Ξεκάθαρη θέση απέναντι σε δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για δήθεν «παράνομη» διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών παίρνει το Πατριαρχείο Ρουμανίας.
Με επίσημη ανακοίνωσή της, η ρουμανική Εκκλησία αποσαφηνίζει το νομικό πλαίσιο, τονίζοντας πως η θρησκευτική εκπαίδευση αποτελεί κατοχυρωμένο συνταγματικό δικαίωμα και αναπόσπαστο κομμάτι του εκπαιδευτικού συστήματος, όπως συμβαίνει στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών.
Το Πατριαρχείο επικαλείται το άρθρο 32 του Συντάγματος της Ρουμανίας και την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπογραμμίζοντας ότι το κράτος εγγυάται την ελευθερία της θρησκευτικής εκπαίδευσης σύμφωνα με τις απαιτήσεις κάθε δόγματος.
Η συμμετοχή των μαθητών δεν είναι αυθαίρετη, αλλά ρυθμίζεται από τον Νόμο για την Προπανεπιστημιακή Εκπαίδευση, αποτελώντας μέρος του βασικού κορμού των σχολικών προγραμμάτων.
Όσον αφορά τη διαδικασία συμμετοχής, διευκρινίζεται ότι η εγγραφή στο μάθημα γίνεται κατόπιν γραπτής αίτησης των γονέων ή των ενήλικων μαθητών και καταχωρείται στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Παιδείας.
Η δήλωση αυτή παραμένει σε ισχύ για όλη τη διάρκεια της φοίτησης, εκτός αν υπάρξει αίτηση αλλαγής της επιλογής, διασφαλίζοντας έτσι τόσο το δικαίωμα στη θρησκευτική αγωγή όσο και την ελευθερία της συνείδησης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο ζήτημα της βαθμολόγησης. Το Πατριαρχείο Ρουμανίας υποστηρίζει πως η αξιολόγηση είναι συστατικό στοιχείο κάθε σχολικού μαθήματος και η απουσία της θα συνιστούσε υποβάθμιση του κύρους του.
Όπως επισημαίνεται, ο βαθμός λειτουργεί ως κίνητρο μάθησης και επιβράβευση της προσπάθειας των μαθητών στην κατάκτηση γνώσεων και τη διαμόρφωση ήθους, θέση που έχει επικυρωθεί και από το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας.
Υπενθυμίζοντας την ιστορική παράδοση, όπου τα Θρησκευτικά κατείχαν την πρώτη θέση στον κατάλογο πριν από το κομμουνιστικό καθεστώς, η ανακοίνωση παραθέτει τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε., όπως η Αυστρία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ιρλανδία, το μάθημα διδάσκεται ομολογιακά για μία ή δύο ώρες την εβδομάδα.
Σύμφωνα με την Εκκλησία, το μάθημα συμβάλλει στη διαμόρφωση της προσωπικής ταυτότητας και την ψυχική υγεία, γεγονός που αποδεικνύεται από τη μαζική συμμετοχή των μαθητών που επιλέγουν να το παρακολουθήσουν.



