Silver Alert: Εκκλησιαστική Παιδεία

Άνθιμος, Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως
Άνθιμος, Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμος γεννήθηκε το 1962 στην Αλεξανδρούπολη. Είναι απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Η εις Επίσκοπον χειροτονία του, τελέσθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2004

Του ιδίου:

Ο σοφός μας πρόγονος, στὴν ἐρώτηση «τί εἶναι παιδεία;», ἀπαντοῦσε: γιὰ τὰ σώματα ἡ γυμναστική, γιὰ τὶς ψυχὲς ἡ μουσική (Πλάτ. Πολιτεία 376e). Ἔτσι μᾶς ὑπέδειξε ὅτι καὶ τὰ δύο συστατικὰ τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος χρειάζονται ἰσόποση καὶ διαρκῆ καλλιέργεια. Ὁπότε, τὸ «δαιμόνιον» τοῦ Σωκράτους, ποὺ συνηθίζουμε νὰ ἐξηγοῦμε ὡς «φωνὴ τοῦ Θεοῦ», δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ «αὐτὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει καλά», (εἰδήμων – δαήμων – δαίμων). Ἡ γνώση, λοιπόν, εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ, προκειμένου στὴ συνέχεια ὁ Θεὸς νὰ ἀποκαλυφθεῖ στὸν ἄνθρωπο. Καὶ «τὸ παράπονο τοῦ Θεοῦ» εἶναι ποὺ δὲν ψάχνει νὰ τὸν βρεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν Ἐκεῖνος κρύβεται! Ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν γνωρίζει τὸν Θεό, δὲν θὰ μάθει ποτὲ τὸν ἑαυτό του.

Ὁ Ψαλμωδὸς στὴ Βίβλο διδάσκει ὅτι μόνο ἡ κατάκτηση τῆς παιδείας βοηθάει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν πράττει ὅσα ἐξοργίζουν τὸν Κύριο (2,12), καὶ ὁ Ἡσαΐας θεωρεῖ τὴν ἀπαιδευσία τοῦ ἀνθρώπου αἰτία ζηλωτικοῦ φανατισμοῦ (26,11). Ὁ Χριστὸς θλίβεται ὅταν οἱ μαθητές του παραμένουν ἀνεπίδεκτοι τοῦ πνεύματος ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς διέπει (Λουκ. 9,55). Ὁ Ἀπ. Παῦλος ἐπιμέ νει ὅτι μόνη ἐλπίδα τῶν «ἀντιδιατιθεμένων» νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου καὶ νὰ συνέλθουν, εἶναι ἡ παιδαγωγία (Β΄ Τιμ. 2, 25-26). Καὶ μὲ αὐστηρότητα παραδίδει τοὺς ψευδοδιδασκάλους στὸν σατανᾶ «γιὰ νὰ παιδευτοῦν, προκειμένου νὰ πάψουν νὰ βλασφημοῦν» (Α΄ Τιμ. 1, 20).

Τὰ παραπάνω δὲν εἶναι ἀποκλειστικότητα τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας ἢ τῆς βιβλικῆς πνευματοδοξίας. Σὲ κάθε λαὸ καὶ σὲ κάθε θρησκεία βρίσκονται ψήγματα ἀναφορᾶς στὴν διαιώνια καὶ πανανθρώπινη ἀξία τῆς παιδείας. Ἐκεῖνο ποὺ κάνει τὴ θεολογική μας παιδεία μοναδική, εἶναι ἡ στόχευσή της. Δὲν ἀποβλέπει στὴν πληθωρικὴ αὔξηση τῆς γνώσεώς μας γιὰ τὸν κόσμο οὔτε στὴ μείωση τῆς ὑπαρξιακῆς ἀπορίας κάθε ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἐπιδιώκει τὴ μόρφωσή του. Σύμφωνα μὲ τὰ παλαιὰ λεξικά, «παιδεία εἶναι… τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται ἡ μόρφωσις τοῦ ἀνθρώπου». Τὸ δὲ Ὑπουργεῖο Παιδείας εἶναι «τὸ ἐπιμελούμενο τὴ μόρφωση τῶν πολιτῶν».

Στὴ γλῶσσα μας τὸ ῥ. «μέρφω» σήμαινε φυσικὴ καὶ πνευματικὴ ὡραιότητα, ἄμορφο ἦταν τὸ ἄσχημο καί, συγχρόνως, τὸ αἰσχρό. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τὴν αὐτοσυνειδησία ὅτι μοναδικὸς σκοπός της εἶναι «νὰ μορφώσει τὸ ἀλλότριον», νὰ δώσει μορφὴ στὸ ἐχθρικό, στὸ ξένο, στὸ τσαλακωμένο. Ἐδῶ θὰ χρειαστεῖ, ὅμως, νὰ κάνω μιὰ ἀναδρομή. 

Ὁ Θεὸς τοποθέτησε τὸν ἄνθρωπο μπροστὰ στὸ «δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ». Ἡ γνώση ὡς ἄθλημα, θὰ τὸν βοηθοῦσε νὰ ἐπιλέξει ἀνάμεσα στὰ δύο. Ἡ περιπέτεια τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποία ὀνομάζουμε «πτώση» (καὶ κακῶς ἐννοοῦμε ὡς τιμωρία), εἶχε μόλις ἀρχίσει. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐλευθερία, ὡς ἔννοια καὶ κατάσταση, στὶς πρώϊμες ἐκείνες προϊστορικὲς ἐποχὲς ἦταν ἀκατανόητη, γι’ αὐτὸ ἡ Βίβλος περιγράφει λιτὰ τὴν προίκα τῆς ἐλευθερίας ὡς «δόξα καὶ τιμή».Δόξα εἶναι ἡ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ διαμορφώνει γνώμη καὶ νὰ ἔχει ἐλεύθερη ἐπιλογή, ἐνῶ τιμή εἶναι ἡ βαθειά ἐναίσθηση τῆς θείας προελεύσεως καὶ τῆς ἀθανασίας τοῦ πυρῆνος τῆς συνειδητῆς του ὑπάρξεως.

Ὁ ἄνθρωπος, τότε, δὲν εἶχε τὴ γνώση, ὁπότε ἔπρεπε, ὡς κτῖσμα, νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν Κτίστη (ὅπως κάθε παιδὶ τὸν γονιό του, μέχρι νὰ ἐνηλικιωθεῖ). Ὅμως, δὲν τὸ ἔκανε. Ἔτσι, μπῆκε στὸ πλοῖο τῆς ἱστορίας, ἐφελκύστηκε στὸν ἀπόπλου του καὶ μέσα στὰ παφλάζοντα κύμματα του Ὠκεανοῦ τῆς ζωῆς, γνώρισε καὶ ξεχώρισε τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, τὴ ζωή καὶ τὸν θάνατο. Στὸ τέλος τῆς ἱστορίας θὰ ἀγκυροβολίσει ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου κάποτε σάλπαρε, πρὶν ναυαγήσει στὴν ποιότητα καὶ στὴν ποσότητα αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ βίου.

Τελικά, ἡ ἐλευθερία ἀποδείχτηκε ριψοκίνδυνο ἄθλημα, ἔκρυβε κακοτοπιὲς ποὺ ἀμαύρωσαν, πλήγωσαν, ἐξάντλησαν τὸν ἄνθρωπο, τὸν πόνεσαν καὶ ἔχασε τὴν πρώτη του φυσικὴ καὶ πνευματικὴ ὡραιότητα, τὴν ἀνέμελη καὶ ξέγνοιαστη μορφή του. Ἀλλοτριώθηκε στὶς ξενιτιές, ἔγινε δοῦλος, ἔτρωγε ξυλοκέρατα, ἀπώλεσε τὴν προτητερινή του αἴγλη. Αὐτὴ ἡ κατάντια διήρκεσε μέχρι τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἐπέφερε τὴν πιὸ τολμηρὴ τομὴ στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Δίδαξε μὲ λόγια καὶ ἀπέδειξε μὲ ἔργα ὅτι δὲν ἐξέλιπε, ὑπάρχει ἀκόμα, ἡ δυνατότητα νὰ ἐπανέλθει ὁ ἄνθρω πος στὴν ἀρχική του κατάσταση, πρὶν τὸν θεληματικό του ὑποβιβασμὸ σὲ θηλαστικό. Ἀρκεῖ φυσικὰ νὰ γνωρίσει ἐπακριβῶς καὶ νὰ ἐπιλέξει ὀρθῶς. Ἡ γνώση θὰ τὸν καλέσει σὲ ἐλευθερία καὶ ἡ ἐλευθερία θὰ τὸν ἀποκαταστήσει στὴ σωτηρία. Ὄχι μόνο τὸν ἄνθρωπο ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία, ἡ ὁποία θὰ σωθεῖ «διὰ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος».

Τελειώνω, τὴ γνώριμη αὐτὴἀναδρομή, μὲ τὴν ἁπλοϊκὴ κατάληξη ὅτι πράγματι, ὅλα εἶναι ζήτημα παιδείας ποὺ ὁδηγεῖ στὴ γνώση, ἀκόμα καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, μέσῳ βεβαίως τοῦ θελήματός του. Νὰ ξεκαθαρίσω, ὅμως (καὶ θὰ ἐπανέλθω σ’ αὐτὸ στὴ συνέχεια), πὼς ὅταν λέω ἐκκλησιαστικὴ παιδεία δὲν ἐννοῶ τὴ θρησκευτική. Ἡ Ἐκκλησία ξάφνιασε εὐχάριστα τὸν κόσμο, ὅταν ἀποκαλύφθηκε σ’ αὐτόν (γι’ αὐτὸ ὁ λόγος της ὀνομάστηκε εὖἄγγελμα), ἐπειδὴ ἦταν, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της, ἡ παντελὴς ἀπόρριψη κάθε μορφῆς θρησκευτικότητος. Τὸ μήνυμα ποὺ κόμιζε, ἐλευθέρωνε τὸ πνεῦμα κάθε ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ σχιζοφρένεια τῆς θρησκείας. Καθὼς καὶ ἡ δομή της· γι’ αὐτὸ ἀπέφυγε τὴ θεσμοθέτηση ἱερέων καὶ ἀρχιερέων ἀλλὰ ὀνόμασε τοὺς λειτουργούς της πρεσβυτέρους καὶ ἐπισκόπους. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία, οἰκειοποιούμενη κάθε καλὸ ποὺ προϋπῆρξε στὸν κόσμο καὶ ἀξιοποιῶντας κάθε ὠφέλιμο ποὺ ἔκτοτε, μέχρι καὶ σήμερα, προκύπτει στὴν ἀνθρωπότητα, ἔχει τὴν ἄνετη δυνατότητα, μὲ τὴ μοναδικὴ γονιδιακὴ εὐπλασία ποὺ διαθέτει, νὰ γίνεται κοινωνικὴ καὶ πολιτική, ὁπότε συγχρόνως παραδοσιακή, ἀναπτυξιακή, ἐπιστημονικὴ καὶ τεχνολογική! Κι αὐτό, ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μουσειακὸ ἔκθεμα, ἀλλὰ εἶναι ζωή, τρόπος ζωῆς «τῆς νῦν καὶ τῆς μελλούσης» (Α΄ Τιμ. 1, 8).

Ὁ Χριστὸς ἐπιβεβαίωνε ὅτι ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς διδάξει τὸ πῶς πρέ- πει νὰ ζοῦμε, καὶ μάλιστα μὲ ποιότητα ἀτελεύτητης ζωῆς. Γι’ αὐτό, ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀσχολήθηκε ποτέ (παρὰ μόνο σὲ ἐποχὲς ἀδυναμίας της), μὲ τὴν ἠθικὴ τοῦ κόσμου. Ἐπειδὴ ἡ ἠθικὴ εἶναι σύστημα ἀξιῶν καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρξε πάντοτε ἀντισυστημική. Ἡ Ἐκκλησία ἦταν πάντα ζυμάρι, ποὺ ὅταν φουσκώνει, βγαίνει ἀπὸ τὴν πινακωτὴ καὶ ξεχειλίζει, γιὰ νὰ θρέψει τὸν κόσμο. Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ ὅτι ὅλος ὁ κόσμος, ἀνεξαιρέτως, «κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ» (Α΄ Ἰω. 5,19), ὅμως ὁ ρόλος της δὲν εἶναι νὰ κρίνει τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ τὸν σώσει. Ἔτσι προτείνει ποικίλους τρόπους ἀλλαγῆς τοῦ νοῦ, ἐθελούσιας μεταστροφῆς τῆς βουλήσεώς του καὶ ἐπίμονης ἀθλητικῆς ἀποφασιστικότητος. Αὐτὸ εἶναι τὸ περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς παιδείας καὶ προσβλέπει στὸ νὰ σηκώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὶς ραστωνικὲς κερκίδες καὶ νὰ τὸν κατεβάσει στὸν στίβο «γιὰ νὰ ζήσει».

Ἡ μόνη συναισθηματικὴ ἀναστολὴ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀνακόψει αὐτὴν τὴν ἐκπαιδευτικὴ πορεία, θὰ ἦταν τὸ στιγμιότυπο τοῦ θανάτου, ὅμως ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ βεβαιωμένες ἐμφανίσεις του, καταρρίπτουν τὸν φόβο τοῦ τέλους, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς γεννήσεώς του ζῆ τελείως ἀσυμβίβαστος μὲ κάποια ἡμερομηνία λήξεως. Μὲ αὐτὴν τὴν τροχοδρομημένη ἐκκίνηση ἡ Ἐκκλησία ἐπιβεβαιώνει τὴ ρήση τοῦ Κυρίου, ὅτι «δὲν θὰ γνωρίσει θάνατο ποτέ» (Ματθ. 16,18), ἐπειδὴ θὰ ἀνοίγεται διαρκῶς, τολμηρὰ

καὶ ἄφοβα, στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων, ὅταν οἱ θρησκεῖες ὁλοένα θὰ κλείνονται καὶ φοβισμένες θὰ ταμπουρώνονται πίσω ἀπὸ πολύμορφους φονταμενταλισμούς. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ Λεξικὸ τῆς κοινῆς Ἑλληνικῆς, «… φονταμενταλισμός εἶναι θεολογικὸ ρεῦμα τοῦ ἀμερικανικοῦ προτεσταντισμοῦ, ἐχθρικὸ ἀπέναντι στὴν ἐπιστήμη, ποὺ στοχεύει στὴν ἐπιστροφὴ στὶς ἐθνικὲς καὶ θρησκευτικὲς παραδόσεις». Ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία κάθε δικό της τὸ κοινωνεῖ σὲ ὅλους καὶ κάθε ξένο τὸ αἰσθάνεται δικό της.

Ἔτσι, δίνει μορφὴ φιλικὴ καὶ οἰκεία σὲ κάθε ἐχθρικὸ καὶ ξένο. Δὲν διαχωρίζει, δὲν ὑψώνει φραγμούς, στοὺς ναούς της, μάλιστα διαθέτει στασίδι γιὰ ὅλους ἀνεξαιρέτως, ἀκόμα καὶ γιὰ τοὺς ἀβάπτιστους. Δὲν βλέπει γύρω της ἐχθρούς, ἀλλὰ «παραπλανημένους φίλους», ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες, ὡς δυνάμει ἀδελφοὺς καὶ παιδιά της (εἴτε «κατὰ σάρκα» εἴτε «διὰ τῆς ἐπαγγελίας», Γαλ. 4, 22). Μὲ αὐτὴν τὴν ἐξάρτυση καὶ τὴν αὐτοπεποίθηση, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὑπεύθυνο ἀκόμα καὶ γιὰ τὴ λάσπη μὲ τὴν ὁποία γράφεται ἡ ἱστορία. Δὲν ἐπιδιώκει ῥόλους οὔτε ἁρμοδιότητες, ἐπειδὴ γνωρίζει καλὰ τὸν λόγο τῆς ὑπάρξεώς της.

Δὲν ἀποποιεῖται τὴν εὐθύνη της οὔτε τὴν μεταθέτει ἀλλοῦ. Ὁ ρόλος καὶ ἡ εὐθύνη της, δὲν ἀφοροῦν μόνο στὴ σύνολη ἀνθρωπότητα. Ἀφοροῦν καὶ στὸν σύμπαντα κόσμο ὁ ὁποῖος μᾶς περιβάλλει. Γνωρίζει καλὰ ἡ Ἐκκλησία, πῶς προῆλθε αὐτὸς ὁ κόσμος καὶ ποιὸ θὰ εἶναι τὸ νομοτελειακὰ φυσιολογικὸ τέλος του (Β΄ Πετρ. 3,10). Ὁπότε, ἡ ἐνασχόλησή της μὲ τὸ οἰκολογικὸ πρόβλημα, γιὰ παράδειγμα, δὲν εἶναι ἁπλὴ δευτερεύουσα δραστηριότητα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Εἶναι θεμελιακὸ καθῆκον τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ζήτησε «νὰ μὴν πεταχτοῦν τὰ περισσεύματα» (Ματθ. 14,20). Ἐξάλλου, στὴν ἀνασυγκρότηση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸν καινούργιο οὐρανὸ καὶ τὴν καινούργια γῆ (Ἀποκ. 21,1), ὁλόκληρη ἡ κτίση καὶ ἡ μέχρι τώρα δημιουργία θὰ συμποσοῦται στὰ ἀναστημένα, ἄφθαρτα, ἀνθρώπινα σώματα. Τὰ τέσσερα ἀρχέγονα ριζώματα τῆς δημιουργίας μὲ τὴν πεμπτουσία τοῦ νέου Ἀδάμ, θὰ συμπαρασύρουν, τὸν μέχρι τώρα «καλὸν λίαν» κόσμο μας στὴν ἄριστη βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἡ παιδεία, λοιπόν, τὴν ὁποία μᾶς προτείνει ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἀδήριτη καὶ ἐπιτακτικὴ εὐθύνη της, στοχεύει σὲ ἕνα σκοπό: νὰ μορφωθεῖ, νὰ πάρει μορφὴ κάθε «ἀλλότριο» καὶ ξεφεύγοντας ἀπὸ τὸ ἀνεύθυνο πλῆθος τῶν ἀνωνύμων ὄντων, νὰ γίνει μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο πρόσωπο, γεμᾶτο ὑποχρεώσεις ὅπως καὶ προνόμια. Τὸ πρόσωπο αὐτό, πνευματικὸ καὶ συνάμα ὑλικό, θὰ εἶναι τὸ ἀρχέγονο ἐκεῖνο «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ δημιούργημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁλόκληρη ἡ δημιουργία θὰ ἀποκατασταθεῖ στὴ σωτηρία της.

Καθίσταται, φαντάζομαι, κατανοητό, γιατὶ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι θρησκεία μὲ σκοπὸ τὴν ἀπονομὴ τιμῆς καὶ λατρείας σὲ «κάποιο» Θεό. Δὲν ἐπιδιώκει τὴν πάταξη τῆς φτώχειας στὸν πλανήτη. Δὲν ἔχει ψευδαισθήσεις ἠθικῆς βελτιώσεως τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ οὔτε ἐπωάζει παρηγορητικὲς ἐλπίδες σὲ κάποιον παράδεισο. Ὅλα αὐτά, «τῶν μὴ κοιμωμένων τὰ ὄνειρα», μποροῦν νὰ θεραπεύονται ἀπὸ θρησκεῖες, φιλοσοφίες, εὐνομούμενες πολιτεῖες καὶ ὀργανωμένες κοινωνίες. Δευτερευόντως μπορεῖ νὰ βοηθοῦν, ὅμως δὲν εἶναι ὁ κύριος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς φανέρωσε (κακῶς λέμε, ἵδρυσε· ἐπειδὴ προϋπῆρχε), τὴν Ἐκκλησία του στὴ γῆ καὶ τὴ στερέωσε μὲ τὸ αἷμα Του.

Πάντως, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι στὴν ἐποχή μας, ὁ λόγος περὶ παιδείας γενικά, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐκκλησιαστικῆς παιδείας, εἰδικότερα, δὲν εἶναι διόλου εὔκολος. Μέχρι τώρα, ἡ μὲν γενικὴ παιδεία ἦταν πάντα… ἑλληνική, ἡ δὲ ἐκκλησιαστικὴ ἦταν μονίμως ἑλληνορθόδοξη. Ὅμως, ἀπὸ τότε ποὺ ἡ ἑλληνικὴ παιδεία ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν τόπο μας καὶ οἱ ἑλληνικὲς ἕδρες σπουδῶν κλείνουν ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη στὰ ξένα Πανεπιστήμια, ἡ μὲν γενικὴ παιδεία μετατράπηκε σὲ πληροφορία καὶ Βικιπαίδεια, ἡ δὲ βαθυνούστατη ἐκκλησιαστική, ξέπεσε σὲ ἠθικισμὸ καὶ λαϊκὴ παράδοση.

Ὁπότε τί; Ὕστερα ἀπὸ δυὸ χιλιάδες χρόνια, θὰ παύσει ἡ Ἐκκλησία νὰ εἶναι τὸ ἁλάτι τῆς γῆς; Ποὺ εἴτε προφάσει εἴτε ἀληθείᾳ, δίνει νοστιμιά, γεύση καὶ χρῶμα στὴν τροφὴ τοῦ κόσμου; Ὁπωσδήποτε ὄχι! Ἐξάλλου, ἡ Ἐκκλησία δὲν ἐμφανίστηκε στὸν κόσμο ὡς γέννημα καὶ δημιούργημα κάποιας παιδείας. Ἀντίθετα· ἡ Ἐκκλησία διέσωσε μιὰ παιδεία, τὴν ἑλληνική (τὴν ὁποία διασώζει μέχρι σήμερα) καὶ τὴν «ἀναβίβασε» σὲ ἐκκλησιαστική! Γι’ αὐτό, ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία (τουλάχιστον στὴν Ὀρθόδοξη ἔκφανσή της), ὀφείλει νὰ ἀνασκουμπωθεῖ καὶ νὰ δώσει δυναμικὸ παρών στὶς δύο βασικὲς διαστάσεις τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, τὴ θεολογικὴ καὶ τὴν ἱστορική.

Εἶναι ἀνάγκη, «πάσῃ θυσίᾳ», νὰ ἐντρυφήσουμε στὴν ἐκκλησιαστική μας παιδεία καὶ νὰ τὴ σπουδάσουμε σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὴ θρησκευτική, ἐπειδὴ ἡ δεύτερη, κλειστὴ καὶ φοβική, μὲ ἐθνικὰ πάντα χαρακτηριστικά, μὲ αὐστηρὴ συνήθως τυπολογία, μὲ ἐσωτερικὸ κανονισμό, μὲ ἱεροὺς τόπους καὶ ἱερὰ βιβλία, δὲν μπορεῖ οὔτε στὸ ἐλάχιστο νὰ καλύψει τὸ εὖρος τῆς πρώτης. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ δὲν ἔχει τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ἡ λογικὴ λατρεία μας, ὁ διάλογος τοῦ Κυρίου μὲ τὴ Σαμαρείτισσα καὶ ἡ ἐμπειρική, ζωντανή μας παράδοση (ποὺ ἐμπεριέχει τὴν Ἁγία Γραφή), ἀπελευθερώνουν τὴν Ἐκκλησία μας ἀπὸ τὰ ἄτεγκτα δεσμὰ τῆς θρησκευτικότητος.

Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ κινεῖται ἀνετώτατα σὲ κάθε χρονικὴ ἐποχὴ καὶ σὲ κάθε γεωγραφικὴ περιοχή. Νὰ συνδιαλέγεται στὰ ἐργαστήρια καὶ στὰ ἀμφιθέατρα μὲ σημερινὲς ἢ αὐριανὲς ἐπιστῆμες. Νὰ προσαρμόζεται μὲ κάθε ἐθνικὴ ἰδιοπροσωπία καὶ τελικὰ νὰ τὴ διαμορφώνει. Νὰ ἀντλεῖ διαρκῶς ἀπὸ τὴν πλουσιότατη δισχιλιόχρονη παράδοσή μας. Συγχρόνως, ὅμως, νὰ μπορεῖ νὰ ἀναπτύσσει ταχύτατους μηχανισμοὺς εὐελιξίας, προκειμένου νὰ ἀποφασίζουμε γιὰ σημερινὰ προβλήματα τῶν πιστῶν (γιὰ τὰ ὁποῖα Γραφὴ καὶ Παράδοση σιωποῦν), ὥστε νὰ ἀναπαύονται οἱ συνειδήσεις τους, οἰκονομῶντας ἔτσι τὴ σωτηρία τους. Ἡ Ἐκκλησία δὲν κλειδαμπαρώνεται σὰν ἀκριβὸ μαργαριτάρι μέσα σὲ πολύτιμη κασετίνα, οὔτε χαντακώνεται σὰν τὸ τάλαντο μέσα στὴ γῆ (Ματθ. 25, 14). Ἡ Ἐκκλησία βγαίνει στὴν ἀγορὰ τῆς κοινωνίας καὶ κονταροχτυπιέται στὸ συνειδησιακὸ χρηματιστήριο τῶν ἀξιῶν, καθημερινά. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωὴ καὶ δράση, ὁπότε ὀφείλει νὰ εἶναι πάντα «ἐπὶ ποδός», σὲ ἐγρήγορση καὶ ἐπικαλούμενη τὴ θεία ἔμπνευση νὰ ἀποφασίζει μὲ κριτήρια σωτηριολογικά.

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία δὲν χωρίζει τὴν εὐσέβεια ἀπὸ τὴν ἱερωσύνη, ἐπειδὴ ἐκεῖ γύρω καιροφυλακτεῖ ἡ νοοτροπία τοῦ προτεσταντισμοῦ. Δὲν προβάλλει τύπους εὐλαβείας, ἐπειδὴ αὐτοὶ καταλήγουν ὁπωσδήποτε στὴν ὑποκρισία, τὴν ὁποία στηλίτευσαν τὰ «οὐαί», τόσο σκληρά. Δὲν γνωρίζει, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου, κανένα ἄλλο πρόσωπο «αὐθεντικοῦ» γέροντος ἢ «ἐπαγγελματία» χαρισματούχου. Τὰ αὐθεντικὰ καὶ χαρισματοῦχα πρόσωπα ὑπάρχουν· ὅμως γιὰ νὰ διδάσκουν ταπείνωση μὲ τὶς πτώσεις τους καὶ νὰ δείχνουν μὲ τὸ δάκτυλο τὸν Χριστό, ὄχι τὸν ἑαυτό τους σὲ παράλληλη θέση. Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία δὲν γίνεται δεκανίκι στὶς ζωές μας, ἀλλὰ τροφοδοτεῖ καὶ ἐνισχύει τὴν αὐτοπεποίθησή μας, ὥστε νὰ πατᾶμε γερὰ στὰ πόδια μας.

Δὲν μᾶς βάζει σὲ θερμοκοιτίδα, δὲν μᾶς ἀπομονώνει ἀπὸ τὴ ζωή, μᾶς προτείνει νὰ τὴ ζήσουμε πλέρια, ὅμως νὰ τὴ ζήσουμε «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία δὲν ἐμπορεύεται ἐλπίδες, δὲν ἐξαπολύει κατάρες, δὲν κραδαίνει βασκανίες, δὲν τρομοκρατεῖ μὲ ἀρμαγεδδῶνες, δὲν πανικοβάλλει μὲ καταστροφές, δὲν ὑπολογίζει «καιροὺς καὶ χρόνους» (Πραξ. 1, 7), δὲν φοβᾶται συνωμοσίες, δὲν βλέπει γύρω της ἐχθρούς, δὲν τάζει παραδείσους, δὲν ὑποβαθμίζει τὴ Λατρεία μας σὲ παντομίμα, δὲν μετατρέπει τὸ Μυστήριο σὲ μαγεία, οὔτε ἐμφανίζει τὴ Χάρη ὡς θέαμα. Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία εἶναι ὄμορφη, λογική, φέρνει χαρά, ἀγκαλιάζει τὰ πάντα, χαμογελᾶ σὲ ὅλα, κατανοεῖ τὶς ἀτέλειες, συμπονεῖ μὲ τὶς ἀστοχίες, σέβεται τὶς πτώσεις καὶ προτείνει ἀνατάσεις. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἔμφυτο ἔρωτα, κάθε ψυχῆς πρὸς τὸν Χριστό, δὲν τὸν ἐκφράζει μὲ ἀποστροφὴ τοῦ κόσμου καὶ ζηλωτικὸ μῖσος ἐνάντια στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τὸν ἐκδηλώνει μὲ πρόσληψη καὶ ἀγάπη.

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία δίνει θελκτικὰ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου στὸν σύγχρονο κόσμο. Ἕλκει κάθε νέο ἄνθρωπο, κάθε τεχνοκράτη, κάθε σκεπτικιστή. Γίνεται «τοῖς πᾶσι τὰ πάντα» (Α΄ Κορ. 9, 22). Ἐπικαιροποιεῖ χρονικὰ τὶς διδακτικὲς Ἀκολουθίες μας καὶ καθιστᾶ γλωσσικὰ προσπελάσιμες τὶς ἔννοιές τους, προκειμένου νὰ μὴν ἀφήσει κανέναν ἄγευστο τῆς ἐμπειρίας μας καὶ ἀκοινώνητο τῆς ἐλπίδος μας.

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία εἶναι διαδραστική. Ἐντρυφᾶ στὶς αἰτίες ποὺ τόσο λαθεμένα ἔσυραν ἀπὸ τὸ παρελθὸν καὶ τόσο βλάσφημα «κούμπωσαν» στὸ παρόν, τὴν ἔννοια τοῦ «ἀποτειχισμοῦ», δημιουργώντας περιδεεῖς, τάχα χριστιανικὲς συνειδήσεις, σχίζοντας ὅμως ἔτσι, τὸν ἄρραφο χιτῶνα τοῦ Κυρίου, τὸν ὁποῖο σεβάστηκαν ἀκόμα καὶ οἱ σταυρωτές Του. Ἀγωνιᾶ γιὰ τὶς παθογένειες ποὺ ἐκτρέφουν θανατηφόρους γεροντισμούς, ἀλλὰ καὶ τὶς προσωπικότητες ποὺ ἀποποιοῦνται τὴν ἐλευθερία μὲ τὴν ὁποία μᾶς περικόσμησε ὁ Θεός.

Προβληματίζεται γιὰ τὸν θεσμὸ τοῦ γάμου ποὺ διαλύεται, γιὰ τὶς αἰτίες ποὺ φέρνουν ἄλλες μορφὲς οἰκογένειας, καθὼς γιὰ καὶ τοὺς ἀγάμους «ἐν τῷ κόσμῳ» κληρικούς, ποὺ ὁλοένα αὐξάνονται, σὲ σχέση μὲ τοὺς ἐγγάμους. Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία δὲν ἀφήνει νὰ μᾶς προσπεράσει ἀναξιοποίητη ἡ σύγχρονη τεχνολογία, ἀλλὰ οὔτε δαιμονοποιεῖ τὴν τεράστια προσφορά της. Διατηρεῖ ὑγιεῖς καχυποψίες γιὰ ἐνδεχόμενες ἀνελεύθερες ἐπελάσεις της στὰ προσωπικά μας δεδομένα καὶ ἂν δὲν ἀπογυμνωνόμαστε καθημερινῶς στὸ fb, τότε μᾶς θωρακίζει «μὲ τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, τὸν θώρακα, τὴν περικεφαλαία καὶ τὴν μάχαιρα τοῦ Πνεύματος» (Φíφες. 6, 13).

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία εἶναι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ ἐκφράσει βαρύνουσα ἄποψη γιὰ τὴν τεχνητὴ νοημοσύνη, ἡ ὁποία ὁλοένα καὶ περισσότερο κερδίζει ἔδαφος στὴ ζωή μας. Ἔχουμε ξαναδεῖ τὸ ἔργο, ἔστω σὲ… διασκευή: Ὁ Θεὸς κάποτε δημιούργησε ἕνα «ρομπότ» (χωρὶς data καὶ μὲ τὴν πνοή του), ὅμως δὲν φοβήθηκε νὰ τὸ δημιουργήσει ἐλεύθερο, μὲ δικαίωμα ἐπιλογῆς: νὰ μείνει κοντά Του ἢ νὰ φύγει μακριά Του. Ἡ συνέχεια εἶναι γνωστή. Στὴν ἐποχή μας καὶ ὁ ἄνθρωπος καμώθηκε ὅτι ἔγινε δημιουργός…! Δημιούργησε ρομπότ, ἤδη ὅμως ἄρχισε νὰ τὸ φοβᾶται, μὴν τυχὸν αὐτονομηθεῖ, μὴν τυχὸν αὐθαιρετήσει καὶ στραφεῖ ἐναντίον του. Ἄρα, οἱ κόκκινες γραμμὲς μὲ τὶς ὁποίες ἡ τεχνητὴ νοημοσύνη σήμερα, ζητεῖ νὰ περιθριγκωθεῖ, μόνο στὴν ἰδική μας ἐκκλησιαστικὴ παιδεία μποροῦν νὰ ἐξευρεθοῦν.

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία συγκρατεῖ τὴν αὐθαιρεσία καὶ προσγειώνει τὴν αὐταρχικότητα κάθε κοσμικῆς ἐξουσίας, ἐνῶ συγχρόνως τροφοδοτεῖ τὴν πολιτικὴ μὲ πνεῦμα. Δὲν συστρατεύεται σὲ κόμμα οὔτε «κατεβαίνει» στὴν πολιτική, ἀλλά τοποθετεῖ ὅλους τοὺς κομματικοὺς χώρους ἐνώπιον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βιώματος τοῦ λαοῦ μας καὶ ζητεῖ νὰ τὸ θυμοῦνται, ὅταν νομοθετοῦν καὶ νὰ τὸ σέβονται, ὅταν ψηφίζουν. Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία τιμᾶ καὶ κατανοεῖ τὴν ἀγωνία τῆς συχνῆς ἐναλλαγῆς τῶν πολιτικῶν προσώπων στὶς δημοκρατικὲς ἐξουσίες καὶ διαισθάνεται τὸ εἰδικὸ βάρος τῆς ἰσοβιότητος τῶν ἐκκλησιαστικῶν διακονιῶν.

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία ἔχει ἐξαιρετικὰ ὑπεύθυνη γνώμη καὶ ἱστορικὰ δοκιμασμένη ἄποψη, γιὰ τὰ δύο μεγάλα ποτάμια ποὺ προσφάτως διακλαδίστηκαν μὲ βοὴ σὲ πάμπολλα ρυάκια, στὸν πλανήτη. Ἐννοῶ, τῆς Πολιτικῆς Ὀρθότητος καὶ τοῦ Δικαιωματισμοῦ. Ἡ γνώμη καὶ ἡ ἄποψη τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὁλοκληρωτικὰ ἀρνητική, ἀλλὰ προϋποθέτει ὅρους καὶ ὅρια. Ἂν δὲν τεθοῦν, ὑποπτεύομαι ὅτι μέσα στὸ βαλτῶδες ὑπέδαφος τους θὰ πνίξουν τὶς καλὲς προθέσεις τους.

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία, ἂν καὶ «ἔρχεται» ἀπὸ παλαιότερες ἐποχές, μπορεῖ νὰ νοηματοδοτήσει τὸν ἠλεκτρονικὸ Τύπο καὶ τὶς ραγδαῖες ἐπεμβάσεις του στὴ ζωή μας, ἀλλὰ συγχρόνως μπορεῖ νὰ δώσει πνευματικότητα καὶ ἐλευθερία σὲ κάθε ἀπόπειρα δημοκρατικῆς «ἠλεκτρονικῆς διακυβέρνησης».

Θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ διερωτηθεῖ, γιατί νὰ ἐπεκτείνεται ἡ ἐκκλησιαστικὴ παιδεία σὲ τόσες πτυχὲς τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ βίου καὶ νὰ ἔχει ἄποψη γιὰ ὅλες! Ἡ σκέψη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀνάρμοστη, εἶναι καὶ λογική, ὅταν ἀναφερόμαστε σὲ θρησκεῖες. Ἀφοῦ ὅμως μιλᾶμε γιὰ ἐκκλησιαστικὴ παιδεία, τότε, ἂς μὴν λησμονοῦμε ὅτι ἐτυμολογικὰ ἡ λέξη «ἐκκλησία» καλύπτει κάθε λεπτομέρεια τοῦ ἀνθρωπίνου κοινωνικοῦ βίου. Ἔτσι, δὲν μπορεῖ νὰ «θεᾶται τὴ ζωή», ἀλλὰ νὰ τὴ ζῆ, καταγράφοντας τὴ δική της ἱστορία.

Φτάνοντας λοιπόν στὴ δεύτερη διάσταση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, τὴν ἱστορική, ἀλλὰ καὶ τὴ σχέση τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παιδείας μ’ αὐτήν, ἀντλοῦμε χρήσιμες γνώσεις καθὼς καὶ τραυματικὲς ἐμπειρίες τοῦ παρελθόντος, προκειμένου νὰ φωτίσουμε τὸ μέλλον μας. Διαφορετικά, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία θὰ διδάσκει, ὅ,τι διδάσκει καὶ ἡ γενική: ὅτι δὲν διδάσκει τίποτε! Ἐξηγοῦμαι μὲ τρία παραδείγματα.

α. Γνωρίζουμε ὅτι ἡ Οἰκουμένη γεννήθηκε σὲ συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμὴ (ὅταν ὁ Μεγ. Ἀλέξανδρος πέρασε τὰ Δαρδανέλλια) καὶ πέθανε τὸν ζ΄ αἰῶνα (ὅταν ὁ Ἡράκλειος κατάργησε τὴ διγλωσσία –ἑλληνικῶν καὶ λατινικῶν– τῆς Αὐτοκρατορίας). Ἔκτοτε, ἡ αὐξανόμενη ὁμοιογένεια τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους συμβάδιζε μὲ τὴν ἐδαφικὴ συρρίκνωσή του. Ἡ ἐγκληματικὴ κατάργηση τῆς διγλωσσίας προκάλεσε ἀγεφύρωτο χάσμα ἐπικοινωνίας μὲ τὸν δυτικὸ κόσμο. Τὸ Βυζάντιο, ἐγκαταλείποντας τὴ Δύση, τὴν «πέταξε» ἀνάλγητα στὴν πολιτιστικὴ ἐπίδραση τοῦ Ἰσλάμ. Ἐπιδιώκοντας ἀπελπισμένα ἡ Δύση νὰ ξαναποκτήσει πρόσβαση στὴν Ἀνατολή, στράφηκε δυτικότερα καὶ διέσχισε τὸν Ἀτλαντικό. Τότε ἦταν ποὺ «ἡ δική μας» Ἀνατολὴ συρρικνώθηκε, μέχρι ποὺ ἐξαφανίστηκε τελείως.

Στὸ μεταξύ, τὸ Ἰσλάμ εἶχε στοχεύσει νὰ καταπιεῖ τὴν περσικὴ αὐτοκρατορία καὶ στὴ συνέχεια τὴ βυζαντινή. Τὸν πρῶτο στόχο τὸν πέτυχε ἀμέσως. Γιὰ νὰ καταφέρει τὸν δεύτερο, χρειάστηκε ὁ ἐξισλαμισμὸς τῶν Μογγόλων. Τὸ Ἰσλάμ ὅμως, παράλληλα μὲ τὴ γεωπολιτικὴ πίεση, ἄσκησε καὶ πολιτισμική. Θυμόμαστε τὶς ἐπιθέσεις του κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Κρήτης, τῆς Σικελίας, τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Πελοποννήσου καὶ ἀλλοῦ, ὅμως δὲν ἐκτιμοῦμε τὴν ἀποτελεσματικότητα τῶν ἐπιθέσεών του κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος, μὲ τὶς αἱρέσεις τοῦ μονοφυσιτισμοῦ καὶ τῆς εἰκονομαχίας. (Δρακόπουλου Παν., Μεσαίωνας Φíλληνικὸς καὶ Δυτικός, ἐκδ. Ἑποπτεία Ἀθῆναι 1985).

Σήμερα, ἡ «Οἰκουμένη μας» (ἢ ὅπως τὴ λέγαμε παλαιότερα: «ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή») εἶναι στὴ Δύση. Πρὸς τὰ ἐκεῖ ἀνοίγεται καὶ τὸ Ἰσλάμ. Τὰ ἑλληνόπουλα ὀφείλουν νὰ ὁμιλοῦν ἄριστα τὴν ἀγγλικὴ καὶ πολλὲς ἄλλες γλῶσσες, ἐπειδὴ ἡ πολιτιστικὴ κόντρα μαίνεται. Ἡ μετανάστευση συνεχίζει τὴν ἤρεμη ἐπέλασή της, ὅπως τὸ ποτάμι πρὶν τὸν ἀπότομο καταρράκτη. Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία ξέρει νὰ διαβάζει τὴν ἔκβαση τῶν γεγονότων, ἀφοῦ συνήθως ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται.

β. Ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία, τελικά, δὲν ἁλώθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους ἀλλὰ ἀπὸ τὴν γραφειοκρατία της. Οἱ περισσότεροι πιὰ μελετητὲς συγκλίνουν σ’ αὐτὴν τὴν ἄποψη. Ἐπειδὴ ἐφάρμοσε πατερναλιστικὴ πολιτικὴ πρόνοιας, ἀντὶ νὰ αὐξάνει τὸν ἐθνικό της πλοῦτο καὶ ἐπειδὴ ἔδωσε τὴν ἐκμετάλλευση τῶν λιμανιῶν σὲ Γενουάτες καὶ Βενετσιάνους. Τὸ λάθος της ἦταν, ποὺ μέσα στὴν αὐτάρεσκη ἀλαζονεία της, ἡ Αὐτοκρατορία μας δὲν κατάλαβε ὅτι ἡ ἐγκατάσταση στὴν Πόλη τοῦ πρώτου γενοβέζου ἐμπόρου σήμαινε τὴν ἀρχὴ τοῦ τέλους, ἂν παράλληλα δὲν ἐγκαθίστατο καὶ Κωνσταντινουπολίτης ἔμπορος στὴ Γένοβα.

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία, γιὰ ὅλους ὅσοι ἀπὸ βόρεια καὶ ἀνατολικὰ ἔρχονται στὴν Πατρίδα μας, κρούει τὸν κώδωνα, ὅτι οἱ ξένοι μένουν πάντα ξένοι, ἂν δὲν οἰκειωθοῦν δημιουργικά, ἂν δὲν ἀγκαλιαστοῦν (προστατευτικὰ καὶ ἐλεγκτικά), ἀπὸ ἕνα ντόπιο, δυνατό, εὐέλικτο, πνευματικό, πολιτιστικὸ περιβάλλον. Ἡ ἐκμάθηση τῆς ἑλληνικῆς εἶναι ἐξάπαντος πρώτη προϋπόθεση γιὰ τὴν παραμονὴ κάθε μετανάστη στὴ χώρα μας. Καὶ δεύτερη· ἡ ἀξιοποίησή τους γιὰ ἀνταποδοτικὲς ἐμπορικὲς συναλλαγὲς μὲ τὶς χῶρες τους.

γ. Τότε, οἱ Βυζαντινοί μας πρόγονοι δὲν κατανόησαν ὅτι οἱ Δυτικοὶ δὲν ἦταν ἕνα σῶμα, δὲν ἦταν κάτι ἑνιαῖο. Ἦταν δύο ἐχθρικοὶ κόσμοι μεταξύ τους, ἕνας γερασμένος κι ἕνας νέος, ἕνας φεουδαρχικὸς κι ἕνας ἀστικός. Μέχρι τὸν ιε΄ αἰῶνα πίστευαν ὅτι ἡ συμμαχία μὲ τὸν παπισμὸ σημαίνει συμμαχία μὲ τὴν Εὐρώπη. Ἡ Αὐτοκρατορία μας δὲν μπόρεσε νὰ ἀντιληφθεῖ τὴν ὕπαρξη μιᾶς «ἄλλης», ἀντιπαπικῆς Εὐρώπης, γιὰ νὰ τὴν ἀξιοποιήσει κατάλληλα. Κι ὅμως, ἐκείνη «ἡ ἄλλη Εὐρώπη», ἡ Εὐρώπη τῶν ἀστῶν, ζοῦσε στὸν Γαλατᾶ.

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία βλέπει ὅτι σήμερα ὑπάρχει στὴ Δύση ἕνας κόσμος ποὺ μᾶς γνωρίζει, ταυτίζεται μὲ τὴν ἰδιοσυγκρασία μας πολιτιστικὰ καὶ οἰκονομικά. Εἶναι ἤδη ἐδῶ μαζί μας, ζεῖ πλάϊ μας καὶ δὲν εἶναι σωστὸ οὔτε φρόνιμο νὰ τὸν περιφρονοῦμε, οὔτε νὰ ἀδιαφοροῦμε γι’ αὐτόν. Εἶναι ὁ κόσμος στὸν ὁποῖο σπουδάζουν παιδιά μας, ἐργάζονται ἀδελφοί μας καὶ ἀπ’ ὅπου συνταξιοδοτοῦνται γονεῖς μας.

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία, ὅμως, δὲν εἶναι μόνο ἀκαδημαϊκὴ φιλοσοφία. Εἰσχωρεῖ καὶ σὲ λεπτομέρειες τῆς ζωῆς· δευτερεύουσες, θὰ τὶς ἔλεγε κάποιος ἀφελής· ἀνούσιες, κάποιος μύωψ· ποὺ ὅμως ἔχουν τεράστια σημασία. Γιὰ νὰ ἐντοπίσουμε τὰ σημαντικὰ γεγονότα, συνήθως παρακολουθοῦμε τὶς αὐλὲς τῶν ἡγεμόνων, τὰ κλίτη τῶν ναῶν καὶ τοὺς καταυλισμοὺς τῶν στρατοπέδων. Κι ὅμως ἡ βαρυσήμαντη, γιὰ ὅλη τὴν ὑδρόγειο, πορεία τοῦ Εὐρωπαίου δὲν ἄρχισε μὲ μανιφέστα, διατάγματα καὶ χάρτες. Ἄρχισε στὴ μεγάλη τεχνολογικὴ ἐπανάσταση τοῦ ε΄ αιῶνα, δηλ. στὶς ἀπαρχὲς τοῦ Μεσαίωνα, μὲ τρεῖς ἐφευρέσεις (Δρακόπουλου Παν., ὅ.π.)

Ἡ πρώτη ἦταν τὸ ἀλέτρι βαθείας ἀρόσεως, ποὺ ἀποτέλεσε τὸ θεμέλιο τῆς εὐρωπαϊκῆς γεωργίας. Πολλαπλασίασε τὴν ἀπόδοση τῆς βόρειας εὐρωπαϊκῆς γῆς κατακόρυφα, 10 στρέμματα γῆς παρῆγαν κρέας, γαλακτοκομικὰ, σιτηρὰ καὶ λαχανικὰ, ὅσα σὲ εὔφορες περιοχὲς τῆς βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ἀπέδιδαν 60 ἢ καὶ 70 στρέμματα. Τὸ Βυζάντιο, μέσα στὸν κολοφῶνα τῆς δόξης καὶ τοῦ πλούτου του, ἀδιαφόρησε γιὰ τὸ ἀγροτικὸ ἐκεῖνο ἐπίτευγμα τῶν «βαρβαρικῶν» πρώην ἐπαρχιῶν του.

Προγραμματίζουμε, ἄραγε, ἔστω ἐπὶ χάρτου, τὸ αὔριο τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς παιδείας μας; Θὰ παραμείνει εὔφορο κτῆμα τῆς Ἐκκλησίας; Θὰ τὴν γευθεῖ σήμερα ὁ λαός μας, γιὰ νὰ τὴν μεταδώσει στὰ παιδιά του αὔριο; Σὲ ποιὰ γλῶσσα θὰ τὴν μεταγγίσουμε; μὲ ποιὰ μορφή; καὶ ἀπὸ ποιὰ διοικητικὴ δομή;

Ὁ «ἕλλην λόγος», ἀναντίρρητα φορέας πολιτισμοῦ, ζυμωτήρι ἐννοιῶν καὶ τέχνης, ὑπηρέτησε ἄριστα ἐπὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια τὸ δόγμα, τὴ λατρεία καὶ τὴν πνευματικότητα τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ αὐτὸν τὸν λόγο, καταγράφηκαν βιώματα, ἐμπειρίες, ἅλματα τοῦ νοῦ καὶ ἀποκαλύψεις τοῦ Θεοῦ. Στὴν ποιητικὴ μορφὴ αὐτοῦ τοῦ «ἕλληνος λόγου», ψάλλεται ὁ Θεός, διαλέγονται οἱ Ἄγγελοι καὶ εὐθυμεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ λαοῦ μας. Μά! Ὁ ἕλλην λόγος πλέον φθίνει· νὰ τὸ πῶ ξεκάθαρα, τελείωσε πιά. Τὸ γιατί συνέβη καὶ ἂν γίνεται νὰ ἀναστηθεῖ, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Ὅμως, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παιδεία δὲν πρέπει νὰ μείνει ἀδιέξοδη.

Τὰ δόγματα τῆς πίστεως, ἡ θεολογικὴ ποίηση καὶ ἡ λογοτεχνία δὲν γίνεται νὰ μετατραποῦν σὲ «ψιλὰ γράμματα». Ἐπειδὴ τότε, κάποιοι «ἄλλοι» θὰ φέρουν «ἄλλα» γράμματα, bold, γιὰ νὰ μορφώσουν μ’ ἐκεῖνα τὸν κόσμο μας. Εἶναι σοβαρὸ τὸ ζήτημα τῆς λόγιας γλώσσας, ὅμως μὲ προβληματίζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἀκόμα καὶ ἡ δημοτική ἐγκαταλείπεται μπροστὰ στὴ γοητεία τῆς ἠλεκτρονικῆς ἐπικοινωνίας. Θὰ βρεθεῖ ὄχημα (διάβαζε: «ἐφαρμογή»), ποὺ θὰ ἀναλάβει νὰ μεταφέρει τὴν ἐκκλησιαστική μας παιδεία στὸ αὔριο; Κι ὅμως, ὑπάρχουν δίπλα μας, γύρω μας, μέσα στοὺς ναοὺς παιδιὰ δικά μας, μὲ ἄριστη γνώση τῆς ψηφιακῆς τεχνολογίας.

Θὰ τοὺς δώσουμε τὴ δυνατότητα νὰ μᾶς προτείνουν μιὰ ψηφιακὴ Κατήχηση, μιὰ διαδραστικὴ Λατρεία, μιὰ συμβατὴ μὲ τὴν τεχνολογία Ἐκκλησία; Ἐξαπολύουμε μιὰ ἐγκύκλιό μας ἡ ὁποία διαβάζεται καὶ ἀκούγεται ἀπὸ τὸν συγκεκριμένο κόσμο μας. «Ἀνεβάζουμε» ἕνα βιντεοσκοπημένο μήνυμα καὶ τὸ βλέπουν σὲ ἐλάχιστη ὥρα χιλιάδες νέοι ἄνθρωποι.

Ὀφείλουμε νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι «ὁ ἔνδοξός μας βυζαντινισμός», καθὼς ἑρμηνεύεται στὴν Συμβολική, μεστὸς σημαινόντων καὶ σημαινομένων, πλήρης νοημάτων καὶ σημασίας, μὲ τὴν ἰδιαίτερη παραδοσιακότητα καὶ ἱεροπρέπεια ποὺ διαθέτει, εἶναι πιὰ μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς. Μιᾶς ἐποχῆς ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔδειχναν ἐξωτερικὰ αὐτὸ ποὺ ἦταν ἢ θεσμοθετημένα τὸ κάλυπταν μὲ ἐπισημότητα. Ἔτσι προέκυψαν, τόσο μέσα στὴν Ἐκκλησία ὅσο καὶ ἔξω, οἱ ἐπίσημες τελετές, οἱ ἐπιμελημένες ἀμφιέσεις καὶ οἱ μεγαλοπρεπεῖς προσφωνήσεις. Σήμερα ὅμως ἡ κοινωνία ἁπλοποιεῖται εὐτελιστικά. Τὸ κρατικὸ Πρωτόκολλο ἀποψιλώνεται σὲ βασικά του σημεῖα. Ἡ ἐμφάνιση τῶν ἐπισήμων προσώπων γίνεται λιτότερη, ἀκόμα καὶ σὲ ἱστορικὲς στιγμές.

Οἱ δὲ προσφωνήσεις ἀποδώσεων τιμῆς θεωροῦνται ὅτι «ὑψώνουν τείχη» καὶ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴ «λαϊκὴ βάση». Κατανοῶ τὴ θερινὴ ἀμφίεση ὅσων μᾶς φωτογραφίζουν μὲ τὰ κινητά τους τηλέφωνα στὶς λιτανείες, ὅμως ἡ εἰκόνα αὐτὴ τείνει νὰ γίνει δεδομένη τόσο στὰ Μυστήρια ὅσο καὶ στὴ Λατρεία μας. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὰ παρα πάνω, ὅμως τὰ βιώνουμε ὅλοι. Ὁπότε, ἂς παραδεχτοῦμε κάποτε ὅτι καὶ ἡ ἰδική μας, λΕιτουργικὴ ἀλλὰ καὶ καθημερινὴ ἐμφάνιση, τουλάχιστον τὸ καλο καῖρι, χρειάζεται νὰ συζητηθεῖ, ἐπειδὴ στὴν Πατρίδα μας, «τὸ ῥάσο… κάνει τὸν παπᾶ». Τὸ ζήτημα τῶν λογιωτατισμῶν καὶ τῶν προσφωνήσεων σὲ ὑπερθετικὸ πάντα βαθμό, περιορίζεται σε κληρικούς μόνο, ὁπότε καθίσταται εὐκολότερη ἡ διαχείρισή του. Εἶναι θέμα παιδείας καὶ μάλιστα… ἐκκλησιαστικῆς!

Ἀπὸ ποιὰ διοικητικὴ δομὴ θὰ προταθεῖ ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία στὸ αὔριο; Μιλῶ γιὰ τὴ σύνολη Ἐκκλησία καὶ τὴ συνολικὴ ἐκκλησιαστικὴ παιδεία μας, ποὺ κάποτε ἔβρεχε τὰ πόδια της στὴ Μεσόγειο ἀλλὰ τώρα ἐξαπλώθηκε καὶ μαθητεύει σχεδὸν «πάντα τὰ ἔθνη». Ἔνιωσα τὴν πρώτη ἔκπληξη ὅταν στὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία «χώρεσε» σὲ μιὰ αἴθουσα. Μέσα στὴν ὁποία ἀνέπτυξε ὅλη τὴ θεολογική της παιδεία, τὴν πατερική της ἐμπειρία καὶ τὴν ποιμαντική της ἀγωνία γιὰ τὸ μέλλον της. Τὴν ἔκπληξή μου διαδέχτηκε ὁ φόβος. Φοβήθηκα τὴ δυναμικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ κάθε ἱεράρχης εἶχε «κουβαλήσει» τὰ βιώματα τοῦ πληρώματος τῆς ἐπισκοπῆς του καὶ «ἀπαιτοῦσε» ἀπαντήσεις. Λύσεις, ποὺ θὰ ἔπρεπε: νὰ ἔχουν ἀναδυθεῖ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴ χριστιανικὴ Γραμματολογία μας, νὰ ἔχουν ποτιστεῖ ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων καὶ νὰ ἔχουν ἀντιγράψει τὴ βιοτὴ τῶν ἁγίων μας. Συγχρόνως ὅμως, λύσεις ποὺ θὰ ἀναπαύσουν τὸν σύγχρονο χριστιανό – μέλος τῆς κάθε ἐπισκοπῆς, σὲ Εὐρώπη, Ἀσία, Ἀμερι

Ἔξω ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Κρήτης φωνασκοῦσαν οἱ φοβισμένοι φρυκτωροὶ τῆς μουσειακῆς πίστεως, χωρὶς νὰ ἀγωνιοῦν ὅμως. Γιὰ κείνους ἀδιαφόρησα τελείως· ὅμως γιὰ τοὺς «ἐντός»; Σκεπτόμουν· τί μᾶς συνδέει πιά, ὅλο αὐτὸ τὸ Ὀρθόδοξο μωσαϊκὸ τῶν λαῶν, μὲ διαφορετικὲς γλῶσσες καὶ νοοτροπίες; Τί κοινὸ ἔχουμε, σκορπισμένοι σὲ τόσες σφαῖρες πολιτισμικῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιρροῶν; Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς χαρακτηρίζει Ὀρθοδόξους μόνο ἡ κοινὴ ἀμφίεση; Ὄχι! Ἀπαράβατα κοινὸς παρονομαστὴς πρέπει νὰ παραμείνει μόνο ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ ἀπὸ τὴν πολυποίκιλη παράδοσή μας ἂς ἐπιλέγει κάθε λαὸς τῆς γῆς (ποὺ ἀσπάζεται τὴν ὀρθόδοξη βιοτή), ὅ,τι ἁρμόζει μὲ τὴν ἰδιοπροσωπία του. Καὶ ὄχι νὰ κάνει copy-paste κάθε τι ἑλληνικό

Ἡ ἐκκλησιαστική μας παιδεία ὀφείλει νὰ ἐπαναφέρει τὴν τροχιά μας στὴ βασικὴ ἐκκλησιολογία μας: ὅτι κύτταρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ὁ ναός, ἡ ἐνορία καὶ ἡ ἐπισκοπή. Ἂν δὲν ἐπιστρέψουμε ἐκεῖ, τότε μέσα στὸν ἴλιγγο τῶν γεωπολιτικῶν συμφερόντων, ὁ δρόμος μας προβλέπεται κακοτράχαλος καὶ ἡ πορεία μας φυγόκεντρη. Ἀντιλαμβανόμαστε γύρω μας ὅσα τεκταίνονται; Μετὰ τὴν «πτώση τῶν ἀετῶν» ἡ δική μας ὁρολογία καὶ νοοτροπία δὲν ἀντέχει νὰ εἶναι ἀκόμα «αὐτοκρατορική». Σὲ μιὰ ἱστορικὴ Δύση ποὺ πληθυσμιακὰ πλημμυρίζει ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ μιὰ Ἀνατολὴ ποὺ τεχνολογικὰ ἐξοπλίζει τὴ Δύση, ἐμεῖς ποῦ θὰ ἐνταχθοῦμε πνευματικά; Θὰ συνεχίσουμε «ἑστῶτες καὶ θερμαινόμενοι», νὰ παρακολουθοῦμε ἕναν κόσμο ποὺ χθὲς μᾶς ἀνῆκε, σήμερα δὲν μᾶς ἀκούει καὶ αὔριο δὲν θὰ μᾶς ἀναγνωρίζει πιά; Ἀντὶ γιὰ πρωταγωνιστὲς τῆς ἱστορίας, θὰ «θεώμεθα τὰ τεκταινόμενα» ὡς γηραλέοι πρώην ναυτικοί, ξεπεσμένοι στὰ μουράγια τῶν ἀναμνήσεών τους; Θὰ παραμείνουμε ἀγκυροβολημένοι στὸ λιμάνι μὲ τὸ Πηδάλιο τροχοπέδη καὶ τὰ πανιὰ κατεβασμένα; Δὲν θὰ ἀνοιχτοῦμε στὴν κυματοτρόφο θαλασσοταραχὴ ποὺ μᾶς περιμένει, ὥστε νὰ βάλουμε πόδι στὴν ἀντίπερα ὄχθη; Ἡ λύση ποὺ μᾶς ἀπομένει εἶναι μία: Πίσω στὴ λαγαρὴ φωνὴ τῆς Τιβεριάδος καὶ στὴν γνήσια ἐκκλησιαστικὴ παιδεία μας!

Σ’ ἕναν κόσμο ποὺ ὁλοένα μεταβάλλεται, ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ παραμείνει αὐτὸ ποὺ ἦταν ἀπαρχῆς: τύπος τῆς θείας τάξεως καὶ ὄχι παρακολούθημα ὅποιας ἐγκοσμιοκρατικῆς ἀντιλήψεως. Παντοῦ θὰ εἶναι, γιὰ ὅλα θὰ ἔχει ἄποψη, μὲ ὅλα θὰ συμπορεύεται εὐεργετικά, κανέναν δὲν θὰ διώχνει, μὲ κανέναν δὲν θὰ συντάσσεται, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς «κόκκινες γραμμές της» δὲν θὰ ξεφεύγει. Ἡ δὲ ἐκκλησιαστικὴ παιδεία, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀνθρωπιστικὸ χαρακτῆρα καὶ τὴν ἐλευθερία τοῦ πνεύματος ποὺ τὴν διέπουν, διαθέτει καὶ ἕνα «ἄνωθεν δώρημα τέλειον». Μπορεῖ νὰ κινεῖται ἀνάμεσα στὴ γνώση καὶ στὸ θαῦμα, ὅπως ἔκαναν οἱ Πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ὅταν ἐξάντλησαν τὰ φιλοσοφικὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὶς θεολογικὲς ἐνατενίσεις, τότε προσέπεσαν γονατιστοὶ μπροστὰ στὴν ἁλυσοδεμένα φυλασσόμενη λειψανοθήκη τῆς Ἁγίας Εὐφημίας.

*Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Αχιλλίου Πόλις | Τεύχος 10, που εκδίδεται από την ιερά μητρόπολη Λαρίσης.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ