Η καθιέρωση της 30ης Ιανουαρίου ως ημέρας αφιερωμένης στους Τρεις Ιεράρχες αποδίδεται στον σύμβουλο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου (1042-1055 μ.Χ.), μητροπολίτη Ευχαΐτων Ιωάννη Μαυρόποδα. Πιθανότατα η θέσπιση της γιορτής συνιστούσε την απάντηση από εκκλησιαστικής πλευράς στην αναβίωση του ενδιαφέροντος για την ελληνική φιλοσοφία και τα αρχαιοελληνικά γράμματα που εκδηλώθηκε κατά τον ια΄ μ.Χ. αιώνα. Το 1842 μ.Χ., μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό ιδεολογικοπολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο, η ίδια γιορτή καθιερώθηκε επισήμως ως Ημέρα των Γραμμάτων για το Πανεπιστήμιο Αθηνών, μετά από σχετική απόφαση της Συγκλήτου του, και αργότερα ο εορτασμός της ημέρας επεκτάθηκε σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας.

Ανεξάρτητα από τις ιστορικές συνθήκες κάτω από τις οποίες καθιερώθηκε ο συγκεκριμένος εορτασμός, η γιορτή διατηρεί μέχρι σήμερα την επικαιρότητά της, καθώς η προσωπικότητα και το έργο των τριών Ιεραρχών, του Βασιλείου του Μεγάλου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, σχετίζονται με ένα ζήτημα που τίθεται συνεχώς όλο και πιο επιτακτικά στις σύγχρονες κοινωνίες, αυτό της συνύπαρξης και αλληλοπεριχώρησης διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων. Όπως είναι γνωστό, οι τρείς Ιεράρχες έζησαν σε μια εποχή και σε μια περιοχή όπου κατά τους αιώνες που είχαν προηγηθεί δύο εντελώς διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις που προϋπέθεταν μια εντελώς διαφορετική θεώρηση του κόσμου συναντήθηκαν και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη γέννηση ενός πολιτισμού που καταύγασε την ανθρωπότητα ολόκληρη.

Όμως η συνάντηση αυτή του ιουδαϊκού και του ελληνικού τρόπου σκέψης δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε ακίνδυνη για όσους στοχαστές επιχείρησαν να συμβιβάσουν τις δύο αντιτιθέμενες κοσμοθεωρίες. Το μέγεθος της δυσκολίας μαρτυρεί μια πληροφορία που σώζεται στο βιβλίο Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση, ο απόστολος Παύλος διακόπτει για δύο χρόνια τα ιεραποστολικά του ταξίδια και παραμένει στην Έφεσο, όπου, εκτός από τη συναγωγή, επισκέπτεται και τη στωική σχολή του Τυράννου, ακούγοντας και διδάσκοντας καθημερινά (Πρα 19:8-10). Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το ότι στα κείμενά του που σχετίζονται με την Έφεσο (Α΄ Πρὸς Κορινθίους, Πρὸς Κολασσαεῖς και Πρὸς Ἐφεσίους), γίνεται η προσαρμογή του εβραϊκού όρου “χοχμά” (= σοφία) στην ελληνιστική αντίληψη περί λόγου και σοφίας που προλείανε το έδαφος για τον πρόλογο του τέταρτου Ευαγγελίου. Εκείνοι που αστόχησαν στην προσπάθεια συμβιβασμού δεν ήταν λίγοι, κάποιοι όμως πέτυχαν και σ’ αυτούς ανήκουν αναμφίβολα οι με τη Γιορτή των Τριών Ιεραρχών τιμώμενες προσωπικότητες, του Βασιλείου του Μεγάλου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Και ήταν ακριβώς αυτή τους η επιτυχία που άνοιξε τη δυνατότητα τόσο για την εμφάνιση ενός νέου παγκόσμιου πολιτισμού όσο και για την επιβίωση των πολιτισμικών παραδόσεων που τον γέννησαν.

Το πρώτο ανάγνωσμα του Εσπερινού της γιορτής προέρχεται, σύμφωνα με τη λειτουργική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας από το βιβλίο του Δευτερονομίου. Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου (1:8-17) που αναφέρεται στον ορισμό δικαστών που θα βοηθούν τον Μωυσή στο έργο του.

Η περικοπή αρχίζει με την παράθεση της υπόσχεσης που είχε δώσει ο Θεός στους πατριάρχες των Ισραηλιτών να τους χαρίσει τη Χαναάν για να εγκατασταθούν εκεί αυτοί και οι απόγονοί τους. Απευθυνόμενος ο Μωυσής λίγο πριν από τον θάνατό του στους συμπατριώτες του, κάνει έναν απολογισμό της μέχρι εκείνη τη στιγμή πορείας τους στην έρημο, αρχίζοντας τον λόγο του με τη διαβεβαίωση πως έφτασε η ώρα που Θεός πρόκειται να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Με την είσοδο των ισραηλιτικών φυλών στη Χαναάν αρχίζει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του λαού του Θεού και ο Μωυσής αναλαμβάνει σ᾽ αυτήν την κρίσιμη στιγμή να υπενθυμίσει στους συμπατριώτες του τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διαθήκη τους με τον Θεό. Στο παραπάνω απόσπασμα τους θυμίζει ο Μωυσής την ανάγκη που οδήγησε στον διορισμό αξιωματούχων στους οποίους ανατέθηκε η επίβλεψη των φυλών και στη συνέχεια δίνει οδηγίες στους δικαστές για την ορθή επιτέλεση των καθηκόντων τους.

Στην Πεντάτευχο γίνεται δύο φορές λόγος για διορισμό αξιωματούχων του λαού από τον Μωυσή. Στην πρώτη περίπτωση (Εξο 18:13-26) ο Μωυσής ορίζει, ύστερα από συμβουλή του πεθερού του Ιοθώρ, δικαστές, οι οποίοι θα αναλάμβαναν να διευθετούν τις μικροδιαφορές μεταξύ των Ισραηλιτών, ώστε να απαλλάξουν τον Μωυσή από τον φόρτο της δουλειάς, αφήνοντας σ᾽ αυτόν μόνον τις δύσκολες υποθέσεις. Στη δεύτερη περίπτωση ο Μωυσής, κουρασμένος από τις αιτιάσεις του λαού εναντίον του, απευθύνει το παράπονό του στον Θεό, οποίος τον συμβουλεύει να εκλέξει εβδομήντα πρεσβυτέρους για να τον επικουρούν στο έργο του (Αρι 11:14-17). Δεν είναι σαφές σε πιο από τα δύο περιστατικά αναφέρεται στον λόγο του ο Μωυσή, από την όλη συνάφεια όμως φαίνεται πιθανότερο ότι ανακαλεί στη μνήμη των συμπατριωτών του το δεύτερο. Οι πρεσβύτεροι που επιλέγονται στην περίπτωση αυτή κατέχουν μια προνομιακή θέση μέσα στον λαό, καθώς στέκονται μαζί με τον Μωυσή ενώπιον του Θεού και μοιράζονται μ᾽ αυτόν το ίδιο Πνεύμα του Θεού.

Αυτό το τελευταίο στοιχείο καθιστά τους πρεσβυτέρους που επελέγησαν ηγέτες – οδηγούς του λαού και όχι απλώς ακόλουθους – υπηρέτες του Μωυσή. Γι᾽ αυτόν τον λόγο, αναθέτοντάς τους ο Μωυσής την ηγεσία του λαού, τους αφήνει πλήρη ελευθερία δράσης, υπό την προϋπόθεση ότι θα ασκούν την εξουσία τους με δικαιοσύνη και στο όνομα του Θεού: “Να ακούτε με προσοχή τους συμπατριώτες σας και να κρίνετε δίκαια τις μεταξύ τους διαφορές, και τις διαφορές τους με τον ξένο που φιλοξενούν. Να μη μεροληπτείτε όταν κρίνετε· να κρίνετε με το ίδιο κριτήριο και τους άσημους και τους σπουδαίους. Μη φοβάστε κανέναν, γιατί η κρίση είναι έργο του Θεού (στχ 16-17). Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά διαφοροποιούν τον πραγματικό ηγέτη από τον οπαδό. Ο οπαδός μπορεί να είναι χρήσιμος για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων επιδιώξεων, σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορεί να ανοίξει δρόμους, να πάρει πρωτοβουλίες και να χαράξει μια πρωτοποριακή γραμμή που θα δώσει λύση σε κρίσιμες καταστάσεις και ώθηση προς τα μπρος.

Η ανάγνωση του συγκεκριμένου αναγνώσματος κατά τον Εσπερινό της γιορτής των Τριών Ιεραρχών υπενθυμίζει προς πάσα κατεύθυνση τον κομβικό ρόλο τους ως ηγετών της Εκκλησίας σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας της, αλλά λειτουργεί και ως μια διαρκής υπόμνηση προς τη σύγχρονη εκκλησιαστική κοινότητα ότι η έξοδος από τα σημερινά αδιέξοδα απαιτεί την ανάδειξη ανάλογων ηγετικών μορφών που θα πάρουν πρωτοβουλίες και θα χαράξουν καινοτόμες γραμμές.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: