Εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, οφείλουμε να παραδεχθούμε πως ο χειρισμός της πανδημίας από πλευράς Εκκλησίας, δεν ήταν ο καλύτερος δυνατός. Όλους τους μήνες της παγκόσμιας αυτής περιπέτειας οι πιστοί γίνονται δέκτες ενός απίστευτου όγκου αλληλοσυγκρουόμενων μηνυμάτων, που ακόμα και σε κανονικές συνθήκες θα προκαλούσαν τουλάχιστον… πονοκέφαλο.

Αν κάποιος είχε το κουράγιο να συγκεντρώσει όσα δημόσια έχουν υποστηρίξει κληρικοί όλων των βαθμίδων όλο αυτό το διάστημα πολύ φοβάμαι πως το αποτέλεσμα θα ήταν αποκαρδιωτικό.

Είναι τόσο μεγάλο το άνοιγμα της ψαλίδας που είναι να απορεί κανείς πως γίνεται άνθρωποι που έχουν πάρει πτυχία από τις ίδιες θεολογικές σχολές και έχουν παρακολουθήσει τα ίδια μαθήματα, να έχουν τόσο διαφορετικές και εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις.

Από το «κοινωνήστε άφοβα» μέχρι το «ελάτε με τα κουταλάκια σας» και το «αποφύγετε να προσκυνάτε εικόνες και χέρια κληρικών» μέχρι το «θα μας κάψει ο Θεός που δεν προσκυνάμε τις εικόνες και τα χέρια των κληρικών» και το «βάλτε μάσκες να προστατευτούμε εμείς και οι συνάνθρωποι μας» μέχρι το «η μάσκα εντός ναού είναι βλασφημία»… μια τρικυμία δρόμος.

Άλλοι έλεγαν «κοινωνάτε άφοβα γιατί το κρασί της Θ. Κοινωνίας σκοτώνει τα μικρόβια». Άλλοι έλεγαν «οι λαβίδες είναι αργυρές και το ασήμι σκοτώνει τα μικρόβια», λες και είναι βρικόλακες.

Ο ένας μητροπολίτης έλεγε «με τη μάσκα δείχνεις πως νοιάζεσαι για τον συνάνθρωπο» κι ο άλλος πως «με τη μάσκα δείχνεις την απιστία σου».

Για να μην πούμε για όσα «κρυφά και απόρρητα» αποκαλύφθηκαν στις εξομολογήσεις, με τις δήθεν πληρωμές χήρων και ορφανών προκειμένου να αποδεχτούν λέει να μπει στο πιστοποιητικό θανάτου ο κορονοϊός ως αιτία.

Φτάσαμε στο σημείο να βλέπουμε παπάδες να καταριόνται τη Σύνοδο και την Ιεραρχία που έκλεισαν τους ναούς του Πάσχα κι άλλους να θέλουν να μας πείσουν πως ολόκληρη η υφήλιος συνωμότησε για να χάσουμε την πίστη μας.

Το αλαλούμ, είναι σκληρή λέξη αλλά δεν βρίσκω καλύτερη για να περιγράψω την κατάσταση.

Αν λοιπόν υπάρχει ένα πράγμα που πρέπει να κάνει η Εκκλησία με το που θα περάσει αυτή η «μπόρα» και επιστρέψουμε στην κανονικότητα είναι να βάλει το θέμα στο τραπέζι και να βρει τρόπο να το λύσει. Γιατί αν δεν το αντιμετωπίσει άμεσα, αποφασιστικά και στη ρίζα του, πολύ φοβάμαι πως είναι θέμα χρόνου οι Σύνοδοι και οι αποφάσεις τους να είναι απλά διακοσμητικές αφού ούτως ή άλλως ο καθένας θα κάνει ότι του λέει η… «συνείδηση» του.

Μέχρι όμως να περάσει η «μπόρα» και να επιστρέψουμε στην κανονικότητα, πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ίδια την «μπόρα», την πανδημία δηλαδή και τις προεκτάσεις της.  

Δεν είναι μυστικό πως ένα από τα σημαντικότερα πλήγματα που έχουμε δεχθεί ως κοινωνία είναι η αποσταθεροποίηση της ψυχικής υγείας. Άνθρωποι απελπισμένοι, βλέπουν τις ζωές τους να γκρεμίζονται. Άλλοι χάνουν αγαπημένα πρόσωπα. Άλλοι δοκιμάζονται στα νοσοκομεία. Δεν είναι μόνο οικονομικό το πλήγμα.

Πολλοί λοιπόν έχουν την ανάγκη να πάνε σε μια εκκλησία, ν ανάψουν ένα κεράκι να κάτσουν μπροστά από μια εικόνα να πουν μια προσευχή, ν’ ανοίξουν την ψυχή τους, να βρουν τα πατήματά τους.  Να κλάψουν ρε φίλε και να πουν «Παναγιά βόηθα». Γιατί λοιπόν δεν τους το επιτρέπει η Κυβέρνηση; Γιατί θα πρέπει να μπει στη διαδικασία να στείλει sms για ψώνια, σκύλο, γάτα, γυμναστική, ώστε να μπορέσει να τρυπώσει πέντε λεπτά σε μια Εκκλησία να κάνει το σταυρό του; Μόνο με αντικαταθληπτικά και τραγούδια της καρότσας ενισχύεται η ψυχική υγεία των ανθρώπων;

Η αστοχία της διοικούσας Εκκλησίας και η αδυναμία της να διαχειριστεί την κατάσταση δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί λοιπόν ως «τιμωρία» για τα εκατομμύρια των πιστών ανθρώπων που στηρίζουν την ψυχική και πνευματική τους υγεία σε αυτή την ολιγόλεπτη προσευχή.

Και εν τέλει όπως η Κυβέρνηση ζητά την επιείκεια μας για το πράγματι πρωτόγνωρο των καταστάσεων που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ας δώσει και εκείνη την ίδια επιείκεια στην Εκκλησία και τα μέλη της. Για όλους μας είναι αχαρτογράφητα τα νερά που πλέουμε.

Με θάρρος, ειλικρίνεια και πάνω απ’ όλα σεβασμό στις πιο βαθιές ανάγκες των πολιτών αυτού του τόπου, νομίζω πως η Κυβέρνηση οφείλει  να δει την κατάσταση πιο σοβαρά και να προβλέψει την ατομική προσευχή όπως είχε κάνει στις αρχές του πρώτου lockdown.

Θα αδικήσουμε τον εαυτό μας εαν σε αυτόν τον τόπο που διδάσκει την πνευματικότητα αιώνες τώρα, την θεωρήσουμε ως αχρείαστη πολυτέλεια.   

Ο Ανδρέας Λουδάρος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Εργάζεται ως εκκλησιαστικός συντάκτης από το 1999

Ετικέτες: