γαριζίν κοντά στη Σαμάρεια και των Ιουδαίων με κέντρο τον ναό της Ιερουσαλήμ.

Το μέγεθος της προσφοράς του καλού Σαμαρείτη προς τον συνάνθρωπό του γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν λάβει κανείς υπόψη του ότι δύο θρησκευτικοί λειτουργοί, ένας ιερέας και ένας λευίτης, αποφεύγουν να βοηθήσουν τον κακοποιημένο από τους ληστές ετοιμοθάνατο άνθρωπο, είτε για θρησκευτικούς λόγους -οι διατάξεις του Νόμου (Αρι 19:11-22) για το ενδεχόμενο επαφής με νεκρό είναι πολύ αυστηρές- είτε για τον κίνδυνο που διέτρεχαν. Η απόσταση της Ιεριχώ από την Ιερουσαλήμ είναι 30 περίπου χιλιόμετρα αλλά η υψομετρική διαφορά των δύο πόλεων υπερβαίνει τα χίλια μέτρα, με αποτέλεσμα οι πολλές στροφές του δρόμου και τα βράχια να προσφέρουν ιδανικές συνθήκες για ενέδρες ληστών.

Επιλέγοντας, λοιπόν, ο Ιησούς να προβάλει ως πρότυπο αγάπης προς τον πλησίον την αγάπη που επιδεικνύει ένας αιρετικός και αλλόφυλος στέλνει ένα μήνυμα τόσο στους μαθητές του που ζήτησαν την παραδειγματική τιμωρία των Σαμαρειτών όταν αυτοί αρνήθηκαν να δεχτούν τον Ιησού όσο και στον νομοδιδάσκαλο ο οποίος αναγκάζεται τελικά να ομολογήσει ότι η έννοια του “πλησίον” υπερβαίνει τόσο τα φυλετικά όσο και τα θρησκευτικά όρια.

Αυτήν ακριβώς την αλήθεια επισημαίνει και ο άγιος Νεκτάριος, η ημέρα μνήμης του οποίου (9 Νοεμβρίου) εγγίζει ημερολογιακά την η´ Κυριακή του Λουκά: «Αἱ δογματικαὶ διαφοραὶ ὡς ἀναγόμεναι πρὸς μόνον τὸ κεφάλαιον τῆς πίστεως ἀφίενται ἐλεύθερον καὶ ἀπρόσβλητον τὸ τῆς ἀγάπης κεφάλαιον. Τὸ δόγμα δὲν καταπολεμεῖ τὴν ἀγάπην. Ἡ δὲ ἀγάπη χαρίζεται τῷ δόγματι, διότι πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει. Ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη ἐστίν ἀναλλοίωτος, δι’ ὃ οὔδ’ ἡ τῶν ἑτεροδόξων χωλαίνουσα πίστις δύναται ν’ ἀλλοιώσῃ τὸ πρὸς αὐτοὺς τῆς ἀγάπης συναίσθημα. Διὰ τῆς ἀγάπης ἐστί λίαν πιθανὸν νὰ ἑλκύσῃ πρὸς ἑαυτόν (ενν. ο επίσκοπος) καὶ τὴν ἐξ ἐσφαλμένης περιωπῆς κρίνουσαν δογματικόν τι ζήτημα ἑτερόδοξον Ἐκλησίαν. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε χάριν δογματικῆς τινὸς διαφορᾶς πρέπον νὰ θυσιάζεται. Παράδειγμα ἔστω ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν, ὅστις ἐξ ἀγάπης καὶ πρὸς αὐτοὺς τοὺς σταυρωτὰς τοῦ Χριστοῦ ηὔχετο ἀνάθεμα εἶναι αὐτόν. Ὁ μὴ ἀγαπῶν τοὺς ἑτεροδόξους ἐπίσκοπος, ὁ μὴ καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐργαζόμενος, ἀπὸ ψευδοῦς κινεῖται ζήλου καὶ ἐστερημένος ἐστὶν ἀγάπης. Διότι ὅπου ἡ ἀγάπη, ἐκεῖ καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς, ὁ δὲ ψευδὴς ζῆλος καὶ ἡ πεπλανημένη δόξα ἐξελέγχονται ὑπὸ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀγάπης καὶ ἀποκρούονται. Τὰ τῆς πίστεως ζητήματα οὐδ’ ὅλως δέον ἐστὶ νὰ μειῶσι τὸ τῆς ἀγάπης συναίσθημα. Οἱ διδάσκαλοι τοῦ μίσους εἰσὶ μαθηταὶ τοῦ πονηροῦ, διότι ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς δὲν ἐξέρχεται γλυκὺ καὶ πικρόν»[1].


[1]   Αγ. Νεκταρίου (Κεφαλά), Μητροπολίτου Πενταπόλεως, Μάθημα Ποιμαντικής, εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 192

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: