Η αποστολική περικοπή της Κυριακής Β΄ Νηστειών όπως και όλες της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής προέρχεται από την προς Εβραίους επιστολή και είναι σε μετάφραση η εξής:

«Εσύ, Κύριε, αρχικά στερέωσες τη γη κι έργο δικό σου είναι οι ουρανοί. Αυτοί θα εξαφανιστούν, ενώ εσύ αιώνια παραμένεις. Τα πάντα θα παλιώσουνε σαν ρούχο. Σαν μανδύα θα τους τυλίξεις και θ’ αλλάξουν. Εσύ όμως παραμένεις πάντα ο ίδιος, τα χρόνια σου ποτέ δε θα τελειώσουν. Σε κανέναν απ’ τους αγγέλους δεν είπε ποτέ ο Θεός: Κάθισε στα δεξιά μου, ωσότου υποτάξω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου. Δεν είναι, λοιπόν, όλοι οι άγγελοι πνεύματα που υπηρετούν τον Θεό κι αποστέλλονται απ’ αυτόν για να βοηθήσουν όσους μέλλουν να σωθούν;

Γι’ αυτό κι εμείς πρέπει να μένουμε πιο σταθεροί στις αλήθειες που ακούσαμε, για να μην ξεστρατίσουμε ποτέ. Γιατί, αν ο λόγος που δόθηκε άλλοτε μέσω αγγέλων, αποδείχτηκε αληθινός, κι όσοι τον παρέβηκαν ή δεν υπάκουσαν σ’ αυτόν, δέχτηκαν την τιμωρία που τους έπρεπε,  πώς είναι δυνατόν εμείς να ξεφύγουμε, αν δεν δώσουμε την προσοχή που ταιριάζει σε μια τόσο σπουδαία σωτηρία; Τη σωτηρία αυτή, που άρχισε να διακηρύττει ο Κύριος, μας τη βεβαίωσαν όσοι άκουσαν τον λόγο του» (Εβρ.1,10-2,3).

Όπως όλα τα αποστολικά κείμενα που διαβάζονται την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής έχουν κεντρικό τους περιεχόμενο τον Υιό του Θεού, που βαδίζει εκούσια προς τον Σταυρό, το ίδιο και η περικοπή της Κυριακής Β΄ Νηστειών που προέρχεται από την αρχή της προς Εβραίους επιστολής. Ας σημειωθεί ότι η επιστολή αυτή απευθύνεται σε μια κοινότητα χριστιανών πρώην Εβραίων που φαίνεται ότι υφίστανται από τους πρώην ομοθρήσκους τους κάποιον κοινωνικό κατατρεγμό. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας της επιστολής θέλοντας να τους στηρίξει στην πίστη τους τονίζει α) την υπεροχή του Χριστού που εκούσια βαδίζει προς τη θυσία του Σταυρού –θυσία που καθιστά περιττές τις επαναλαμβανόμενες ιουδαϊκές θυσίες στο Ναό του Σολομώντα, β) την υπεροχή του Αρχηγού της νέας πίστης έναντι των αγγέλων, γ) την ιδιότητα του Υιού ως δημιουργού του κόσμου ή μάλλον ως συνδημιουργού  με τον Θεό Πατέρα, και δ) τον παρουσιάζει ως χορηγό της σωτηρίας την οποία κανείς δεν μπορεί να αμελήσει αφού άρχισε να πραγματοποιείται από τον ίδιο τον Κύριο (Χριστολογικός τίτλος που χρησιμοποιείται σε όλη την Καινή Διαθήκη) και μας βεβαιώθηκε από αυτούς που τον άκουσαν και έδωσαν τη μαρτυρία τους γι’ αυτό. Για να τα θεμελιώσει αυτά ο συγγραφέας παραθέτει στίχους στην αρχή της περικοπής  από τους Ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης (Ψαλμ. 101,26-28. 109,1) και από τον προφήτη Ησαΐα (50,9. 34,4 και 51,6), κείμενα ασφαλώς γνωστά στους παραλήπτες της επιστολής. Με τους στίχους αυτούς υπογραμμίζεται το γεγονός ότι τα πάντα παλιώνουν  «ως ιμάτιον», ενώ εκείνος που μένει αναλλοίωτος και αιώνιος είναι ο Κύριος που λίγο πριν από την περικοπή μας ο Θεός τον αποκαλεί Υιόν του και Θεόν (1, 5 και 8).  

Εκείνο που ενδιαφέρει κυρίως τον συγγραφέα της επιστολής να κάνει κατανοητό στους αναγνώστες του είναι ότι, αν ο λόγος του Θεού (οι εντολές Του) που δόθηκε στον Μωυσή «δι΄ αγγέλων» (μια παράδοση που δέχεται ο Παύλος και στην προς Γαλάτας επιστολή του -3,19) ήταν «βέβαιος» και προέβλεπε τιμωρία για τους παραβάτες του, πόσο μάλλον πρέπει οι χριστιανοί να είναι προσεκτικοί και να μην αμελούν για τη σωτηρία τους που δόθηκε από τον ίδιο τον Χριστό και βεβαιώθηκε από αυτούς που τον άκουσαν και τον μετέφεραν σε εμάς.

Βασική έννοια του αναγνώσματος είναι η «Σωτηρία», ένας όρος με πολλές εννοιολογικές συναρτήσεις που γνωστότερη είναι η αναφορά στη σωτηρία του υπόδουλου στην Αίγυπτο λαού του Θεού από τον Θεό δια της αποστολής του Θεόπτη Μωυσή. Η έννοια αυτή συνεχίζεται και προσδιορίζεται ακριβέστερα στην Καινή Διαθήκη, όπου Σωτήρας είναι ο ίδιος ο Υιός του Θεού (άλλωστε το Ιησούς στα Εβραϊκά σημαίνει: ο Θεός σώζει) και η σωτηρία που προσφέρει αφενός μεν είναι ήδη γεγονός θεμελιωμένο στον Σταυρό και την Ανάσταση του Υιού του Θεού και αφετέρου αναμενόμενη στην ολοκλήρωσή της στα έσχατα. Επίσης δεν αφορά ένα μόνο λαό αλλά όλους τους ανθρώπους, εφόσον «ο σωτήρας ημών Θεός θέλει πάντας ανθρώπους σωθηναι και εις είγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ.2,4). Και το σπουδαιότερο που τονίζεται στο ανάγνωσμά μας είναι ότι χρειάζεται σοβαρή αντιμετώπισή της από τους ανθρώπους , ώστε να την αποδεχτούν με σοβαρότητα ,συνέπεια και βεβαιότητα, διότι «πώς είναι δυνατόν εμείς να ξεφύγουμε, αν δεν δώσουμε την προσοχή που ταιριάζει σε μια τόσο σπουδαία σωτηρία;», όπως με έμφαση τονίζεται στην περικοπή που διαβάζεται την Κυριακή αυτή.

Και μια τελευταία παρατήρηση: Η σωτηρία, που είναι κεντρική έννοια στη χριστιανική θεολογία και ιδιαίτερα στην ανθρωπολογία, δεν αφορά ένα μέρος μόνο του ανθρώπου, την ψυχή, όπως πίστευε η αρχαία Ελληνική σκέψη, τουλάχιστον στην Πλατωνική της εκδοχή, αλλά ολόκληρο τον άνθρωπο, σώμα και ψυχή. Γι΄ αυτό και στο ακροτελεύτιο άρθρου του Συμβόλου της πίστης ομολογούμε ότι «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών», δηλαδή του όλου ανθρώπου και όχι μόνο της ψυχής.

Ο κ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος, είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. ειδικός στην ερμηνεία της Καινής Διαθήκης

Ετικέτες: