Η γιορτή της Παναγίας είναι αναμφίβολα το πιο διαδεδομένο πανηγύρι του καλοκαιριού σε ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο. Σχεδόν δεν υπάρχει περιοχή στην Ελλάδα που να μην έχει την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου κάποιο πανηγύρι προς τιμήν της Παναγίας. Πέρα από το λαογραφικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τα πανηγύρια αυτά, από θεολογική άποψη η εξαιρετική τιμή που αποδίδεται στο πρόσωπο της Παναγίας σχετίζεται με τον ιδιαίτερο ρόλο που κατά την ορθόδοξη θεολογική σκέψη παίζει η Θεοτόκος στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.

Η κατανόηση του θεολογικού περιεχομένου της γιορτής προϋποθέτει την αποσαφήνιση του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζει κανείς την Αγία Γραφή. Όπως σαφώς διακηρύσσει ο απόστολος Παύλος, οι χριστιανοί ως «διάκονοι της Καινής Διαθήκης» αξιώθηκαν από τον Θεό να υπηρετήσουν «όχι το γράμμα του Νόμου αλλά το Πνεύμα του Θεού» (2Κο 3:6), τους δόθηκε, δηλαδή, με τη μεσολάβηση του Χριστού η δυνατότητα για μια άλλη θεόπνευστη κατανόηση της Γραφής στο φως της οποίας το περιεχόμενο των κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης αποκτά νέα σημασία και καθιστά τα βιβλικά κείμενα ανοιχτά σε κάθε παρόν (πρβλ 2Κο 3:12-18).

Αυτή η νέα δυνατότητα νομιμοποιεί και την εφαρμογή από πολλούς Πατέρες της Εκκλησίας της τυπολογικής ερμηνείας της Βίβλου. Έτσι, η Αγία Γραφή δεν κατανοείται πλέον σαν ένα βιβλίο που περιέχει διδακτικές αφηγήσεις ή ιστορικές πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα ενός πολύ μακρινού παρελθόντος, αλλά ως μια καταγραφή των εμπειριών της κοινότητας εκείνης η οποία βίωσε την αποκάλυψη του Θεού μέσα στην Ιστορία της και την ερμήνευσε αυθεντικά, ώστε να κατανοήσει για την ίδια και για τις επόμενες γενιές το θέλημα του Θεού και το σχέδιό του για τον κόσμο. Διαβάζοντας, κατά συνέπεια, κανείς τις ιστορίες της Βίβλου ως μια καταγραφή της πορείας των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο, θα διαπιστώσει –ανεπάντεχα ίσως– ότι, αν και η Αγία Γραφή φαίνεται να αφιερώνει ελάχιστους μόνο στίχους για να περιγράψει το ιστορικό πρόσωπο της Μαρίας, η μορφή και ο ρόλος της Παναγίας στην ιστορία της σωτηρίας προβάλλουν γλαφυρά πίσω από κάθε επεισόδιο αυτής της ιστορίας.

Από μια επισκόπηση, λοιπόν, ολόκληρης της ιστορίας των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο, όπως αυτές σκιαγραφούνται μέσα στην Αγία Γραφή και κατανοούνται στο πλαίσιο της Εκκλησίας, θα προκύψει ότι, καθ’ όλη τη μακρά αυτή πορεία των σχέσεων, προκειμένου ο Θεός να σώσει τον άνθρωπο δεν παραβιάζει ποτέ την ελευθερία του, αλλά επιδιώκει πάντοτε τη συνεργασία μαζί του. Πίσω από τις αφηγήσεις, που περιγράφουν διάφορα επεισόδια αυτής της επιδίωξης του Θεού για ανθρώπινη συμμετοχή στο σχέδιό του, είδε η Εκκλησία να σκιαγραφείται ο ρόλος της Παναγίας στο έργο της σωτηρίας. Στο πλαίσιο της νέας προσέγγισης της Παλαιάς Διαθήκης από τη χριστιανική Εκκλησία, όπως αυτή περιγράφτηκε παραπάνω, τα κείμενα που διαβάζονται κατά την ακολουθία του Εσπερινού των αφιερωμένων στην Παναγία γιορτών αποκτούν ένα εντελώς καινούργιο περιεχόμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρώτο από τα αναγνώσματα αυτά, το οποίο αναφέρεται σε ένα όνειρο που είδε ο εγγονός του Αβραάμ, ο Ιακώβ, στη Βαιθήλ (Γεν 28:10-17).

Ο Ιακώβ εμφανίζεται στο κείμενο αυτό σε ένα οριακό για τη ζωή του σημείο· δραπετεύει από ένα παρελθόν που είναι απειλητικό για τον ίδιο και πορεύεται προς ένα μέλλον εντελώς αβέβαιο. Έχει εξαπατήσει και τον αδελφό του και τον πατέρα του, και τώρα είναι αναγκασμένος να αυτοεξοριστεί για να αποφύγει τις συνέπειες. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή της απελπισίας, της απόγνωσης, του αδιεξόδου και της έλλειψης προοπτικών, τον συναντάει ο Θεός, για να ανανεώσει μαζί του τη Διαθήκη που είχε κλείσει με τον προπάτορά του, τον Αβραάμ. Η συνάντηση πραγματοποιείται μέσα από ένα όνειρο. Ο Ιακώβ πέφτει να κοιμηθεί και στον ύπνο του βλέπει μια σκάλα να ενώνει τη γη με τον ουρανό και στην κορυφή της τον Θεό να του υπόσχεται ότι θα του δώσει τη χώρα την οποία τώρα ετοιμάζεται να εγκαταλείψει, θα του χαρίσει πλήθος απογόνων και θα του συμπαρασταθεί σε όλες τις επιλογές του. Ο Ιακώβ ξυπνάει και αναγνωρίζει τον τόπο εκείνο ως “οίκο” του Θεού και “πύλη” του ουρανού.

Τόσο η στιγμή της ανανέωσης της Διαθήκης όσο και το πρόσωπο με το οποίο αυτή συνάπτεται θέτουν με τον πιο έντονο τρόπο το ερώτημα για τα κριτήρια των επιλογών του Θεού. Απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να προκύψει από μια επισκόπηση ολόκληρης της ιστορίας των σχέσεων του Θεού με τον λαό του. Ολόκληρη η ιστορία του Ισραήλ, όπως περιγράφεται στη Βίβλο, χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή περιόδων κρίσεων και περιόδων δυναμικής πορείας προς την πραγμάτωση των στόχων του σχεδίου της θείας οικονομίας. Ο Αβραάμ είναι γέρος και άτεκνος, ο Ισαάκ οδηγείται στο θυσιαστήριο, ο Ιακώβ αναγκάζεται σε φυγή στη Μεσοποταμία, ο Ιωσήφ καταλήγει στις φυλακές της Αιγύπτου, ο Μωυσής ρίχνεται στον Νείλο και αργότερα αυτοεξορίζεται στην Μαδιάμ, οι Ισραηλίτες στην έρημο αντιμετωπίζουν πλήθος κινδύνων από πείνα, δίψα, ληστρικές επιδρομές και εσωτερικές επαναστάσεις· οχυρωμένες πόλεις εμφανίζονται σαν ανυπέρβλητα εμπόδια για την κατάκτηση της Χαναάν, η εχθρότητα των γειτονικών φυλών κατά την περίοδο των κριτών απειλεί με αφανισμό τον λαό του Θεού, ο Σαούλ, παρά τη γενναιότητά του, κρίνεται από τον Θεό ακατάλληλος για την εκπλήρωση των στόχων της εκλογής του, ο Δαβίδ αντιμετωπίζει αλλεπάλληλες αρνητικές καταστάσεις εξαιτίας των αμαρτιών του, το βασίλειο που ίδρυσε διασπάται και η διαφθορά της βασιλικής και θρησκευτικής εξουσίας στους επόμενους αιώνες θα φέρουν ως αποτέλεσμα την καταστροφή των βασιλείων, την εξορία του λαού και τη διασπορά του σε ολόκληρη τη γη.

Όλες αυτές οι αρνητικές καταστάσεις φαίνονται ανυπέρβλητες και απειλούν με ματαίωση το σχέδιο της θείας οικονομίας, όμως ο Θεός επεμβαίνει πάντοτε την κατάλληλη στιγμή για να δώσει λύσεις στα αδιέξοδα, εκλέγοντας για τον σκοπό αυτόν τα πρόσωπα εκείνα που αυτός θεωρεί κάθε φορά κατάλληλα. Αυτό που καθιστά ένα πρόσωπο άξιο της θείας εκλογής δεν είναι κάποιες ιδιαίτερες σωματικές ή διανοητικές ικανότητές του, ούτε καν η ηθική του, αλλά η ετοιμότητά του για υπακοή στο θέλημα του Θεού. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα πρόσωπα που επιλέγονται από τον Θεό για την επίτευξη των στόχων του θεωρούνται από τους ανθρώπους εντελώς ακατάλληλα, αλλά όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο απόστολος Παύλος στην Α´ Πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή του (1:27-28): «Αυτούς που ο κόσμος τούς θεωρεί αφελείς, εκείνους διάλεξε ο Θεός για να ντροπιάσει τελικά τους σοφούς· κι αυτούς που ο κόσμος τούς θεωρεί ανίσχυρους, εκείνους διάλεξε ο Θεός για να ντροπιάσει τελικά τους κατά κόσμον ισχυρούς· κι αυτούς που ο κόσμος τούς θεωρεί παρακατιανούς και περιφρονημένους, εκείνους διάλεξε ο Θεός, τα μηδενικά, για να καταργήσει όσους θαρρούν πως είναι κάτι».

Οι εκλεκτοί, κατά συνέπεια, του Θεού δεν είναι αγγελικές υπάρξεις ούτε διαθέτουν κάποια ειδικά προσόντα ή ιδιαίτερες ικανότητες, αλλά είναι άνθρωποι με πάθη και αδυναμίες· όμως η ταπεινή υποταγή και η ανταπόκρισή τους στο θείο θέλημα τούς αξιώνει να γίνουν συνεργάτες του Θεού. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την εμφάνισή του ο Θεός στο όνειρο του Ιακώβ δεν ασκεί καμιά κριτική για τις προηγούμενες ενέργειές του σε βάρος του πατέρα του και του αδελφού του, αλλά απευθύνεται προς αυτόν με μια σειρά υποσχέσεων χωρίς να θέτει οποιονδήποτε όρο. Έτσι, η παρέμβαση του Θεού στη ζωή του Ιακώβ μετατρέπει έναν ασήμαντο τόπο στη μέση του πουθενά και μια πέτρα σε “οίκο Θεού” και “πύλη του ουρανού”, και αυτό αναγνωρίζεται από έναν εγωκεντρικό και υπολογιστή άνθρωπο, ο οποίος θα μετατραπεί έτσι σε όργανο του Θεού για τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μέσα από την αφήγηση για το όνειρο του Ιακώβ προβάλει με ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο ο καθοδηγητικός ρόλος του Θεού στην παγκόσμια ιστορία, καθώς ο αποφασιστικός παράγοντας που κινεί την Ιστορία είναι η χάρη και η δύναμη του Πνεύματός του και όχι οι όποιες ικανότητες των πρωταγωνιστών.

Όταν, λοιπόν, ήρθε ο κατάλληλος καιρός, ο Θεός αναζήτησε άλλον έναν άνθρωπο, που και πάλι ελεύθερα και χωρίς καταναγκασμό, θα δεχόταν να συνεργαστεί μαζί του. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι χωρίς αυτήν την απροϋπόθετη συνεργασία της Μαρίας η πραγματοποίηση του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου θα ήταν αδύνατη. Όπως υπενθυμίζει η Εκκλησία με την επιλογή της περικοπής Φιλ 2:5-11 ως αποστολικού αναγνώσματος της γιορτής στους σύγχρονους πιστούς, η Μαρία είχε κατορθώσει να επιτύχει αυτό που παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος στους πιστούς της εποχής του: «Φροντίστε στις μεταξύ σας σχέσεις να σκέφτεστε όπως κι ο Ιησούς Χριστός,ο οποίος ως πραγματικός Θεός που ήταν, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό σαν κάτι ξένο που το άρπαξε, αλλά δέχτηκε να γίνει ένα τίποτα, να μοιάσει με δούλο, καθώς έγινε ίδιος με τους ανθρώπους· και όντας πραγματικός άνθρωπος, δέχτηκε να ταπεινωθεί, υπακούοντας στον Θεό μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού» (Φιλ 2:5-7).

Το παραπάνω κείμενο, μια από τις αρχαιότερες ομολογίες πίστεως της Εκκλησίας, περιγράφει μια επαναστατική για τις σχέσεις του Θεού με τον άνθρωπο αλήθεια. Μόνον αυτό που κατέχει κανείς πραγματικά μπορεί να το μοιραστεί με τους άλλους· αντίθετα, εκείνο που δεν του ανήκει και το αποκτά δι’ αρπαγής το κρατάει για τον εαυτό του, στερούμενος έτσι της χαράς του μοιράσματος και της σχέσης με τον άλλον. Ο Χριστός ως πραγματικός Θεός θέλει και προσφέρει στους ανθρώπους τη δυνατότητα μετοχής στη θεότητά του, για να το κάνει όμως αυτό χρειάζεται να σαρκωθεί. Και η Μαρία προσφέρει στον Θεό αυτό ακριβώς που δεν έχει, τη σάρκα, για να το κάνει όμως αυτό χρειάζεται να υποτάξει το δικό της θέλημα στο θέλημα του Θεού. Έτσι, η Μαρία κατόρθωσε να μιμηθεί τον Χριστό, όπως παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος, πριν ακόμη γεννηθεί ο Χριστός. Και αφού ήταν ένας κοινός άνθρωπος σαν όλους τους άλλους, έγινε το σύμβολο της ανθρώπινης συμμετοχής στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.

Αυτός είναι ο λόγος που το πρώτο ανάγνωσμα του Εσπερινού της γιορτής του Κοιμήσεως της Θεοτόκου αναφέρεται στο όνειρο του Ιακώβ και από αυτήν τη σκηνή είναι επηρεασμένη και η εικονογραφία των ορθόδοξων εκκλησιών. Το αρχιτεκτονικό τμήμα της εκκλησίας που συνδέει το δάπεδο, σύμβολο της γης, με την οροφή, σύμβολο του ουρανού, είναι η κόγχη του ιερού και γι’ αυτό στο συγκεκριμένο σημείο εικονογραφείται αυτή που σαν άλλη σκάλα του Ιακώβ ένωσε τη γη με τον ουρανό.

Η τοποθέτηση, λοιπόν, από την ορθόδοξη παράδοση μιας γορτής της Παναγίας στην αρχή και στο τέλος κάθε εκκλησιαστικού έτους, σηματοδοτεί την ανανέωση της δέσμευσης των χριστιανών προς τον Θεό να είναι πάντοτε έτοιμοι -μιμούμενοι την ετοιμότητα της Μαρίας, και αναγνωρίζοντας το μερίδιο της δικής τους ευθύνης για τη σωτηρία του κόσμου- να συνεργαστούν μαζί του, ώστε «κάθε γλώσσα να ομολογήσει ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός» (Φιλ 2:11).

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: