Με ξεκάθαρη στόχευση στα πιεστικά προβλήματα της κοινωνίας, όπως η φτώχεια και η μετανάστευση, και με συνεχή φυσική παρουσία στις ενορίες, ολοκληρώθηκε ο πρώτος χρόνος ποιμαντορίας του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Ιωάννη.
Ο προκαθήμενος της τοπικής Εκκλησίας απέφυγε τον θεωρητικό λόγο, μετέτρεψε τις δεσμεύσεις του σε έμπρακτο έργο στήριξης των αδύναμων πολιτών και παράλληλα θωράκισε τη θέση της Αρχιεπισκοπής στον ορθόδοξο κόσμο, εδραιώνοντας τη συνεργασία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Η θεσμική πορεία του πρώτου έτους σφραγίστηκε από την επίσκεψή του στο Φανάρι, κίνηση που επιβεβαίωσε την κανονική σύνδεση με τη Μητέρα Εκκλησία.
Στο εσωτερικό της χώρας, ο κ. Ιωάννης επέλεξε την άμεση επαφή με το ποίμνιο, πραγματοποιώντας διαδοχικές περιοδείες σε περιοχές όπως το Δυρράχιο, η Καβάγια, η Σκόδρα και η Λέζα, προκειμένου να καταγράψει τις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Μέσα από τον Καθεδρικό Ναό της Ανάστασης του Χριστού στα Τίρανα, ο Αρχιεπίσκοπος διαμόρφωσε έναν ουσιαστικό εκκλησιαστικό λόγο.
Αντί για γενικόλογα κηρύγματα, άγγιξε ανοιχτά την κρίση των αξιών και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η νεολαία, καθιστώντας την Εκκλησία ηθικό ανάχωμα.
Η στάση αυτή πλαισιώθηκε από την ενίσχυση του φιλανθρωπικού δικτύου, με προγράμματα υλικής αρωγής για ηλικιωμένους και άπορες οικογένειες, καθώς και δράσεις στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης.
Η δραστηριότητά του επεκτάθηκε και στο πεδίο της εθνικής συνοχής, συμμετέχοντας ενεργά στη διαφύλαξη του διαθρησκειακού διαλόγου.
Ο κ. Ιωάννης προέταξε την ανάγκη αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων, διατηρώντας την Ορθόδοξη Εκκλησία ως κεντρικό πυλώνα ειρηνικής συμβίωσης και σταθερότητας στην Αλβανία.









