Πιστεύω Κύριε!

Αρχιμανδρίτης Δημήτριος Πολιτάκης
Αρχιμανδρίτης Δημήτριος Πολιτάκης
Ο Αρχιμανδρίτης Δημήτριος Πολιτάκης είναι ιεροκήρυκας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης

Του ιδίου:

Στο σημερινό Ευαγγελικό κείμενο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης κάνει λόγο για ένα θαυμαστό γεγονός που γίνεται αφετηρία της αληθινής θεραπείας και της σωτηρίας ενός βασανισμένου ανθρώπου.

Ο Ιωάννης αναφέρεται με γλαφυρό τρόπο στη θεραπεία ενός ανθρώπου που γεννήθηκε τυφλός, μια θεραπεία θαυματουργική την οποίαν πραγματοποίησε ο Κύριος Ιησούς Χριστός.

Με τη θεραπεία του τυφλού ο Κύριος επιθυμεί να ελέγξει τους υποκριτές Φαρισαίους που έχουν θέσει στο κοινωνικό και θρησκευτικό περιθώριο, όχι μόνο τον τυφλό συνάνθρωπό τους, αλλά και όλους τους άτεκνους, τους ασθενείς, τους λεπρούς, τους φτωχούς και όλους εκείνους τους οποίους κατηγορούν ως αμαρτωλούς και τιμωρημένους από το Θεό.

Οι Μαθητές θέλουν να μάθουν την αιτία της ασθένειας του τυφλού ανθρώπου και ρωτούν το Διδάσκαλό τους: «Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;» με τον Χριστό να τους απαντάει: «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ».

Ο Κύριος λέει στους Μαθητές ότι ο άνθρωπος αυτός έχει κληθεί να υπάρξει όργανο της Θείας Οικονομίας με σκοπό να φανερωθεί στους ανθρώπους ποιος είναι ο αληθινός Θεός, άρα αιτία της τύφλωσής του δεν είναι κάποια αμαρτία που έχει διαπράξει ο ίδιος ή οι γονείς του, άλλωστε οι ασθένειες δεν είναι αποτέλεσμα μόνο των αμαρτιών του ανθρώπου αλλά και συνέπειες της φύσης του καθενός.

Ο Κύριος στέκεται μπροστά στον τυφλό, σκύβει και παίρνει χώμα από τη γη και το ανακατεύει με το σάλιο Του, όπως τότε που έπλασε τον άνθρωπο. Έπειτα, τοποθετεί τον πηλό που έφτιαξε πάνω στις ανύπαρκτες οφθαλμικές κόγχες του ανθρώπου και με αυτήν τη θαυματουργική πράξη χαρίζει το φως των οφθαλμών στο δυστυχισμένο άνθρωπο, αφού πρώτα τον στέλνει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ.

Το θαύμα γίνεται και ο πρώην τυφλός, χαρούμενος πλέον, λέει σε όλους ότι θεραπεύτηκε από έναν άνθρωπο που ονομάζεται Ιησούς: «ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα» και αυτό το γεγονός προκαλεί μεγάλο θαυμασμό, αλλά και κάποια αναστάτωση στο λαό, αφού όλοι γνώριζαν τον άνθρωπο ως τυφλό.

Αυτό το γεγονός δεν πέρασε απαρατήρητο. Αυτή η θαυματουργική παρέμβαση του Κυρίου τάραξε τους «σχολαστικούς» Φαρισαίους, οι οποίοι δεν πίστεψαν στη μαρτυρία του θεραπευμένου νέου, γιʼ αυτό και άρχισαν να ταλαιπωρούν και να βασανίζουν τους γονείς του τυφλού με ερωτήσεις εκβιαστικές και πιεστικές: «ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;».

Οι τυπολάτρες και απάνθρωποι Φαρισαίοι ενοχλήθηκαν που ο Χριστός έφτιαξε πηλό την ημέρα του Σαββάτου για να αλείψει τα μάτια του τυφλού και αμέσως άρχισαν να Τον κατηγορούν ως ιερόσυλο και παραβάτη του Μωσαϊκού Νόμου, αφού αυτή η πράξη δεν επιτρέπεται αυτήν την ημέρα.

Οι «θρησκευτικά συνεπείς» Φαρισαίοι ασχολούνται υπερβολικά με το γεγονός της κατάλυσης της αργίας του Σαββάτου. Δυστυχώς εμμένουν πεισματικά στον τύπο και όχι στην ουσία, στη λογική ερμηνεία και όχι στο θαύμα του Θεού το οποίο δε μπορούν να δουν εξαιτίας της σκληρής καρδιάς τους.

Η σκληροκαρδία των Φαρισαίων, ο φθόνος, η ζήλεια και το μίσος που νιώθουν κατά του Ιησού τους οδηγεί να εφαρμόσουν τη γνωστή σε αυτούς μέθοδο της σκευωρίας, δηλαδή της δημιουργίας χαλκευμένων κατηγοριών: «τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ» και «πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν;».

Οι γονείς του τυφλού βρίσκονται σε δύσκολη θέση. Φοβούνται να ομολογήσουν Εκείνον που χάρισε το φως των ματιών στο παιδί τους γιατί απειλούνται από τους επικίνδυνους Φαρισαίους και δεν επιθυμούν να αποδοκιμασθούν, να αποκηρυχθούν και να εκδιωχθούν από τη συναγωγή: «ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται».

Οι τρομαγμένοι γονείς του πρώην τυφλού, δυστυχώς, συμβαδίζουν με το άδικο και αμαρτωλό σύστημα της εποχής τους και παραμένουν αδιάφοροι ενώπιον της μεγάλης ευεργεσίας του Θεού: «Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε».

Ο τυφλός κερδίζει το αισθητό φως αφού πρώτα έχει καταφέρει να ατενίσει το νοητό φως του Χριστού. Ο τυφλός αποδεικνύεται πάμφωτος πνευματικά και ο Χριστός εισέρχεται μέσα του και τον ενδυναμώνει στην πίστη την οποίαν ομολογεί: «πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ».

Ο Κύριος ως «Φως του κόσμου» φωτίζει τα μάτια του σώματος και της ψυχής του ανθρώπου.

Ο Χριστός διδάσκει με τη φιλανθρωπία Του και καυτηριάζει με την έμπρακτη αγάπη Του την τυπολατρία και τις μισάνθρωπες θεωρίες και αντιλήψεις της κοινωνίας.

Αγαπητοί μου.

Οι άνθρωποι τις περισσότερες φορές ζητούμε αποδείξεις για να πιστέψουμε στη δύναμη του Θεού.

Οι άνθρωποι θέλουμε να δούμε, να ακούσουμε, να αγγίξουμε με τα χέρια μας, όπως ο Απόστολος Θωμάς: «ἐάν μή ἴδω ἐν ταῖς χερσίν αὐτοῦ τόν τύπον τῶν ἥλων, καί βάλω τόν δάκτυλόν μου εἰς τόν τύπον τῶν ἥλων, καί βάλω τήν χεῖρά μου εἰς τήν πλευράν αὐτοῦ, οὐ μή πιστεύσω».

Οι άνθρωποι θέλουμε να διαπιστώσουμε με τα αισθητά μάτια μας, ενώ τα νοητά είναι ερμητικά κλειστά.

Ο Θεός όμως τις περισσότερες φορές αποκρίνεται με τη σιωπή, την «ιερή και ηχηρή σιωπή».

Ο Θεός φανερώνεται με το δικό Του μοναδικό τρόπο που ίσως δε μπορούμε να κατανοήσουμε αφού δε συζητάει με την ανθρώπινη λογική.

Ο Θεός είναι πέρα και πάνω από όλα.

Σήμερα ο Κύριος ρωτάει και πάλι, όχι μόνο τον τυφλό, αλλά και όλους εμάς: «πιστεύεις;».

Άραγε, εμείς πότε Τον είδαμε για να πιστέψουμε στη δύναμή Του; Πότε ακούσαμε τα λόγια Του; Πότε ψηλαφήσαμε το Σταυρωμένο και Αναστημένο Άχραντο Σώμα Του; Σε ποιο μέρος Τον συναντήσαμε; Και όμως…

Ο Θεός είναι πάντοτε δίπλα μας. Συνοδοιπόρος και συνεργάτης στην κατά Χριστό πορεία μας… αθόρυβος και σιωπηλός.

Ο Θεός είναι πάντοτε κοντά μας και προσφέρεται ως Χάρη και Δωρεά, δια των Μυστηρίων Του, μέσα στην «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» που είναι η Αγία Εκκλησία Του.

Μέσα σε αυτήν την «κολυμβήθρα», την Εκκλησία Του, βιώνουμε την πραγματική αναγέννηση, τη θεραπεία και τη σωτηρία μας, αρκεί να έχουμε απόλυτη πίστη και εμπιστοσύνη στο Χριστό, ταπείνωση όπως ο Χριστός, αγάπη όπως ο Χριστός, διάκριση όπως ο Χριστός.

Γιʼ αυτό, αν ποτέ ερωτηθούμε, ας απαντήσουμε δίχως περιστροφές… «πιστεύω, Κύριε!». 

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ