Μεγάλο μέρος του Κατὰ Μᾶρκον Εὐαγγελίου καταλαμβάνουν οι αφηγήσεις για θαύματα του Ιησού Χριστού. Τα περισσότερα από τα θαύματα αυτά αφορούν σε θεραπείες διάφορων παθήσεων. Αξιοσημείωτο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι κάθε φορά που η θεραπεία έρχεται ως επιβράβευση της πίστης των ανθρώπων που απευθύνονται στον Ιησού, η πίστη αυτή επιβεβαιώνεται από την υπέρβαση κάποιου εμποδίου. Στην πρώτη από τις αφηγήσεις αυτές (Μαρ 2:1-12) περιγράφεται η προσπάθεια τεσσάρων ανδρών να υπερνικήσουν όλα τα εμπόδια προκειμένου να φέρουν έναν παράλυτο συνάνθρωπό τους κοντά στον Χριστό για να τον θεραπεύσει. Εκτός από την αδυναμία του ανθρώπου να περπατήσει, οι τέσσερεις έχουν να υπερβούν και το εμπόδιο του πλήθους που δυσκολεύει την πρόσβαση στον χώρο όπου βρισκόταν ο Ιησούς, καθώς και το εμπόδιο της στέγης του χώρου, την οποία έπρεπε να καταστρέψουν. Στην επόμενη αφήγηση (5:25-34), μια γυναίκα που έπασχε από αιμορραγία, εκτός από το εμπόδιο της αρρώστιας της που την καθιστούσε “ακάθαρτη” και δεν της επέτρεπε να πλησιάσει κανέναν, έπρεπε να υπερβεί και το εμπόδιο του πλήθους που περιέβαλλε τον Ιησού. Τέλος, ο τυφλός ζητιάνος Βαρτιμαίος, εκτός από το εμπόδιο της τυφλότητάς του, έχει επίσης να αντιμετωπίσει το πλήθος που προσπαθούσε να τον κάνει να σωπάσει (10:46-52). Σε όλες τις περιπτώσεις η επιμονή και η επινοητικότητα των ανθρώπων που προσπαθούν να προσεγγίσουν τον Χριστό έχει ως αποτέλεσμα την επιβράβευση της πίστης τους και την ικανοποίηση του αιτήματός τους.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της δεύτερης Κυριακής της περιόδου των νηστειών αποτελεί η περικοπή Μαρ 2:1-12. Σύμφωνα με το κείμενο, η είδηση της άφιξης του Ιησού στην Καπερναούμ διαδόθηκε ταχύτατα στην πόλη και σύντομα το σπίτι όπου κατέλυσε κατακλείστηκε από τόσον κόσμο που ήταν αδύνατο να πλησιάσει κανείς το σημείο όπου κήρυττε. Αυτό όμως δεν ανέκοψε τη σφοδρή επιθυμία τεσσάρων ανθρώπων που μετέφεραν έναν παράλυτο -πιθανότατα φίλο τους ή συγγενή τους- να αναζητήσουν κάποιον εναλλακτικό τρόπο προκειμένου να προσεγγίσουν τον Ιησού. Οι στέγες των σπιτιών της εποχής στην Παλαιστίνη ήταν συνήθως επίπεδες, κατασκευασμένες από καλάμια και λάσπη. Αυτό τους έδωσε τη δυνατότητα να ανοίξουν μια τρύπα στην οροφή του σπιτιού και να κατεβάσουν με σχοινιά τον παράλυτο μπροστά στον Ιησού για να τον θεραπεύσει. Ο Ιησούς, βλέποντας τη μεγάλη πίστη των ανθρώπων αυτών, ικανοποιεί το αίτημά τους και θεραπεύει τον παράλυτο.

Αν προσπαθήσει να μπει κανείς στη θέση των τεσσάρων φίλων του παραλύτου, μπορεί ίσως να συναισθανθεί τις εσωτερικές τους δυσκολίες, τους φόβους, τους δισταγμούς ή τις αμφιβολίες που έπρεπε να ξεπεράσουν πριν αποφασίσουν το εγχείρημά τους. Ταυτόχρονα όμως δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι οι τέσσερεις προχώρησαν σ’ αυτήν την παράτολμη πράξη τους αν δεν είχαν υπερβεί όλα τα παραπάνω συναισθήματα, αν δεν ήταν βέβαιοι για το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους. Κανείς δεν θα διακινδύνευε να χαλάσει τη στέγη ενός σπιτιού, να κατεβάσει με τόσο θεαματικό τρόπο έναν παράλυτο μπροστά στον Ιησού, να διακόψει μια τόσο μεγάλη συγκέντρωση, αν θεωρούσε πιθανό το ενδεχόμενο να φύγει τελικά άπραγος και ταπεινωμένος μπροστά στα μάτια όλης της πόλης. Από την άλλη μεριά ο ευαγγελιστής δεν αναφέρει τίποτα για τη στάση του ίδιου του παραλύτου· δεν δίνει καμιά πληροφορία για το αν ο ίδιος ήταν πιστός ή άπιστος, αν συμφωνούσε με το εγχείρημα των φίλων του ή αν τον μετέφεραν παρά τη θέλησή του. Πιθανότατα η κατάσταση της υγείας του να τον είχε απογοητεύσει, να τον είχε γεμίσει αμφιβολίες για τη δύναμη ή τη δικαιοσύνη του Θεού. Ίσως γι’ αυτό σύμφωνα με το κείμενο προσφέροντας ο Ιησούς τη θεραπεία στον παράλυτο δεν τον ρωτάει, όπως συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις, για την πίστη του, αλλά αναγνωρίζοντας την πίστη εκείνων που τον μετέφεραν του λέει μόνον «Παιδί μου, οι αμαρτίες σου συγχωρούνται» (2:5).

Ο τρόπος με το οποίο ο Ιησούς θεραπεύει τον παράλυτο προκαλεί τη θεολογική αντίδραση των Γραμματέων οι οποίοι παρακολουθούσαν τη σκηνή: «Μα πώς μιλάει αυτός έτσι, προσβάλλοντας τον Θεό; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Μόνον ένας, ο Θεός» (2:7). Οι Γραμματείς αποτελούσαν ειδική τάξη μορφωμένων ανθρώπων της εποχής, οι οποίοι είχαν ως κύριο έργο τους τη μελέτη, ανάλυση και ερμηνεία της Αγίας Γραφής· κάτι σαν τους σημερινούς θεολόγους. Πρόκειται για ανθρώπους που άσπρισαν τα μαλλιά τους στη μελέτη των ιερών κειμένων και πίστευαν ότι γνώριζαν πια τα πάντα για το Θεό. Είχαν αναπτύξει μια από κάθε άποψη ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη διδασκαλία για τον Θεό που δεν φαινόταν να χάνει από πουθενά, δεν μπορούσε να κλονιστεί με τίποτε. Είχαν μια απάντηση για κάθε ερώτημα, μπορούσαν να βρουν λύση σε κάθε πρόβλημα που τους έθεταν· κάτι σαν τους σημερινούς γεροντάδες. Και τώρα, όλο αυτό το οικοδόμημα, που τόσα χρόνια με τόσο κόπο έστηναν, έρχεται να τους το γκρεμίσει ένας νεαρός ραβίνος με τη φράση «Οι αμαρτίες σου συγχωρούνται». Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος, χρόνια παράλυτος, μπορεί και περπατάει το αφήνουν εντελώς ασχολίαστο. Αυτό που τους απασχολεί είναι το θεωρητικό θεολογικό ερώτημα αν ο Ιησούς έχει το δικαίωμα να συγχωρεί αμαρτίες ή όχι. Αφού η πραγματικότητα είναι διαφορετική από αυτό που πιστεύουν, λάθος είναι η πραγματικότητα και όχι η θεωρία τους.

Αν στο πρώτο μέρος της περικοπής περιγράφονται τα εξωτερικά εμπόδια που έπρεπε να υπερβούν οι φίλοι του παραλύτου προκειμένου να πλησιάσουν τον Χριστό, στο δεύτερο μέρος η συζήτηση του Ιησού με τους Γραμματείς αποκαλύπτει ένα άλλο εμπόδιο πολύ πιο δύσκολο, καθώς έχει να κάνει με τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου και τον τρόπο που ο καθένας αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα. Πρόκειται για την πεποίθηση που γεννά σε πολλούς ευσεβείς ανθρώπους η ενασχόλησή τους με τις Γραφές και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας ότι γνωρίζουν με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο ενεργεί ο Θεός μέσα στην Ιστορία.

Το πόσο αποπροσανατολιστική μπορεί να αποδειχτεί μια τέτοια πεποίθηση για κάποιους ανθρώπους καταδεικνύεται στο τέλος της περικοπής, όπου το πλήθος δοξάζει τον Θεό, ενώ οι ειδικοί στα θεολογικά ζητήματα παραμένουν άφωνοι. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που η Εκκλησία καθόρισε κατά τις δύο πρώτες Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής -της περιόδου που οι χριστιανοί καλούνται να επανεξετάσουν τη σχέση τους με τον Χριστό- να διαβάζονται οι περικοπές της συνάντησης του Φιλίππου με τον Ναθαναήλ την πρώτη και της θεραπείας του παραλύτου της Καπερναούμ τη δεύτερη. Τόσο ο Ναθαναήλ, σύμφωνα με την πρώτη περικοπή, όσο και οι Γραμματείς στη δεύτερη εμφανίζονται να κρατούν μια συνεπή με τις Γραφές και συνετή στάση· ο Ναθαναήλ αμφισβητεί ότι ο αναμενόμενος λυτρωτής μπορεί να κατάγεται από τη Ναζαρέτ και οι Γραμματείς αμφισβητούν ότι ένας άνθρωπος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες. Ενώ όμως η αμφισβήτηση του πρώτου δεν τον εμποδίζει να ερευνήσει και να δει την αλήθεια, η αμφισβήτηση των δευτέρων τους καθιστά τελικά τυφλούς απέναντι στην πραγματικότητα.

Το ζήτημα που σύμφωνα με την περικοπή θέτει ο Χριστός στους Γραμματείς, αν ο “Υιός του Ανθρώπου” μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες (2:10), απευθύνεται και στους σύγχρονους χριστιανούς. Γιατί είναι προφανές ότι ουδείς χριστιανός σήμερα αμφισβητεί τη θεότητα του Χριστού και επομένως τη δυνατότητά του να συγχωρεί αμαρτίες, παραμένει όμως ζητούμενο το πόσοι χριστιανοί σήμερα συνειδητοποιούν πραγματικά ότι στο πρόσωπο του Ιησού από τη Ναζαρέτ ο Θεός έγινε άνθρωπος και ως άνθρωπος εμφανίστηκε στους συγχρόνους του. Είναι ίσως εύκολο να πιστέψει κανείς σε έναν παντοδύναμο Θεό που κατοικεί στους ουρανούς και ευεργετεί ή τιμωρεί τους ανθρώπους, αλλά έναν Θεό που γίνεται άνθρωπος και καλεί τους ανθρώπους σε συνεργασία μαζί του δύσκολα μπορεί κανείς να αποδεχτεί. Ίσως επίτηδες χρησιμοποιεί ο ευαγγελιστής στο σημείο αυτό τον τίτλο “Υιός του Ανθρώπου” για τον Ιησού, που παραπέμπει ασφαλώς στο όραμα του προφήτη Δανιήλ (7:13-14), προκαλώντας τους γραμματείς να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο αυτού του “Υιού του Ανθρώπου” τον “Υιό του Θεού”. Οι σύγχρονοι χριστιανοί καλούνται σήμερα να απαντήσουν στο ερώτημα κατά πόσον είναι διατεθειμένοι να υπερβούν τα όποια εμπόδια θέτει ο σύγχρονος τρόπος ζωής και οι κοινωνικές συμβάσεις προκειμένου να οδηγήσουν συγγενείς και φίλους τους στον Χριστό. Εκκρεμεί όμως και ένα ακόμα πιο δύσκολο ερώτημα που αφορά στο κατά πόσο οι σύγχρονοι χριστιανοί είναι πεπεισμένοι ότι οδηγώντας γνωστούς τους στην εκκλησία αυτοί θα βρουν εκεί πραγματικά νόημα ζωής.

Το κεντρικό, λοιπόν, θέμα της περικοπής είναι η σχέση θεωρίας και αλήθειας. Σε μια ανάλογη κατάσταση με αυτήν που αντιμετώπισε ο Ιησούς βρέθηκε αρκετούς αιώνες αργότερα και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένη η δεύτερη Κυριακή της Σαρακοστής. Στις αρχές του ιδ΄ αιώνα κάποιοι μοναχοί στο Άγιο Όρος εφάρμοζαν μια ορισμένη τεχνική άσκησης και προσευχής με πλήρη απομόνωση από εξωτερικά ερεθίσματα, ώστε να αξιωθούν μιας έντονης εμπειρίας του θείου φωτός. «Αδύνατον», υποστήριζαν οι μορφωμένοι θεολόγοι της εποχής, «εφόσον ο Θεός είναι ακατάληπτος». Και πάλι η θεωρία ερχόταν να αμφισβητήσει αυτό που κάποιοι άνθρωποι βίωναν ως πραγματική εμπειρία. Την υπεράσπιση των μοναχών ανέλαβε ο Γρηγόριος. Συμφωνεί, βεβαίως, ότι ο Θεός είναι ακατάληπτος, επιμένει όμως ότι ο άνθρωπος μπορεί να τον γνωρίσει, όταν ο ίδιος ο Θεός το επιτρέπει και ο άνθρωπος πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Έτσι αναπτύσσει μια θεολογία, η οποία βασίζεται στη διάκριση ουσίας του Θεού και ενεργειών του Θεού. Η ουσία του Θεού είναι και παραμένει ακατάληπτη, η ενέργειά του όμως είναι καταληπτή. Στόχος της θεολογίας, επομένως δεν πρέπει να είναι η εξέταση της ουσίας του Θεού, αλλά η προσπάθεια προσέγγισης του Θεού κατά τις ενέργειες και τις σχέσεις του με τα δημιουργήματά του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η θεολογία από μια θεωρητική, φιλοσοφικού τύπου, ενασχόληση με το μυστήριο του Θεού γίνεται ζωή και εμπειρία, γίνεται μετοχή στις ενέργειες του Θεού και οδηγεί τον άνθρωπο στη “φυσική του κατάσταση”, όπως χαρακτηριστικά τόνιζε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στην ένωσή του με τον Θεό, στη θέωση.

Μια τέτοια προσέγγιση του Θεού ζητάει ο Χριστός από τους μαθητές του. Μια προσέγγιση που θα βασίζεται στην προσωπική τους εμπειρία και όχι σε κάποιες θεωρητικές διδασκαλίες που άκουσαν στα μαθήματα των θρησκευτικών στο σχολείο. Το ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσο ο σύγχρονος τρόπος ζωής επιτρέπει μια ζωντανή εμπειρία του Θεού. Ο ρυθμός της ζωής σήμερα ελάχιστα περιθώρια αφήνει στους ανθρώπους για μια ματιά μέσα τους, να σκεφτούν και να προβληματιστούν πάνω στον ρόλο τους ως χριστιανών και στον πραγματικό σκοπό της ζωής τους. Οι περισσότεροι περιορίζονται συνήθως στην τέλεση κάποιων τυπικών θρησκευτικών καθηκόντων και αφήνουν τα μεγάλα προβλήματα στα χέρια των ειδικών. Όσο λιγότερο όμως σκέφτονται οι χριστιανοί τόσο περισσότερο χώρο αφήνουν σε κάθε λογής “αυθεντίες”, οι οποίες αναλαμβάνουν να σκέφτονται για τους άλλους, να τους περνάνε τις όποιες απόψεις τους, έτοιμες και καλά διατυπωμένες μέσα από ένα σύνθημα, που μπορεί κανείς εύκολα να το αναμασά και να το διαδίδει. Έτσι όμως καταντούν οι άνθρωποι άβουλα όργανα στα χέρια αυτών που αναλαμβάνουν να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, ομαδοποιούνται κάτω από ένα λάβαρο και είναι έτοιμοι να εκστρατεύσουν ενάντια σε οποιονδήποτε τους υποδειχτεί ως εχθρός. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι, όταν κάποιος βρεθεί σε αυτήν την κατάσταση, νιώθει τόσο ασφαλής και κατοχυρωμένος από την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής που άλλοι διαμόρφωσαν γι’ αυτόν, ώστε όχι μόνον τον Θεό δεν μπορεί να αναζητήσει και να δει, αλλά ούτε και την καθημερινή πραγματικότητα μπορεί να αντιληφθεί πλέον σωστά.

Μέσα από τα αναγνώσματα των δύο πρώτων Κυριακών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Εκκλησία καλεί τα μέλη της σε αντίσταση απέναντι σε όλους εκείνους που στοχεύουν στην πνευματική αγκύλωση του πληρώματός της, που απεργάζονται την πνευματική μιζέρια και τύφλωση των χριστιανών. Καλεί τους πιστούς να αντισταθούν στην ισοπέδωση που επιβάλλουν τα διάφορα (λεγόμενα) πνευματικά περιβάλλοντα και στην υπεραπλουστευμένη θεώρηση της ζωής που επιχειρούν να τους περάσουν. Είναι καιρός να γίνει σε όλους συνείδηση ότι το “ποίμνιο” της Εκκλησίας δεν αποτελείται από πρόβατα· αποτελείται από ανθρώπους που σκέφτονται, συζητούν, αποφασίζουν συνειδητά και προ πάντων ψάχνουν. Σε μια εποχή απόλυτου αποπροσανατολισμού και πνευματικής αποχαύνωσης το καθήκον των χριστιανών για επαναπροσδιορισμό της σχέσης τους με τον Θεό και πιο συνειδητή μαρτυρία της εμπειρίας τους από τη σχέση αυτή προβάλλει περισσότερο επιτακτικό από ποτέ.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: