Ευθεία αντίθεση στην κυβερνητική πρωτοβουλία για την αύξηση των αποδοχών του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών εκφράζει ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης Συμεών, ζητώντας να μη φτάσει καν στη Βουλή η σχετική νομοθετική ρύθμιση.
Σε δημόσια παρέμβασή του, ο κ. Συμεών αμφισβητεί ότι η μισθολογική αναπροσαρμογή αποτέλεσε πάγιο αίτημα της Εκκλησίας και αποδίδει στην κυβερνητική επιλογή πολιτική και επικοινωνιακή σκοπιμότητα.
Όπως αναφέρει, διανύει το 24ο έτος της αρχιερατείας του και σε όλο αυτό το διάστημα ουδέποτε τέθηκε σε συνοδικό επίπεδο ούτε διατυπώθηκε δημοσίως από Ιεράρχη αίτημα για αύξηση των αρχιερατικών αποδοχών.
Με βάση αυτή την εμπειρία, χαρακτηρίζει ανακριβή τον ισχυρισμό περί πάγιου αιτήματος της Εκκλησίας, διαψεύδοντας επί της ουσίας τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ο οποίος είχε επικαλεστεί το συγκεκριμένο επιχείρημα για να δικαιολογήσει τη ρύθμιση σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου.
Ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης αναγνωρίζει ότι οι σημερινές αποδοχές των Ιεραρχών δεν αντιστοιχούν στη θεσμική θέση και στην τιμή που αποδίδει η Πολιτεία στο λειτούργημά τους. Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι κανείς από τους Μητροπολίτες δεν διανοήθηκε να απαιτήσει μισθολογική αύξηση.
Στην ίδια παρέμβαση αναφέρεται με ειρωνικό τόνο στις επικοινωνίες του Αρχιεπισκόπου με τον πρωθυπουργό, παραπέμποντας σε χιουμοριστική αναφορά περί μετάβασης στο Ισλάμ και ανάληψης θέσης μουφτή, λόγω των υψηλότερων αποδοχών που λαμβάνουν οι μουφτήδες στην Ελλάδα.
Ο κ. Συμεών στρέφει τα πυρά του συνολικά προς το πολιτικό κατεστημένο, ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης, υποστηρίζοντας ότι ευνοείται κάθε φορά που πλήττεται το κύρος των Επισκόπων.
Κατά τον ίδιο, η κυβερνητική πρόταση προκάλεσε εκτεταμένο δημόσιο θόρυβο και μετέφερε την προσοχή της κοινής γνώμης από τα σοβαρά κοινωνικά προβλήματα στις αποδοχές των Ιεραρχών.
Αποδίδει, μάλιστα, επικοινωνιακή επιτυχία στους σχεδιαστές της πρωτοβουλίας, θεωρώντας ότι κατάφεραν να στρέψουν αλλού τη δημόσια συζήτηση και να προκαλέσουν νέο κύμα επιθέσεων κατά των Επισκόπων.
Ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης δεν αποκλείει επίσης το ενδεχόμενο πίσω από τη ρύθμιση να βρίσκεται η επιδίωξη να προκληθεί αντιπαράθεση ανάμεσα στους εφημερίους και στους Μητροπολίτες τους, καθώς η αύξηση αφορά τις αρχιερατικές αποδοχές και όχι το σύνολο του κλήρου.
Το βασικότερο μέρος της παρέμβασής του αφορά τη στάση της Εκκλησίας απέναντι στον νόμο για τον γάμο των ομοφύλων.
Ο κ. Συμεών υποστηρίζει ότι, ενόψει εκλογών, η αύξηση των αρχιερατικών αποδοχών μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να λησμονηθεί η αντίθεση της Εκκλησίας και των Ιεραρχών στη συγκεκριμένη νομοθετική επιλογή.
Όπως επισημαίνει, το ζήτημα δεν έχει κλείσει για την Εκκλησία, καθώς αφορά το ήθος της, την ευαγγελική διδασκαλία, το μυστήριο του γάμου και τον θεσμό της χριστιανικής οικογένειας.
Στο ίδιο πλαίσιο, θέτει το ερώτημα αν με την αύξηση επιχειρείται να κλείσουν τα στόματα των Ιεραρχών, ώστε να πάψουν να υπενθυμίζουν τη στάση της Εκκλησίας και να επηρεάζουν τους πιστούς.
Κριτική ασκεί και σε Μητροπολίτες που έσπευσαν να εξηγήσουν δημοσίως τι κάνουν ή τι σκοπεύουν να κάνουν με τις αυξημένες κατά 90% αποδοχές τους.
Χαρακτηρίζει αχρείαστες τις συγκεκριμένες εξηγήσεις και παραπέμπει στην ευαγγελική εντολή για την ελεημοσύνη χωρίς δημόσια προβολή.
Κλείνοντας, επιμένει στην απόσυρση της ρύθμισης, προειδοποιώντας ότι η κατάθεσή της στη Βουλή θα οδηγήσει σε νέο διασυρμό των Ιεραρχών.



