Το 15ο κεφ. της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του Απ. Παύλου, από το οποίο προέρχεται το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής, έχει ως κεντρικό θέμα την Ανάσταση των νεκρών. Το παραθέτουμε σε μετάφραση:

«Αδερφοί, σας θυμίζω το χαρμόσυνο μήνυμα που σας έφερα με το κήρυγμά μου. Αυτό το μήνυμα το δεχτήκατε, σ’ αυτό παραμείνατε σταθεροί, μ’ αυτό και σώζεστε, αν βέβαια μένετε προσκολλημένοι σ’ αυτό, με το νόημα που σας το κήρυξα· εκτός εάν μάταια πιστέψατε. Σας παρέδωσα τη διδασκαλία που είχα κι εγώ παραλάβει και που έχει πρωταρχική σημασία: ότι δηλαδή ο Χριστός πέθανε, σύμφωνα με τις Γραφές, για τις αμαρτίες μας· ότι ενταφιάστηκε και ότι, σύμφωνα με τις Γραφές, αναστήθηκε την τρίτη ημέρα και ότι εμφανίστηκε στον Κηφά, έπειτα στους Δώδεκα. ‘Επειτα εμφανίστηκε σε περισσότερους από πεντακόσιους αδερφούς συγχρόνως, από τους οποίους μερικοί πέθαναν, οι περισσότεροι όμως είναι ακόμα στη ζωή. ‘Επειτα εμφανίστηκε στον Ιάκωβο, έπειτα σε όλους τους αποστόλους. Τελευταία από όλους, εμφανίστηκε και σ’ εμένα σαν σε έκτρωμα. Γιατί εγώ πραγματικά είμαι ο τελευταίος ανάμεσα σε όλους τους αποστόλους· εγώ δεν είμαι άξιος ούτε να ονομάζομαι απόστολος, γιατί καταδίωξα την εκκλησία του Θεού. Με τη χάρη όμως του Θεού έγινα αυτό που έγινα· κι αυτή η χάρη προς εμένα δεν υπήρξε άκαρπη: εργάστηκα περισσότερο απ’ όλους τους αποστόλους, όχι βέβαια εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που με συνοδεύει. Είτε εγώ, λοιπόν, είτε εκείνοι, αυτά κηρύττουμε και αυτά πιστέψατε».(Α΄ Κορ.15,1-11).

Ο Απόστολος δεν συνθέτει στο κεφάλαιο αυτό μια θεωρητική πραγματεία περί Αναστάσεως, ούτε όσα λέγει είναι προϊόν γραφείου και βιβλιοθήκης, αλλ’ απαντά σε επείγοντα υπαρξιακά ερωτήματα των πρώτων χριστιανών, που είναι και ερωτήματα των σημερινών ανθρώπων. Τα όσα γράφει περί αναστάσεως δεν στηρίζονται σε μια επιστημονική επεξεργασία του θέματος, αλλά στην εμπειρία των πρώτων αποστόλων που είδαν τον Αναστημένο Κύριο και βέβαιοι όντες γι’ αυτό έδωσαν τη ζωή τους για τη διάδοση του αισιόδοξου αυτού Χριστιανικού μηνύματος. Το βίωμά τους αυτό αποκρυσταλλώθηκε σε Ομολογίες πίστεως, σε «Πιστεύω» της πρώτης Εκκλησίας. Ένα τέτοιο Πιστεύω παραθέτει ο Παύλος στους στίχ. 3-5 της περικοπής, το οποίο λέγει σαφώς ότι το παρέλαβε από την πρώτη Εκκλησία και το παραδίδει στους αναγνώστες της επιστολής και δι΄αυτών στην Εκκλησία όλων των αιώνων. Το πρώτο αυτό Σύμβολο πίστεως δεν περιέχει 12 άρθρα, όπως αργότερα το Σύμβολο των Οικουμενικών Συνόδων Νικαίας–Κωνσταντινουπόλεως («Πιστεύω εις ένα Θεόν…κλπ»), αλλά ένα και μοναδικό άρθρο, βασικό για την Εκκλησία: Ότι «ο Χριστός πέθανε, σύμφωνα με τις Γραφές, για τις αμαρτίες μας» και ότι εμφανίστηκε μετά την Ανάστασή του όχι μόνο στους Δώδεκα αλλά και σε πολλούς με την ευρύτερη έννοια του όρου αποστόλους. Ας δούμε αναλυτικότερα τα στοιχεία που περιέχει αυτό το Σύμβολο Πίστεως που παρέλαβε και παρέδωσε ο Απ. Παύλος στις Εκκλησίες που ίδρυσε:

1. Ο θάνατος του Χριστού συντελέστηκε ένεκα των αμαρτιών των ανθρώπων,  κι αυτό έγινε σύμφωνα με τις Γραφές («κατά τας γραφάς»). Γραφές για την πρώτη Εκκλησία, πριν ακόμη γραφούν τα Ευαγγέλια και οι επιστολές καθώς και τα άλλα κείμενα της Καινής Διαθήκης, είναι τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης που η Εκκλησία τα δέχεται ως Αγία Γραφή όχι γιατί περιέχουν την ιστορία και τους πολέμους ενός λαού, αλλά γιατί μέσω αυτού του λαού και των επεμβάσεων του Θεού στην ιστορία του προδιαγράφονται και προτυπώνονται τα περί Χριστού, του θανάτου, της αναστάσεώς του και της Εκκλησίας. Συγκεκριμένα στον στίχο αυτό του Συμβόλου αναγνωρίζουμε τα χωρία του προφήτη Ησαΐα: «Ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται», «ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη και ως αμνός εναντίον του κείροντος αυτόν άφωνος, ούτως ουκ ανοίγει το στόμα αυτού» (Ησ 53, 4 και 7) και πολλά άλλα παρόμοια.

2. Η τριήμερη έγερσή του προτυπώνεται στη συμβολική τριήμερη παραμονή του Ιωνά στην κοιλιά του κήτους (Ιωνάς 2,1. Ματθ.12,39) και σε χωρία σαν αυτό π.χ. του προφήτη Ωσηέ 6,1-2 («πορευθώμεν και επιστρέψωμεν προς κύριον τον Θεόν ημών ότι αυτὸς… υγιάσει ημάς μετά δύο ημέρας, εν τη ημέρᾳ τη τρίτῃ αναστησόμεθα και ζησόμεθα ενώπιον αυτού»).

3. Τέλος, περιλαμβάνει την εμφάνιση του Αναστημένου Χριστού στον Πέτρο (βλ.Λουκ.24,34), στους  ένδεκα μαθητές (βλ.Ματθ. 28,16-17. Μάρκ.16,14. Λουκ.24,36. Ιωάν.20,19), σε όλους τους αποστόλους με την ευρύτερη έννοια του όρου (βλ.Λουκ.24,50), σε περισσότερους από πεντακόσιους αδελφούς , στον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, και τελευταίο στον ίδιο τον Παύλο. Την εμφάνιση αυτή, που με πολλή ταπείνωση αναφέρει ο Απόστολος ως τελευταία, την περιγράφουν οι Πράξεις των Αποστόλων  (βλ. Πράξ.9,3-6).

Όλες αυτές οι εμφανίσεις και άλλες που δεν αναφέρονται εδώ αλλά σε άλλα χωρία της Καινής Διαθήκης, όπως στις Πράξεις των Αποστόλων (1,3: «Μετά τον θάνατό του παρουσιάστηκε σ’ αυτούς [ενν. μαθητές] ζωντανός με πολλές αποδείξεις· για σαράντα μέρες τούς εμφανιζόταν και τους μιλούσε σχετικά με τη βασιλεία του Θεού»), αποτελούν ακλόνητο βίωμα των μαθητών, για το οποίο θυσίασαν τη ζωή τους διακηρύσσοντάς το σε όλη την οικουμένη. Πολλοί θεολόγοι με διανοητικά κατασκευάσματα («επιχειρήματα») προσπαθούν να αποδείξουν και να στηρίξουν την Ανάσταση, μη λαμβάνοντας υπόψη ότι όλη η Εκκλησία στηρίζεται στην Ανάσταση του Χριστού, χωρίς την οποία «η πίστη είναι χωρίς περιεχόμενο», και «το κήρυγμά μας είναι χωρίς νόημα», όπως θα γράψει ο Παύλος στη συνέχεια του κεφ.15 της επιστολής (Α΄ Κορ.15, 14 και 17).

Στο κεφ. 15 της Α΄προς Κορινθίους από όπου προέρχεται το ανάγνωσμα της Κυριακής, όπως ήδη σημειώσαμε, αντιμετωπίζει ο Παύλος τους αρνητές της Αναστάσεως που υπήρχαν και τότε όπως και σήμερα. Αντιμετωπίζει βασικά δυο κατηγορίες ανθρώπων, α) αυτούς που έχοντας ελληνική φιλοσοφική παιδεία (κυρίως Πλατωνική) πίστευαν στην αθανασία της ψυχής μόνο και όχι και του σώματος, και β) αυτούς που αρνούνταν γενικώς την ανάσταση είτε με την Πλατωνική είτε με την Χριστιανική έννοια. ΄Εναντι αυτών όλων τονίζει ο Απόστολος μια βασική πλευρά της ανθρωπολογίας του: ότι είναι αδιανόητη η ύπαρξη του ανθρώπου χωρίς σώμα είτε στην παρούσα μορφή του είτε στη μέλλουσα. Αυτό που δεν μπορούσαν οι Έλληνες να αποδεχτούν (ότι δηλ. και τα σώματα ανασταίνονται) και χλεύαζαν όταν τον άκουσαν στον Άρειο Πάγο να κάνει λόγο για ανάσταση (Πράξ 17,32), για τον Απόστολο και την Εκκλησία αποτελεί θεμελιώδες άρθρο πίστεως. Αθανασία μόνο της ψυχής (που δέχονταν οι έχοντες Πλατωνική παιδεία) θα σήμαινε ότι ο Θεός μπορεί να σώσει ένα μέρος μόνο του ανθρώπου και όχι ολόκληρο τον άνθρωπο. Βέβαια το σώμα της Αναστάσεως το χαρακτηρίζει ο Παύλος στη συνέχεια της επιστολής του «σώμα πνευματικό» (Α΄Κορ.15,44: «Ενταφιάζεται σώμα που ήταν εμψυχωμένο από ζωική φυσική δύναμη, θ’ αναστηθεί όμως ζωοποιημένο από το Πνεύμα του Θεού. ‘Οπως υπάρχει φυσικό σώμα, υπάρχει και πνευματικό»). Και τελειώνει την ανάπτυξη του θέματος με ένα παιάνα νίκης που συντίθεται από ένα συνδυασμό Παλαιοδιαθηκικών χωρίων από του προφήτες Ησαΐα και Ωσηέ: «Οταν αυτό το φθαρτό μεταμορφωθεί σε άφθαρτο και το θνητό μεταμορφωθεί σε αθάνατο, τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος της Γραφής:

Ο θάνατος αφανίστηκε· η νίκη είναι πλήρης!

Θάνατε, πού είναι το κεντρί της δύναμής σου;

‘Αδη, πού είναι η νίκη σου;» (Α΄Κορ.15,54-55. Ησ 25,8. Ωσ 13,14).

Η Εκκλησία στη διάρκεια των αιώνων στηρίχτηκε σ’αυτήν τη βεβαιότητα των πρώτων κηρύκων που είδαν τον Αναστημένο Χριστό και εξέφρασε αυτήν την πίστη της στο ακροτελεύτιο άρθρο του Πιστεύω της: «Προσδοκώ Ανάσστασιν νεκρών».   

Ο κ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος, είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. ειδικός στην ερμηνεία της Καινής Διαθήκης

Ετικέτες: