Το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον απευθύνεται, όπως είναι γνωστό σε Ιουδαίους, οι οποίοι πίστεψαν στον Ιησού Χριστό και τον αναγνωρίζουν ως Υιό του Θεού (14:33· 16:16· 27:54). Σκοπός της συγγραφής του ευαγγελίου είναι, κατά συνέπεια, να βεβαιώσει τους αναγνώστες του ότι ο Ιησούς είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Έτσι, παραθέτει πλήθος μεσσιανικών αναφορών της Παλαιάς Διαθήκης που βρίσκουν την εκπλήρωσή τους στο πρόσωπο και στη δράση του Χριστού και περιγράφει την ιστορία του Ιησού χρησιμοποιώντας ως βασικούς σταθμούς γεγονότα που συνδέουν συνειρμικά το πρόσωπό του με βασικούς σταθμούς της ιστορίας του Ισραηλιτικού λαού.

Η καταφυγή του Ιησού ως νηπίου στην Αίγυπτο και η επιστροφή του, για παράδειγμα, παραπέμπουν στις απαρχές της ιστορίας του Ισραήλ (πρβλ Ματ 2:15 με Ωση 11:1), η βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη παραπέμπει στη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας, οι πειρασμοί στην έρημο παραπέμπουν στις περιπέτειες των Ισραηλιτών κατά την πορεία τους προς τη Γη της Επαγγελίας, ενώ η “Επί του Όρους Ομιλία” παραπέμπει στη νομοδοσία στο όρος Σινά.

Το απόσπασμα από την “Επί του Όρους Ομιλία” του Ιησού που αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της τρίτης Κυριακής του Ματθαίου συνιστά μια πρόταση ζωής που στηρίζεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη του πιστού στην πρόνοια του Θεού. Η επιχειρηματολογία όμως που χρησιμοποιεί ο Χριστός φαίνεται να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον τρόπο που ο σύγχρονος άνθρωπος αντιλαμβάνεται τη ζωή, αλλά και με τη συμβουλή του βιβλίου των Παροιμιών «Ἴθι πρὸς τὸν μύρμηκα, ὦ ὀκνηρέ, καὶ ζήλωσον ἰδὼν τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ γενοῦ ἐκείνου σοφώτερος» (Παρ 6:6). Συγκεκριμένα, ο Χριστός φαίνεται να προτείνει ότι ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να εργάζεται ούτε να φροντίζει για το μέλλον του, αφού ο Θεός φροντίζει για την κάλυψη όλων των αναγκών του. Έτσι, καλεί όσους θέλουν να τον ακολουθήσουν να επιλέξουν μια ζωή αποκλειστικά αφιερωμένη στον Θεό και στην υπηρεσία του θελήματός του, απαρνούμενοι ταυτόχρονα τον “μαμωνά” (εξελληνισμένη μορφή της αραμαϊκής λέξης για τον πλούτο).

Αυτή η τόσο σκληρή όσο και ξεκάθαρη θέση εγείρει βεβαίως σειρά ολόκληρη ερωτημάτων, καθώς φαίνεται να θεωρεί ασύμβατη με τη χριστιανική ζωή την επιδίωξη του πλούτου, ακόμη και με σκληρή και έντιμη εργασία, ή ακόμη και τη χαρά που προκύπτει από τις μικρές απολαύσεις της ζωής. Και ασφαλώς θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι δεσμεύσεις αυτές απευθύνονται στον στενό κύκλο των δώδεκα ή αφορούν μόνον όσους επιλέγουν τη μοναστική ζωή, όμως η “Επί του Όρους Ομιλία” είναι ένα κείμενο που δεν απευθύνεται ειδικά σε μια ελιτίστικη ομάδα αλλά αποτελεί μια πρόσκληση ανοιχτή σε όλους όσοι θέλουν να λέγονται μαθητές του Χριστού.

Για να κατανοήσει κανείς το πραγματικό νόημα των λόγων του Ιησού στην παρούσα συνάφεια, ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η διαπίστωση ότι ενώ η όλη ομιλία έχει ως θέμα τη διαμόρφωση μιας αληθινής σχέσης με τον Θεό (αληθινή ελεημοσύνη: 6:1εξ· αληθινή προσευχή: 6:5εξ· αληθινή συγχωρητικότητα: 6:14εξ· αληθινή νηστεία 6:16εξ) στο εισαγωγικό για το επόμενο θέμα σχόλιο η εμπιστοσύνη στον αληθινό Θεό δεν αντιπαρατίθεται προς την εμπιστοσύνη σε κάποιον ψεύτικο θεό αλλά προς την εμπιστοσύνη στον πλούτο. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει στην προκειμένη περίπτωση ένα σχόλιο που κάνει το 1892 στο έργο του Οἱ Χαλασoχώρηδες ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Ὁ Χριστὸς εἶπεν: Οὐ δύνασθε Θεῷ λατρεύειν καὶ Μαμωνᾷ. Διατί δὲν ἔλαβεν ὡς ὅρον ἀντιθέσεως ἄλλο τι βαρβαρικὸν εἴδωλον; Διατί δὲν εἶπε Θεῷ καὶ Μολὼχ ἢ Θεῷ καὶ Ἀσταρὼθ ἢ Θεῶ καὶ Βάαλ; Διότι ὁ Μαμωνᾶς εἶναι ὁ ἰσχυρός, ὁ κραταιότερος, ὅστις ὑποτάσσει πᾶν ἄλλο εἴδωλον, καὶ τὸν Μολὼχ καὶ τὸν Ἀσταρὼθ καὶ τὸν Βάαλ. Ἡ πλουτοκρατία ἦτο, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ὁ μόνιμος ἄρχων τοῦ κόσμου, ὁ διαρκὴς ἀντίχριστος. Αὕτη γεννᾷ τὴν ἀδικίαν, αὕτη τρέφει τὴν κακουργίαν, αὕτη φθείρει σώματα καὶ ψυχάς. Αὕτη παράγει τὴν κοινωνικὴν σηπεδόνα. Αὕτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγεῖς».

Γνωρίζοντας, κατά συνέπεια, ο Χριστός πόση έλξη ασκεί ο πλούτος στον άνθρωπο και πόσο εύκολα μπορεί ο άνθρωπος να εξαρτηθεί από αυτόν, προειδοποιεί όσους θέλουν να γίνουν μαθητές του ότι οφείλουν να ιεραρχήσουν τις ανάγκες τους και να κάνουν τις επιλογές τους. Το θέμα, επομένως, είναι και πάλι η διαμόρφωση μιας αληθινής σχέσης με τον Θεό, αφού το κέντρο βάρους πέφτει όχι στο αν πρέπει κανείς να αποκτά υλικά αγαθά ή όχι, αλλά στην υπερβολική ανησυχία και στο άγχος που μπορεί να διακατέχει τον άνθρωπο όταν ζει μακριά από τον Θεό. Γι᾽ αυτό ολοκληρώνοντας ο Ιησούς αυτό το θέμα καταλήγει στην προτροπή: «Μην έχετε, λοιπόν, άγχος και μην αρχίσετε να λέτε: “Τι θα φάμε;” ή: “Τι θα πιούμε;” ή: “Τι θα ντυθούμε;” γιατί για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται τον Θεό· ο ουράνιος όμως Πατέρας σας ξέρει καλά ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά» (6:31-32).

Αν και εύκολα θα μπορούσε κανείς να αποδεχτεί ως γενική αρχή τη θέση πως η υπερβολική μέριμνα και το άγχος για ζητήματα της καθημερινότητας μαρτυρούν έλλειψη εμπιστοσύνης στην πρόνοια του Θεού, δύσκολα θα μπορούσε να συμφωνήσει με την επιχειρηματολογία του Ιησού, αδιαφορώντας για τη σκληρή οικονομική πραγματικότητα του σύγχρονου τρόπου ζωής. Άλλωστε, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης βομβαρδίζουν τον άνθρωπο καθημερινά με ειδήσεις για οικονομικές τραγωδίες που πλήττουν άτομα και επιχειρήσεις, για οικογένειες που χάνουν τα σπίτια τους και μένουν στον δρόμο, για ανθρώπους που χάνουν τη δουλειά τους και αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις πιο βασικές ανάγκες της ζωής, οδηγούμενοι ακόμα και στην αυτοκτονία.

Εύκολα θα μπορούσε να κατηγορήσει κανείς γι᾽ αυτήν την κατάσταση την οικονομία της αγοράς, την υιοθέτηση ενός αμερικάνικου τρόπου ζωής που στηρίζεται στον καταναλωτισμό, την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων μοντέλων ανάπτυξης της οικονομίας, αλλά και πάλι θα ήταν αδύνατο να αντιπροτείνει απέναντι σ᾽ αυτά τον τρόπο ζωής των πτηνών και των φυτών.

Όμως ο Χριστός δεν προτείνει κάτι τέτοιο. Οι προτροπές του «Κοιτάξτε τα πουλιά» (στχ 26) ή «Ας σας διδάξουν τα αγριόκρινα» (στχ 28) δεν αποτελούν προτάσεις οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά προκλήσεις για μια διαφορετική θεώρηση της ζωής, για αλλαγή του τρόπου με τον οποίο εκτιμά κανείς τα πράγματα και τις καταστάσεις της ζωής. Για να γίνει κατανοητή η επιχειρηματολογία του Ιησού πρέπει να διαβάσει κανείς προσεκτικά την αρχή και το τέλος της περικοπής.

Η περικοπή αρχίζει με μια δήλωση του Ιησού ότι τα πάντα εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο θεωρεί κανείς τα πράγματα: «ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται» (ς´ 22-23). Αν δηλαδή ο άνθρωπος βλέπει τα πράγματα στις σωστές τους διαστάσεις, τότε και η σχέση του με την πραγματικότητα είναι υγιής, ενώ αντίθετα αν βλέπει τα πράγματα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό των δικών του ατομικών επιθυμιών και επιδιώξεων, τότε και η σχέση του με την πραγματικότητα θα είναι αρρωστημένη. Αυτό το τελευταίο τονίζεται ιδιαίτερα με το ρητορικό ερώτημα με το οποίο κλείνει ο Ιησούς τη δήλωσή του: «Αν το φως που έχεις μέσα σου μεταβληθεί σε σκοτάδι, σκέψου πόσο θα ᾽ναι το σκοτάδι» (στχ 23β). Αυτήν τη συσκότιση του νου που οδηγεί σε αδυναμία διάκρισης του αληθινού από το ψεύτικο προτείνει στους ακροατές του να αποφύγουν ο Ιησούς και όχι την αδιαφορία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ζωής. Ο ίδιος, άλλωστε, βεβαιώνει τους ακροατές του ότι «ο ουράνιος Πατέρας σας ξέρει καλά ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά» (στχ 32). Προτεραιότητα, κατά συνέπεια, στα ενδιαφέροντα του χριστιανού θα πρέπει να έχει η διαμόρφωση μιας αληθινής σχέσης με τον Θεό που θα στηρίζεται στη βεβαιότητα «όλα τα άλλα θα ακολουθήσουν» (στχ 33).

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: