Η αυριανή Κυριακή Β΄ Λουκά ονομάζεται έτσι, γιατί από την προηγούμενη Κυριακή άρχισε να διαβάζεται στη θεία Λειτουργία το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο μέχρι τον Δεκέμβριο. Το αποστολικό ανάγνωσμα προέρχεται από τη Β΄ προς Κορινθίους επιστολή του Απ. Παύλου, στο οποίο γίνεται λόγος αφενός μεν για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι Απόστολοι στο ιεραποστολικό τους έργο, αφετέρου για τη δύναμη που τους δίνει ο Θεός για να τις υπερνικήσουν. Η περικοπή είναι σε μετάφραση η ακόλουθη:

«Ο Θεός που είπε μέσα από το σκοτάδι να λάμψει φως, αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας και μας φώτισε να γνωρίσουμε τη δόξα του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αλλά εμείς που έχουμε αυτόν τον θησαυρό είμαστε σαν τα πήλινα δοχεία· έτσι γίνεται φανερό πως η υπερβολική αξία του θησαυρού αυτού προέρχεται από τον Θεό κι όχι από μας. Αν και μας πιέζουν από παντού, δεν μας καταβάλλουν. Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο, αλλά δεν απελπιζόμαστε. Μας καταδιώκουν, ο Θεός όμως δεν μας εγκαταλείπει. Μας ρίχνουν κάτω, μα δεν χάνουμε τον αγώνα. Συνεχώς υποφέρουμε σωματικά μετέχοντας έτσι στον θάνατο του Κυρίου Ιησού, για να φανερωθεί στο πρόσωπό μας η ζωή του αναστημένου Ιησού. Δηλαδή είμαστε ζωντανοί, αλλά εκθέτουμε συνεχώς τον εαυτό μας στον θάνατο για χάρη του Ιησού, ώστε να φανερωθεί στο θνητό μας σώμα η ζωή του Ιησού.  Έτσι, εμάς μας απειλεί συνεχώς ο θάνατος, ενώ εσείς κερδίζετε τη ζωή. Έχουμε, λοιπόν, την ίδια εμπιστοσύνη στον Θεό, που αναφέρει η Γραφή: Εμπιστεύτηκα τον εαυτό μου στον Θεό, γι’ αυτό και μίλησα. Κι εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στον Θεό, γι’ αυτό και κηρύττουμε.  Ξέρουμε ότι ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει και εμάς δια του Ιησού και θα μας παρουσιάσει μπροστά του μαζί σας. Όλα, λοιπόν, γίνονται για σας. Έτσι, όσο πιο πολλοί δεχτούν τη χάρη, τόσο πιο μεγάλη θα είναι η ευχαριστία και η δοξολογία προς τον Θεό» (Β΄Κορ.4,6-15).

Ο Απ. Παύλος αρχίζει την περικοπή με την αναφορά στο φως που έκανε ο Θεός να λάμψει μέσα από το σκοτάδι. Υπαινίσσεται μήπως το δημιουργικό πρόσταγμα του Θεού για το οποίο γίνεται λόγος στους πρώτους στίχους της Γενέσεως (1,3 «γενηθήτω φως»); Είναι πιθανόν. Ίσως όμως να αναφέρεται, όπερ πιθανότερο, στο φως που «περιήστραψεν εκ του ουρανού» κατά την πορεία του προς τη Δαμασκό (βλ. Πράξ.9,1 εξ.), φως που τον έκανε να δει στο πρόσωπο του Χριστού τη «δόξα» του Θεού. Από το γεγονός αυτό ξεκινά μια νέα γέννηση του Παύλου που ενώ πήγαινε να συλλάβει χριστιανούς τον συνέλαβε ο ίδιος ο Χριστός και τον έκανε διαπρύσιο κήρυκα της διδασκαλίας Του. Η πορεία που αρχίζει από τότε δεν είναι πορεία θριάμβου αλλά κακουχιών και ταλαιπωριών από τις οποίες δεν κατεβλήθη αλλά δυναμώθηκε περισσότερο. Μιλάει σε πληθυντικό αριθμό, γιατί τα όσα γράφει δεν έχουν μόνο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, αλλά αναφέρονται και στο έργο όλων των Αποστόλων του Χριστού και κατ΄ επέκταση στο έργο των χριστιανών που  πιέζονται απόπαντού, αλλά δεν καταβάλλονται, βρίσκονται πολύ συχνά σε αδιέξοδο, αλλά δεν απελπίζονται, καταδιώκονται, αλλά ο Θεός δεν τους εγκαταλείπει, ρίχνονται κάτω από τους εχθρούς του Σταυρού του Χριστού, μα δεν χάνουν τον αγώνα.  Συνεχώς υποφέρουμε σωματικά, συνεχίζει σε πληθυντικό αριθμό την απαρίθμηση των κακουχιών των εργατών του Ευαγγελίου, μετέχοντας έτσι στον θάνατο του Κυρίου Ιησού, για να φανερωθεί στο πρόσωπό μας η ζωή του αναστημένου Ιησού. Εκθέτουμε συνεχώς τον εαυτό μας στον θάνατο για χάρη του Ιησού, ώστε να φανερωθεί στο θνητό μας σώμα η ζωή του Ιησού. Σε όλα αυτά τα ρήματα της περικοπής παρατηρείται μια διαλεκτική αντίθεση ανάμεσα στην καθημερινή φθορά του «έξω ανθρώπου» και την ενδυνάμωση του «έσω ανθρώπου» που ανακαινίζεται συνεχώς ημέρα και ημέρα, όπως θα πει στον αμέσως επόμενο στίχο μετά την περικοπή μας (4,16). Παρά τις γενικεύσεις που αφορούν όλους τους εργάτες του Ευαγγελίου ο Απόστολος δεν παύει με όλα αυτά και πολλά άλλα, που απαριθμεί λεπτομερέστερα στα κεφ.11 και 12 της ίδιας επιστολής του προς τους Κορινθίους, να διατυπώνει την απολογία του αποστολικού και ιεραποστολικού του έργου έναντι των αντιπάλων του που τον κατηγορούν, των εχθρών του Σταυρού του Χριστού, όπως θα πει σε άλλη επιστολή του (Φιλιπ.3,18). Δεν ενδιαφέρεται να δικαιώσει τον εαυτό του αλλά να στηρίξει τους χριστιανούς αναγνώστες του, για να μείνουν σταθεροί σε αυτά που τους κήρυξε. Όλα όσα κατόρθωσε δεν είναι δικά του, γιατί αυτός δεν είναι παρά ένα πήλινο δοχείο («οστράκινο σκεύος»), που περιέχει και διαδίδει τον «θησαυρόν της πίστεως» που του ενεπιστεύθη ο Χριστός. Έχει εμπιστοσύνη στον Θεό, που ανέστησε τον Χριστό και θα αναστήσει και όλους μας. Γι΄ αυτό και καταλήγει με τη φράση «Όλα, λοιπόν, γίνονται για σας. Έτσι, όσο πιο πολλοί δεχτούν τη χάρη, τόσο πιο μεγάλη θα είναι η ευχαριστία και η δοξολογία προς τον Θεό».

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον σημερινό αναγνώστη; Σημαίνουν ότι ο δρόμος του χριστιανού στη ζωή δεν είναι εύκολος, ούτε χωρίς εμπόδια. Είναι πορεία σταυρική, αλλά καταλήγει στην Ανάσταση. Αυτό μαρτυρεί όλη η μέχρι τώρα δια μέσου των αιώνων ζωή της Εκκλησίας, η ζωή των Αγίων της.     

Ο κ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος, είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. ειδικός στην ερμηνεία της Καινής Διαθήκης

Ετικέτες: