Η γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος αποτελεί μια από τις δώδεκα μεγάλες γιορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αν και αναφέρεται σε ένα επεισόδιο της ζωής του Ιησού Χριστού που συνέβη λίγο πριν από το πάθος και την ανάστασή του, γιορτάζεται στις 6 Αυγούστου, έξω από τη συνάφειά του, καθώς το εορταζόμενο γεγονός θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η σύνοψη ολόκληρης της Ιστορίας της Σωτηρίας. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της λειτουργίας που τελείται κατά την ημέρα της γιορτής αναφέρεται στο γεγονός της μεταμορφώσεως, όπως αυτό παραδίδεται από το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελιον, (17:1-9), αλλά το ίδιο γεγονός αναφέρεται με μικρές παραλλαγές και από τους άλλους συνοπτικούς ευαγγελιστές (Μαρ 9:2-13· Λου 9:28-36), κάτι που υπογραμμίζει τη σπουδαιότητά του. Και οι τρεις ευαγγελιστές τοποθετούν το γεγονός αμέσως μετά την πρώτη αποκάλυψη του Ιησού προς τους μαθητές του ότι πρόκειται να συλληφθεί και να θανατωθεί. Η πρόρρηση αυτή συγκλονίζει τους μαθητές, αλλά ο Χριστός τους υπενθυμίζει τις προτεραιότητές τους ως αληθινοί μαθητές του, καθώς σύντομα «ο Υιός του Ανθρώπου θα έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα του» (Ματ 16:27) και τους διαβεβαιώνει πως μερικοί από τους παρευρισκόμενους «δεν θα γευτούν τον θάνατο, πριν δουν τον Υιό του Ανθρώπου να έρχεται στη βασιλεία του» (Ματ 16:28). Έτσι, έξι μέρες αργότερα τρεις από τους μαθητές του θα έχουν τη δυνατότητα να δουν αυτή τη λαμπρότητα.

Σύμφωνα με το κείμενο, ο Ιησούς παίρνει μαζί του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη και τους «ἀναφέρει» (= ανεβάζει) σε ένα βουνό. Η επιλογή από τον ευαγγελιστή του συγκεκριμένου ρήματος, συνήθους στη θυσιαστική ορολογία της Γραφής, προοιωνίζεται ότι κάτι σημαντικό πρόκειται να συμβεί. Σε διάφορες σκηνές που περιγράφονται στην Παλαιά Διαθήκη η άνοδος σε κάποιο βουνό προηγείται συνήθως μιας αποκάλυψης του Θεού. Στις απαρχές της ιστορίας του Θεού με τον λαό του, ο Μωυσής, συνοδευόμενος από τον Ιησού του Ναυή, ανεβαίνει στο όρος Σινά, όπου κατέρχεται η δόξα του Θεού καλύπτοντας για έξι μέρες το βουνό, η κορυφή του οποίου φαινόταν σαν φωτιά που λαμπάδιαζε, και όπου ο Θεός υπαγορεύει στον Μωυσή τους όρους της Διαθήκης (Εξο 24:12-18). Τρεις αιώνες αργότερα ο προφήτης Ηλίας θα ανέβει στο ίδιο βουνό, όπου θα του αποκαλυφθεί ο Θεός ως ήχος «αὔρας λεπτῆς» (3Βα 19:8-18). Τώρα, πάνω σε ένα άλλο βουνό, οι μαθητές του Χριστού θα βιώσουν μια ανάλογη εμπειρία· ο Ιησούς «μεταμορφώθηκε μπροστά τους· το πρόσωπό του έλαμψε σαν τον ήλιο και τα ενδύματά του έγιναν άσπρα σαν το φως. Και ξαφνικά εμφανίστηκαν μπροστά τους ο Μωυσής και ο Ηλίας να συνομιλούν με τον Ιησού» (Ματ 17:2-3).

Στα χρόνια που προηγήθηκαν οι μαθητές είχαν γνωρίσει τον Ιησού ως δάσκαλο, ως θεραπευτή, ακόμα και ως προφήτη. Αναμφίβολα όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί περιγράφουν διάφορες πτυχές της προσωπικότητας του Ιησού, δεν αποκαλύπτουν όμως πλήρως την ταυτότητά του. Ο Πέτρος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Ιησού ομολογεί, βέβαια, ότι «Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματ 16:16), αδυνατεί όμως, όπως αποδεικνύεται από τη συνέχεια της ιστορίας, να αντιληφθεί πλήρως τι πραγματικά σημαίνει αυτή η ομολογία (βλ Ματ 16:23).

Έτσι, τώρα ο Ιησούς αναλαμβάνει να βοηθήσει ο ίδιος τους μαθητές του να κατανοήσουν ποιος πραγματικά είναι. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται σε ένα από τα στιχηρά του Εσπερινού της γιορτής, σε ποίηση Κοσμά του Μοναχού: «Πρὸ τοῦ Σταυροῦ σου Κύριε, παραλαβὼν τοὺς Μαθητὰς εἰς ὄρος ὑψηλόν, μετεμορφώθης ἔμπροσθεν αὐτῶν, ἀκτῖσι δυνάμεως καταυγάζων αὐτούς, ἔνθεν φιλανθρωπίᾳ, ἐκεῖθεν ἐξουσίᾳ, δεῖξαι βουλόμενος τῆς Ἀναστάσεως τὴν λαμπρότητα, ἧς καὶ ἡμᾶς ὁ Θεός, ἐν εἰρήνῃ καταξίωσον, ὡς ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος».

Η παρουσία του Μωυσή και του Ηλία πιστοποιούν ότι ο Ιησούς είναι «τὸ πλήρωμα τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν»· είναι αυτός για τον οποίο «ἔγραψεν Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται» (Ιωα 1:45), ο αναμενόμενος Χριστός. Αυτό ακριβώς κατανοεί πλέον και ο Πέτρος, σύμφωνα με την αφήγηση του ευαγγελιστή Ματθαίου, όταν προτείνει: «να κάνουμε εδώ τρεις σκηνές» (17:6). Ήδη από την εποχή του προφήτη Ζαχαρία (τέλη του ς´ π.Χ. αιώνα) η ιουδαϊκή παράδοση είχε συνδέσει την έλευση της εποχής του Μεσσία με τη γιορτή της Σκηνοπηγίας (Ζαχ 14:16), κατά την οποία οι Ιουδαίοι έμεναν για επτά μέρες σε σκηνές. Αναγνωρίζοντας τώρα ο Πέτρος ότι με την αποκάλυψη της θεότητας του Ιησού αρχίζει η εποχή του Μεσσία, προτείνει την κατασκευή σκηνών.

Την ορθότητα της παραπάνω κατανόησης επιβεβαιώνει η θεία παρουσία με τη μορφή φωτεινής νεφέλης, όπως και κατά τη θεοφάνεια του Σινά, μέσα από την οποία ακούγεται η φωνή του Θεού να επαναλαμβάνει τα λόγια που είχαν ακουστεί και κατά τη βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη: «Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, ο εκλεκτός μου· αυτόν να ακούτε» (17:5· πρβλ Ματ 3:17).

Ο τρόμος που βίωσαν οι μαθητές δεν διαρκεί πολύ. Το άγγιγμα του Ιησού και η φωνή του τους επαναφέρει σύντομα στην πραγματικότητα: «Σηκωθείτε και μη φοβόσαστε» (17:7). Το άγγιγμά του είναι ένα σημάδι παρηγοριάς και θεραπείας (πρβλ Ματ 8:3,15· 9:29· 20:34), ενώ η προτροπή «μη φοβόσαστε» διαβεβαιώνει τους μαθητές πως ό,τι θα συμβεί στη συνέχεια θα είναι στα χέρια του Θεού, ανεξάρτητα από το πόσο τρομακτικές είναι οι συνθήκες (πρβλ Ματ 1:20· 10:26· 28:5,10). Οι μαθητές βίωσαν μια απερίγραπτα συγκλονιστική εμπειρία. Όμως ο καιρός δεν ήταν ακόμα κατάλληλος για να την αφηγηθούν. Η εκθαμβωτική εμφάνιση του Ιησού αντικατοπτρίζει τον αποκαλυπτικό Υιό του Ανθρώπου στο όραμα του προφήτη Δανιήλ (7:9· βλ Απο 1:12-16) και προεικονίζει την εμφάνιση του αγγέλου στον κενό τάφο αργότερα (Ματ 28:3). Όμως όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν ακόμα πλήρως κατανοητά πριν ο Χριστός κρεμαστεί στον σταυρό, πριν πεθάνει, πριν ταφεί και πριν αναστηθεί.

Το φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού δεν ήταν ένα φυσικό φως αλλά το φως της θεότητας, ένα φως που δεν ανήκει στον κτιστό κόσμο αλλά στον κόσμο του θείου. Παρ᾽ όλα αυτά οι μαθητές είδαν το θείο φως με τις σωματικές τους αισθήσεις. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο θεολόγος που θα καταστήσει τη θέα του θείου φωτός κέντρο της θεολογικής του σκέψης, θα τονίσει πως ο Θεός ονομάζεται “Φως” όχι κατά την ουσία του αλλά κατά την ενέργειά του, και αυτήν ακριβώς η άκτιστη ενέργεια του Θεού μπορεί να γίνει υπό ορισμένες προϋποθέσεις αισθητή. Αυτή η μετοχή στη χάρη του Θεού μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε αυτό που ήταν πριν η εικόνα του Θεού αμαυρωθεί μέσα του. Και όπως θα εξηγήσει και πάλι ο άγιος Γρηγόριος οι μαθητές «ἐνηλλάγησαν καὶ οὕτω τὴν ἐναλλαγὴν εἶδον». Αν, λοιπόν, ο Χριστός με τη σάρκωσή του έγινε άνθρωπος, με τη μεταμόρφωσή του φανερώνει αυτό που πρέπει να γίνει ο άνθρωπος.

Η γιορτή, κατά συνέπεια, της Μεταμόρφωσης δεν αναφέρεται απλώς σε άλλο ένα επεισόδιο της ζωής του Χριστού, αλλά αποτελεί έναν οδοδείκτη για κάθε χριστιανό προς το τέρμα στο οποίο στοχεύει. Η σύμπτωση, μάλιστα, της ημερομηνίας της γιορτής με την επέτειο του πυρηνικού ολέθρου της Χιροσίμα, στέλνει και ένα άλλο επίκαιρο μήνυμα, αποκαλυπτικό των δυνατοτήτων του ανθρώπου, που στέκει στο μεταίχμιο μεταξύ Θεού και κτήνους. Τώρα ο άνθρωπος ξέρει ότι έχει, εκτός των άλλων, και την τεχνολογική δυνατότητα να μεταμορφώσει τον κόσμο, είτε μόνος του ενάντια στο σχέδιο του Θεού, οδηγώντας τον στο μηδέν, είτε σε συνεργασία με τον Θεό, αναφέροντας την κτίση στον δημιουργό της και οδηγώντας της σε μια πλήρη ανακαίνιση.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: