Η εορτή των Χριστουγέννων είναι αναμφίβολα η μεγαλύτερη γιορτή ολόκληρου του χριστιανικού κόσμου και αποτελεί αφορμή εορταστικών εκδηλώσεων, θρησκευτικών ή και εντελώς αποχρωματισμένων θρησκευτικά, όχι μόνο για τις κατά παράδοση χριστιανικές κοινωνίες αλλά και για κοινωνίες που ακολουθούν ή μιμούνται τον λεγόμενο “δυτικό” τρόπο ζωής. Οι απαρχές της γιορτής ανάγονται στον δ´ μ.Χ. αιώνα, οπότε και καθιερώθηκε ως ανεξάρτητη από τα Θεοφάνια γιορτή, αρχικά στη Ρώμη (πιθανότερη χρονολογία θεωρείται το έτος 335 μ.Χ.) και αργότερα (πιθανότατα το 376 μ.Χ.) επεκτάθηκε και στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Η σημασία της γιορτής για την ορθόδοξη χριστιανική πίστη αποτυπώνεται στην υμνολογία της που περιλαμβάνει απαράμιλλης ποιητικής αξίας ύμνους γραμμένους από τους λαμπρότερους υμνογράφους της Ανατολής, όπως οι Ρωμανός ο Μελωδός, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Κοσμάς επίσκοπος Μαϊουμά, κ.ά.

Στα βιβλικά αναγνώσματα των ακολουθιών που συνδέονται με τη γιορτή ανακεφαλαιώνεται όλη σχεδόν η ιστορία της θείας οικονομίας, καθώς σύμφωνα με την ευχή της αναφοράς της θείας λειτουργίας που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος χαρακτηρίζεται ως ο «ἐλθὼν καὶ πᾶσαν τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν πληρώσας». Τη σημασία του όρου αυτού περιγράφει ιδιαίτερα αναλυτικά η ίδια ευχή της λειτουργίας που αποδίδεται στον Μέγα Βασίλειο: «Ἅγιος εἶ, ὡς ἀληθῶς, καὶ πανάγιος, καὶ οὐκ ἔστι μέτρον τῇ μεγαλοπρεπείᾳ τῆς ἁγιωσύνης σου … πλάσας γὰρ τὸν ἄνθρωπον, χοῦν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ εἰκόνι τῇ σῇ, ὁ Θεός, τιμήσας τέθεικας αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἀθανασίαν ζωῆς καὶ ἀπόλαυσιν αἰωνίων ἀγαθῶν, ἐν τῇ τηρήσει τῶν ἐντολῶν σου, ἐπαγγειλάμενος αὐτῷ· ἀλλὰ παρακούσαντα σοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ κτίσαντος αὐτόν, καὶ τῇ ἀπάτῃ τοῦ ὄφεως ὑπαχθέντα, νεκρωθέντα τε τοῖς οἰκείοις αὐτοῦ παραπτώμασιν, ἐξώρισας αὐτὸν ἐν τῇ δικαιοκρισίᾳ σου, ὁ Θεός, ἐκ τοῦ παραδείσου εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, καὶ ἀπέστρεψας εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη, οἰκονομῶν αὐτῷ τὴν ἐκ παλιγγενεσίας σωτηρίαν, τὴν ἐν αὐτῷ τῷ Χριστῷ σου. Οὐ γὰρ ἀπεστράφης τὸ πλάσμα σου εἰς τέλος, ὅ ἐποίησας, ἀγαθέ, οὐδὲ ἐπελάθου ἔργου χειρῶν σου, ἀλλ’ ἐπεσκέψω πολυτρόπως διὰ σπλάγχνα ἐλέους σου. Προφήτας ἐξαπέστειλας· ἐποίησας δυνάμεις διὰ τῶν ἁγίων σου, τῶν καθ’ ἐκάστην γενεάν εὐαρεστησάντων σοι· ἐλάλησας ἡμῖν διὰ στόματος τῶν δούλων σου τῶν προφητῶν, προκαταγγέλλων ἡμῖν τὴν μέλλουσαν ἔσεσθαι σωτηρίαν· νόμον ἔδωκας εἰς βοήθειαν· ἀγγέλους ἐπέστησας φύλακας. Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τῶν καιρῶν, ἐλάλησας ἡμῖν ἐν αὐτῷ τῷ Υἱῷ σου, δι’ οὖ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησας …».

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω κείμενα ο όρος “θεία οικονομία” δηλώνει το σχέδιο του Θεού να επαναφέρει τον άνθρωπο κοντά του, χωρίς να παραβιάζει την ελευθερία του. Βασικούς σταθμούς του σχεδίου αυτού, που κορυφώνεται στη σάρκωση του ίδιου του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού από τη Ναζαρέτ, αποτελούν οι θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία, η Διαθήκη του Σινά, ο Νόμος και η διαδοχική εμφάνιση των προφητών. Είναι προφανές ότι προκειμένου να κατανοήσει κανείς το σχέδιο αυτό πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ολόκληρη την ιστορία των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο, όπως αυτή σκιαγραφείται στα κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.

Αυτός είναι ο λόγος που κατά τις Κυριακές που προηγούνται της γιορτής των Χριστουγέννων η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τους κατά σάρκα προγόνους του Ιησού Χριστού, όπως αυτοί αναφέρονται στο α΄ κεφάλαιο του Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου (Κυριακή των Προπατόρων, μεταξύ της 11ης και 17ης Δεκεμβρίου) και τη μνήμη «πάντων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος Θεῷ εὐαρεστησάντων, ἀπὸ Ἀδὰμ ἄχρι καὶ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, κατὰ γενεαλογίαν, καθὼς ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἱστορικῶς ἠριθμήσατο, ὁμοίως καὶ τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Προφητίδων, ἐξαιρέτως δὲ τοῦ προφήτου Δανιὴλ καὶ τῶν ἁγίων Τριῶν Παίδων» (Κυριακή πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, μεταξύ της  18ης και 24ης Δεκεμβρίου). Οι δύο γιορτές προέκυψαν από τη διεύρυνση του περιεχομένου μιας αρχαιότερης, της “Κυριακής των Αγίων Πατέρων” που γιορταζόταν πριν από τα Χριστούγεννα. Έτσι, το αποστολικό ανάγνωσμα της θείας λειτουργίας της τελευταίας πριν από τα Χριστούγεννα Κυριακής προέρχεται από την Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴ (11:24-26,32-40)και αναφέρεται σε όλους εκείνους τους ήρωες της πίστεως που έζησαν πριν από την εποχή του Χριστού, ενώ το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας είναι το πρώτο κεφάλαιο του Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου, η εισαγωγή του οποίου είναι ένας γενεαλογικός κατάλογος των προγόνων του Ιησού.

Ο λόγος της επιλογής του συγκεκριμένου ευαγγελικού αναγνώσματος είναι προφανής, καθώς το φραστικό της εισαγωγής του Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου παραπέμπει συνειρμικά τον αναγνώστη να συσχετίσει το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού με εκείνο του πρώτου βιβλίου της Αγίας Γραφής· όπως δηλαδή το βιβλίο της Γενέσεως αναφέρεται σε μια διπλή δημιουργία, τη δημιουργία του κόσμου και τη δημιουργία του λαού του Ισραήλ, έτσι και το Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον εξαγγέλει μια νέα διπλή δημιουργία: του καινούργιου κόσμου, αυτού που αποκαλείται ‘‘Βασιλεία του Θεού’’, και του καινούργιου Ισραήλ, της Εκκλησίας. Η επιγραφή «Βίβλος γενέσεως» φαίνεται στην προκειμένη περίπτωση να μην αφορά μόνο στον Ιησού Χριστό, αλλά και σε όλους όσοι ποιώντας «καρπὸν ἄξιον τῆς μετανοίας» θα καταστούν «τέκνα Ἀβραάμ» (Ματ γ΄ 8-9), «κατὰ Ἰσαὰκ ἐπαγγελίας τέκνα» (Γαλ δ΄ 28), και «κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ» (Ρωμ η΄ 17).

Δεν είναι όμως το ίδιο σαφής ο λόγος της επιλογής του αποστολικού αναγνώσματος της ημέρας, καθώς αυτό, αναφέρεται βέβαια σε προσωπικότητες της ιερής ιστορίας που έζησαν πριν από την εποχή του Χριστού, μιλάει όμως για ανθρώπους που «… αντιμετώπισαν λιοντάρια πεινασμένα,έσβησαν τη δύναμη της φωτιάς, διέφυγαν τη σφαγή, έγιναν από αδύνατοι ισχυροί, … βασανίστηκαν ως τον θάνατο, χωρίς να δεχτούν την απελευθέρωσή τους, … δοκίμασαν εξευτελισμούς και μαστιγώσεις, ακόμη και δεσμά και φυλακίσεις, λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, πέρασαν δοκιμασίες, σφαγιάστηκαν, περιπλανήθηκαν ντυμένοι με προβιές και κατσικίσια δέρματα, υπέμειναν στερήσεις, καταπιέσεις, κακουχίες … πλανήθηκαν σε ερημιές και σε βουνά, σε σπηλιές και σε τρύπες της γης» (Εβρ 11:33-38).

Το ανάγνωσμα είναι απόσπασμα από μια ευρύτερη συνάφεια που αρχίζει στο 10:19 και συνεχίζει ώς το τέλος της Επιστολής. Ο συγγραφέας προσπαθεί να ενισχύσει τους παραλήπτες της επιστολής, που προφανώς αντιμετωπίζουν προβλήματα εξαιτίας της πίστης τους, προτρέποντας και διαβεβαιώνοντας: «Ας μένουμε σταθεροί στην ελπίδα που ομολογούμε, γιατί εκείνος που έδωσε τις υποσχέσεις κρατάει το λόγο του» (10:23). Για να υποστηρίξει, μάλιστα, την επιχειρηματολογία του, προβάλλει τις ηρωικές μορφές των ανθρώπων που με την πίστη τους κατόρθωσαν να ξεπεράσουν τις αδιέξοδες καταστάσεις με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι. Ενδιαφέρον όμως στην προκειμένη περίπτωση έχει η διαπίστωση ότι δεν προβάλλονται μόνον επιτυχίες των ανθρώπων του παρελθόντος (11:24-35) αλλά και αποτυχίες (11:36-38), αφού κάποιοι «παρά την καλή μαρτυρία της πίστης τους, δεν πήραν ό,τι τους υποσχέθηκε ο Θεός» (11:39).

Η διαπίστωση αυτή προκαλεί εντύπωση, καθώς ο απόστολος αποδίδει τον ίδιο έπαινο τόσο σ᾽ εκείνους που με την πίστη τους κατόρθωσαν να βγουν νικητές απέναντι στις δυσκολίες όσο και σ᾽ εκείνους που, παρά την πίστη τους ή και εξαιτίας της πίστης τους, έζησαν βασανισμένοι και οδηγήθηκαν ακόμα και στον θάνατο. Έτσι προκύπτουν δύο, σε πρώτη προσέγγιση, εντελώς αντιφατικές μεταξύ τους εικόνες· μία εικόνα θριάμβου, όπου οι άνθρωποι της πίστης εμφανίζονται να βγαίνουν πάντοτε νικητές ακόμα και απέναντι στον θάνατο, και μία εικόνα αποτυχίας, όπου οι άνθρωποι της πίστης εμφανίζονται να υποφέρουν όλα τα δεινά του κόσμου. Η αντίφαση προκύπτει από τον σύγχρονο τρόπο σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο στόχος του ανθρώπου είναι η επιτυχία στη ζωή, διαφορετικά θεωρείται αποτυχημένος. Όμως για τον απόστολο αυτό που έχει σημασία δεν είναι η επιτυχία ή η αποτυχία, αλλά η σταθερή προσήλωση προς τον αληθινό στόχο που είναι ο Χριστός. Αυτό σημαίνει ότι στόχος του χριστιανού δεν είναι να εκμεταλλευτεί τις περιστάσεις για να επιλέξει τον δρόμο του στη ζωή, αλλά να παραμείνει σταθερός στην πίστη του ανεξάρτητα από τις περιστάσεις. Είναι ένας τρόπος ζωής που ο απόστολος Παύλος περιγράφει πολύ παραστατικά στην Πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολή του: «Εγώ έμαθα να αρκούμαι σε όσα έχω. Μπορώ να ζήσω και με στερήσεις και με αφθονία· έχω μάθει ν’ αντιμετωπίζω κάθε φορά οποιαδήποτε κατάσταση: και να είμαι χορτάτος και να πεινώ· και να έχω περίσσευμα και να στερούμαι. Όλα τα μπορώ χάρη στο Χριστό που με δυναμώνει» (4:11-13). Πρόκειται για τη δύναμη που οι ιδιαίτερα τιμώμενοι αυτή την Κυριακή άγιοι Τρεις Παίδες επέδειξαν όταν αποφάσισαν να μπουν στο πυρακτωμένο καμίνι, χωρίς να γνωρίζουν αν τελικά ο Θεός θα παρέμβει για να τους σώσει. Η χριστιανική πίστη δεν στηρίζεται στη βεβαιότητα της ατομικής επιτυχίας στον αγώνα που αναλαμβάνει κανείς, αλλά στη βεβαιότητα ότι ο Θεός θα τηρήσει τις υποσχέσεις του ακόμα και όταν το παρόν θέτει υπό αμφισβήτηση τις υποσχέσεις αυτές.

Η επιλογή της συγκεκριμένης περικοπής ως αναγνώσματος της παραμονής των Χριστουγέννων λειτουργεί ως μια προειδοποίηση ότι η μετοχή στον νέο λαό του Θεού που αρχίζει να δημιουργείται με τη γέννηση του Χριστού δεν διασφαλίζει για κάποιον την ατομική του σωτηρία, αλλά προϋποθέτει τη συμπόρευση όλων προς τον κοινό στόχο που είναι η μετατροπή του κόσμου σε Βασιλεία του Θεού.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: