Στόχος του Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου είναι να παρουσιάσει με συστηματικό τρόπο στα μέλη της πρώτης χριστιανικής κοινότητας το περιεχόμενο της διδασκαλίας του Ιησού Χριστού για τη Βασιλεία των Ουρανών. Αφηγήσεις για τη ζωή και τη δράση του Ιησού, συλλογές παραβολών, περιγραφές θαυμάτων, όλα ταξινομημένα και ενταγμένα σε επιμέρους ενότητες επιχειρούν να φωτίσουν διάφορες πλευρές αυτής της νέας πραγματικότητας που επαγγέλλεται ο Χριστός. Τα περισσότερα από τα θαύματα του Ιησού που περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος βρίσκονται συγκεντρωμένα στα κεφ 8 – 9 του Ευαγγελίου του. Οι αφηγήσεις αυτές σηματοδοτούν την έναρξη της Βασιλείας των Ουρανών, καθώς αποδεικνύουν ότι έφτασε πλέον η εποχή, κατά την οποία εμφανίστηκε εκείνος ο οποίος προαναγγέλλεται στο βιβλίο του προφήτη Ησαΐα ως «Παῖς Κυρίου», και ο οποίος στο τέταρτο αφιερωμένο σ᾽ αυτόν άσμα (Ησα 52:13 – 53:12) περιγράφεται, σύμφωνα με την απόδοση του στχ 53:4 από τον ευαγγελιστή, με τα λόγια: «Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβεν, καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν» (Ματ 8:17).

Περιεχόμενο της περικοπής Ματ 8:28 – 9:1 αποτελεί ένα θαύμα του Ιησού που συντελείται σε μια περιοχή που βρίσκεται στα ανατολικά της Λίμνης Γεννησαρέτ και αναφέρεται στη θεραπεία δύο δαιμονισμένων ανθρώπων. Το θαύμα παρατίθεται με διάφορες παραλλαγές και από τους άλλους συνοπτικούς ευαγγελιστές (Μαρ 5:1-20· Λου 8:26-39). Οι σημαντικότερες διαφορές εντοπίζονται στο όνομα της περιοχής και στον αριθμό των θεραπευθέντων, καθώς σύμφωνα με τις άλλες διηγήσεις ο Ιησούς έρχεται αντιμέτωπος με έναν μόνον δαιμονισμένο, ενώ κατά την αφήγηση του Ματθαίου με δύο. Και οι τρεις ευαγγελιστές όμως συμφωνούν ότι η θεραπεία επήλθε όταν ο Ιησούς επέτρεψε στους δαίμονες να βγουν από τον άνθρωπο ή τους ανθρώπους που είχαν καταλάβει και να μπουν σε μια αγέλη χοίρων, οι οποίοι όρμησαν στη λίμνη και πνίγηκαν.

Το όνομα της περιοχής όπου έγινε το θαύμα απαντά σε διάφορες παραλλαγές στα διάφορα χειρόγραφα. Η κριτική έκδοση του κειμένου της Καινής Διαθήκης, προτιμά για το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον τη γραφή «χώρα τῶν Γαδαρηνῶν», για το Κατὰ Λουκᾶν και το Κατὰ Μᾶρκον «χώρα τῶν Γερασηνῶν», σε πολλά αξιόπιστα χειρόγραφα όμως μαρτυρείται και η γραφή «χώρα τῶν Γεργεσηνῶν». Οι προσπάθειες των αρχαιολόγων για ταυτοποίηση της περιοχής απέκλεισαν κατ᾽ αρχήν την πιθανότητα να πρόκειται για τη γνωστή ελληνιστική πόλη Γέρασα, καθώς απέχει περίπου 70 χιλιόμετρα από τη Λίμνη Γεννησαρέτ. Έτσι, οι έρευνες επικεντρώθηκαν στα ερείπια ενός χωριού με το σύγχρονο όνομα “Κχέρσα”, η τοποθεσία του οποίου φαίνεται να ταιριάζει με τη βιβλική περιγραφή. Στην περίπτωση αυτή τα ονόματα “Γέρασα” και “Γέργεσα” θα πρέπει να θεωρηθούν παραλλαγές του ονόματος “Κχέρσα”, ενώ “Γάδαρα” είναι το όνομα της σημαντικότερης πόλης στα νότια της λίμνης (περίπου 9 χιλιόμετρα), οπότε ολόκληρη η περιοχή ονομάζεται «χώρα τῶν Γαδαρηνῶν».

Στο σχετικό με τον αριθμό των θεραπευθέντων ερώτημα η παραδοσιακή απάντηση είναι ότι οι Μάρκος και Λουκάς κάνουν λόγο για έναν επειδή προφανώς αυτός ήταν ο πιο φοβερός, ενώ ο δεύτερος ήταν πιθανότατα απλώς ο συνοδός του.

Περισσότερες ερμηνευτικές δυσκολίες παρουσιάζει η κατανόηση της ασθένειας από την οποία έπασχαν οι δαιμονισμένοι. Είναι αλήθεια ότι τέτοιες ιστορίες που αντικατοπτρίζουν τις αντιλήψεις της εποχής της Καινής Διαθήκης για τη σχέση των διάφορων ασθενειών με δαίμονες ηχούν παράξενα στα αφτιά των σύγχρονων αναγνωστών. Οι σύγχρονοι άνθρωποι αναζητούν περισσότερο λογικοκρατικές ερμηνείες για την εμφάνιση μιας αρρώστιας, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι  έχουν απορρίψει πλήρως μεταφυσικές θεωρήσεις του κόσμου. Πολλοί άνθρωποι σήμερα είτε αμφισβητούν πλήρως την ύπαρξη δαιμόνων, είτε έλκονται τόσο πολύ από αυτήν την ιδέα που η πίστη τους στους δαίμονες καταντά αρρωστημένη. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι στην Καινή Διαθήκη οι άνθρωποι που βασανίζονται από “πονηρά” ή “ακάθαρτα” ή “δαιμονικά” πνεύματα διαφοροποιούνται από εκείνους που υποφέρουν από άλλες αρρώστιες (Πρβλ Ματ 8:16). Κάθε φορά που ο Ιησούς έρχεται αντιμέτωπος με τέτοιες καταστάσεις δεν κάνει λόγο για άφεση αμαρτιών, αλλά προστάζει με αυθεντικό τρόπο τα δαιμόνια να εγκαταλείψουν τον άνθρωπο.

Τέλος, αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι ούτε στην Παλαιά Διαθήκη ούτε στα εκτός των Ευαγγελίων και των Πράξεων κείμενα της Καινής Διαθήκης γίνεται λόγος για δαιμονισμένους ανθρώπους, διαπίστωση που επιτρέπει την υπόθεση ότι δεν πρόκειται για συνήθεις ψυχικές ασθένειες, αλλά για ένα φαινόμενο που σχετίζεται με τη λυτρωτική δράση του Ιησού. Αυτός προφανώς είναι και ο λόγος που Ιουδαίοι εξορκιστές αποτυγχάνουν να εκβάλουν πονηρά πνεύματα από ανθρώπους ακόμη και αν χρησιμοποιούν ως ξόρκι το όνομα του Ιησού (Πρα 19:13-16). Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι σχετικές με την εκδίωξη δαιμόνων από κάποιον άνθρωπο ιστορίες μεταφέρουν με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο ένα ξεκάθαρο μήνυμα· ότι στον καινούργιο κόσμο που επαγγέλλεται ο Χριστός, στη Βασιλεία του Θεού, δεν υπάρχει χώρος για το κακό, με οποιαδήποτε μορφή και αν εμφανίζεται αυτό.

Η παραπάνω διαπίστωση ενισχύεται και από τον τρόπο με τον οποίο οι δαίμονες αντιδρούν στη θέα του Ιησού. Τον αναγνωρίζουν ως «Υιό του Θεού» και του ζητούν τον  λόγο της επίσκεψής του: «Ήρθες εδώ να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας;» (8:29). Τόσο η αναγνώριση της ταυτότητας του Ιησού όσο και ο φόβος που εκφράζεται από την πλευρά των δαιμόνων δηλώνουν με τον πλέον παραστατικό τρόπο ότι η Βασιλεία του Θεού έχει πλέον αρχίσει να εγκαθιδρύεται και ο χρόνος κυριαρχίας του κακού τελειώνει. Το τέλος της κυριαρχίας του κακού υποδηλώνεται και με το τέλος των χοίρων στους οποίους μπήκαν οι δαίμονες. Το έργο των δαιμόνων είναι πάντα καταστροφικό. Σύμφωνα με τις ιουδαϊκές αντιλήψεις της εποχής, οι δαίμονες που εξέρχονται από κάποια περιοχή παραμένουν πλέον φυλακισμένοι, ανίκανοι να βλάψουν ανθρώπους ή να αντιστρατευτούν το έργο του Θεού (Ιούδα 6). Έτσι, ο μόνος δρόμος που απομένει στους δαίμονες που ο Χριστός εκδιώκει είναι ο χαμός τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίδραση των κατοίκων του χωριού μόλις πληροφορήθηκαν το γεγονός. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος την περιγράφει πολύ λιτά: «Βγήκε τότε όλη η πόλη να συναντήσει τον Ιησού, κι όταν τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από την περιοχή τους» (8:34). Κεντρικό θέμα της περικοπής Ματ 8:28 – 9:1 είναι η δυνατότητα να απαλλαγεί ο κόσμος από το κακό. Μέσα από την αφήγηση του ευαγγελιστή Ματθαίου, προκύπτουν δύο βασικές προϋποθέσεις προς την κατεύθυνση αυτή. Η πρώτη είναι ότι απαιτείται βοήθεια του Θεού. Η δεύτερη ότι ο άνθρωπος πρέπει να θέλει να βγει από την ηρεμία του και την προσωπική του βολή και να αποφασίσει ότι θέλει να αντιμετωπίσει το κακό. Στην πρώτη σκηνή το κακό αφορά στους δυο δαιμονισμένους· η κοινωνία τους αποβάλει, εκείνοι ζουν στα μνήματα. Όταν η κοινωνία δεν θέλει να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα κάνει πως δεν το βλέπει. Αν κατά τύχη πέσει στην αντίληψη κάποιων, ίσως εκφράσουν λύπη ή συμπόνια αλλά ποτέ σχεδόν δεν θα ασχοληθούν περισσότερο. Στη δεύτερη σκηνή το κακό πλήττει την ίδια την κοινωνία που μέχρι τότε αδιαφορούσε. Η απώλεια των χοίρων αποτελεί σημαντικό πλήγμα για την οικονομία της περιοχής. Η παρέμβαση του Χριστού μπορεί να έκανε καλό στους δαιμονισμένους, αλλά έβλαψε τα συμφέροντα κάποιων άλλων, οι οποίοι προτιμούν να μην αλλάξει τίποτα και να φύγει ο Χριστός.

Αν και με γλώσσα παρωχημένη, η περικοπή μεταφέρει ένα πολύ επίκαιρο για τη σύγχρονη εποχή μήνυμα. Χωρίς ρήξεις με τις δυνάμεις του κόσμου τούτου, όσο η προστασία των ατομικών συμφερόντων αποτελεί βασική επιδίωξη μιας κοινωνίας, η κοινωνία αυτή δεν μπορεί να μεταβληθεί σε Βασιλεία του Θεού.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: