Η απόφαση της ΔΙΣ για τον τρόπο εορτασμού του φετινού Πάσχα ήταν αναμενόμενο ότι θα προκαλούσε το δημόσιο διάλογο. Μέχρι τώρα διατυπώθηκαν θέσεις ποιμαντικά ωφέλιμες (αναφέρω για παράδειγμα το κείμενο του μητροπολίτη Εδέσσης Ιωήλ), αλλά και θέσεις που εκφράστηκαν με επικριτικό λόγο, σε ένα πνεύμα που εγγίζει τα όρια της «ιδεολογικής» αντιπαράθεσης, έχοντας αιχμή του δόρατος κατά το πλείστον τους ιερούς κανόνες.

Από την ιστορία των λειτουργικών ερίδων, γνωρίζουμε ότι τέτοιες συζητήσεις συνήθως ήταν ζωηρές και ότι κάποιες φορές κατέληγαν στην ακρότητα που δοκίμαζε την εκκλησιαστική ενότητα. Αρκεί να θυμηθούμε εδώ π.χ. την περί του φθαρτού και αφθάρτου των Ευχαριστιακών Δώρων, που δίχασε την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης προς το τέλος του 12ου αι., αλλά και τη γνωστότερη στους πολλούς έριδα περί της συχνότητας μετοχής στη θεία Ευχαριστία, που ταλαιπώρησε τον Άθωνα κατά το β΄ μισό του 18ου αι. Ανάλογα προβλήματα προκάλεσε και μία άλλη διένεξη, λιγότερο γνωστή, που ενέπλεξε τους αγιορείτες μοναχούς σε σχολαστικές συζητήσεις στα μέσα του 17ου αι., περί του ποία είναι τα δεξιά του Ευχαριστιακού Αμνού για να τοποθετηθούν οι μερίδες· τα κατενώπιον του λειτουργού ιερέως ή τα κατενώπιον του Αμνού;

Τέτοιοι σχολαστικοί προβληματισμοί τις περισσότερες φορές εγκλωβίζουν τη δημιουργική θεολογική σκέψη. Εξάλλου, είναι επιβεβαιωμένο από τη λειτουργική πράξη ότι η καλή γνώση των ιστορικών και θεολογικών πηγών βοηθά στην αποτελεσματική αντιμετώπιση των λειτουργικών προβλημάτων, σε ένα πνεύμα γόνιμου διαλόγου. Με αυτό το δεδομένο ως αφετηρία, θα καταθέσω κάποιες πληροφορίες και θέσεις σε έναν  δημόσιο διάλογο, που φαίνεται ότι ήδη περατώθηκε. Όμως θεώρησα ότι είναι καλό οι πληροφορίες που εδώ ανθολογούνται να δημοσιευτούν, κυρίως για να δοθεί αφορμή για τη συστηματικότερη μέλετη της λειτουργικής πράξης που σχετίζεται με την ακολουθία του Πάσχα.

1. Πρίν προχωρήσω στην επιλεκτική καταγραφή των πληροφοριών, είναι πρέπον να θυμηθούμε τη θέση που διατύπωσε ο πρώτος μετά την Άλωση της Πόλης πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος ως προς τη «λεπτολόγηση» της λειτουργικής τάξης και συναφώς ως προς τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της οικονομίας. «Πληροφορούμεν δε υμάς και άλλο τι καθολικώτερον ως από Θεού του φωτίζοντος τας των ανθρώπων καρδίας. Γινώσκετε τοίνυν ότι η λεπτολογία της ευταξίας εν τοις μυστηρίοις της Εκκλησίας και τη αρχιερωσύνη και ταις θυσίαις και ταις ψαλμωδίαις και ταις εορταίς και τη μοναχική πολιτεία και εν πάσιν απλώς ουκ ην απ’ αρχής του χριστιανισμού, αλλ’ ύστερον γέγονε· ήρξατο γάρ από τον καιρόν του μεγάλου βασιλέως Κωνσταντίνου, εξότου και αι οικουμενικαί ήρξαντο σύνοδοι· η δε σοφία και επιμέλεια των επιτρόπων της Εκκλησίας την τοιαύτην λεπτολογίαν επλήρωσεν· προ δε του μεγάλου βασιλέως Κωνσταντίνου, χρόνοις τριακοσίοις και οκτωκαίδεκα από της οικονομίας του Κυρίου ημών, απλότητα είχεν εν πάσιν ο χριστιανισμός και ποικιλίαν τοσαύτην … Και νυν (δηλαδή στα χρόνια που ακολούθησαν την Άλωση) ο χριστιανισμός όμοιός εστιν τω προ του Κωνσταντίνου· ούτε γάρ βασιλείαν έχομεν νυν, ούτε Εκκλησίαν ελευθέραν, ούτε παρρησίαν ως ουδέ τότε· η δε λεπτολογία τότε μέν ούπω ην ευρημένη, νυν δε ένι εν τοις βιβλίοις …».

Παρά το γεγονός ότι ο πατριάρχης παραδέχεται ότι υπάρχει η «λεπτολογία», ομολογεί όμως ότι αυτή είναι καταγεγραμμένη μόνο στα βιβλία. Έτσι αποδέχεται ότι η εμπερίστατη κατάσταση που δημιούργησε η αιχμαλωσία στους Τούρκους δεν επιτρέπει τη «λεπτολόγηση», δηλαδή την πιστή εφαρμογή της λειτουργικής τάξης, και γι’ αυτό συνιστά την αποφυγή οποιασδήποτε ανέρειστης ενστάσεως, ίδιως όταν αυτή προκαλεί την ταραχή. «Αλλ’ ου διά τούτο δει αθυμείν υμάς ή απογινώσκειν ή διότι ούχ ευρίσκομεν νυν την λεπτολογουμένην ακρίβειαν, ταράττεσθαι και άλλους ταράττειν…». Είναι προφανές ότι μέσα από τις γραμμές του σοφού θεολόγου και πατριάρχη  η «λεπτολόγηση» των διατάξεων για την εφαρμογή της ακρίβειας ή μη συναρτάται με τις καταστάσεις των καιρών.

Ο πατριάρχης είχε τον ρεαλισμό να παραδεχθεί το ποιμαντικά τελέσφορο, έτσι όπως αυτό επιτυγχάνεται με την οικονομία. Σε αυτή την περίπτωση η επιλογή της οικονομίας είναι προφανές ότι προς καιρόν παρακάμπτει, για συγκεκριμένη ανάγκη, το γράμμα των κανόνων.

2. Έρχομαι τώρα στο προκείμενο ζήτημα που δημιουργήθηκε με την απόφαση της ΔΙΣ. Οι ερευνητές της λατρείας γνωρίζουν καλύτερα από μένα ότι η πασχάλιος ακολουθία στην πορεία του χρόνου δέχθηκε σημαντικές εξελίξεις, για να καταλήξει στη σήμερα γνωστή, η οποία «λεπτολογούμενη» αφήνει αρκετά περιθώρια προβληματισμού για τις ενδεδειγμένες εντέλει λειτουργικές επιλογές, κάποιες από τις οποίες υπαγορεύτηκαν από τις ποιμαντικές απαιτήσεις. Μέσα στο πλαίσιο της ιστορικής εξέλιξης,  θα πρέπει το ευρύ κοινό, που κατά το πλείστον αγνοεί την ιστορία της λατρείας, να πληροφορηθεί ότι για πολλούς αιώνες η πασχάλιος Λειτουργία ήταν αυτή του Μεγάλου Βασιλείου, την οποία σήμερα τελούμε το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Τότε όμως άρχιζε κατά τις εσπερινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, τη δεκάτη ή την ενδεκάτη ώρα, σύμφωνα με το βυζαντινό ωρολόγιο (με τα σημερινά δεδομένα μέτρησης του χρόνου στις 4 ή 5 το απόγευμα), για να ολοκληρωθεί περί την τρίτη ώρα της νυκτός (περί την 9η μ.μ.), δηλαδή λίγο νωρίτερα από ότι τελέσαμε εφέτος την πασχάλιο Λειτουργία. Οι πιστοί προσέρχονταν από το πρωί στους ναούς, παραμένοντας εκεί προσευχόμενοι και απολύτως νηστικοί καθ΄όλη την ημέρα, ενώ παράλληλα η Εκκλησία προετοιμαζόταν για τις βαπτίσεις των νέων μελών της.

Στην ίδια Λειτουργία κοινωνούσαν για πρώτη φορά οι πιστοί μαζί με τους νεοφώτιστους, ενώ μετά την απόλυση της θείας Λειτουργίας εγεύονταν λίγη μόνο τροφή (ψωμί, φρούτα, κρασί). Οι ώρες της πασχάλιας Λειτουργίας και της περιορισμένης απονηστείας ίσχυαν και στη λειτουργική τάξη των μοναστηρίων. Ο Νίκων του Μαύρου Όρους (περί το 1025 – αρχές 12ου αι.) –  ένα πρόσωπο που γνώριζε πολύ καλά τις διατάξεις των παλαιοτέρων λειτουργικών τυπικών αλλά και της εποχής του, ήταν δηλαδή ένας περιδέξιος ερευνητής των λειτουργικών πηγών –  μας πληροφορεί ότι, «Τέως τα συναξάρια, ήτοι τα τυπικά των μεγάλων μοναστηρίων, των τε Στουδίου και των Ιεροσολύμων και του Αγίου Όρους, έως τρίτης ώρας της νυκτός του Μεγάλου Σαββάτου την ακολουθίαν λέγουσιν τελειούσθαι, και ούτως ουδέν έτερον, αλλά μόνον άρτον και οπώρας και οίνον (εσθίουσιν), διά το μη φθάνειν τας αποστολικάς και κανονικάς ώρας».

Μετά τη μετοχή στη θεία Ευχαριστία και την απόλυση της θείας Λειτουργίας, οι πιστοί συνέχιζαν να παραμένουν εντός ναού μέχρι την ώρα που κατά την παράδοση αναστήθηκε ο Χριστός, όπως αναφέρεται από τους Ευαγγελιστές, δηλαδή μέχρι την ώρα του «οψέ Σαββάτων», ή του «όρθρου βαθέος» (περί την εβδόμη ώρα της νυκτός), για να τελεστεί στη συνέχεια η ακολουθία της Αναστάσεως, στην οποία για πρώτη φορά θα ψαλλόταν το Χριστός ανέστη. Ο Νίκων επίσης, δίνει ακόμη μια σημαντική πληροφορία ότι, «Αγρυπνίαν ταύτη τη Κυριακή ουκ ώρισαν οι πατέρες, άλλ’ έως αν μεταλάβωσι μόνον και η Ανάστασις γένηται, έως τότε αι νηστείαι και τα λοιπά, επέκεινα δε μηκέτι».

3. Η παραπάνω λειτουργική τάξη άρχισε να περιπλέκεται από τη στιγμή που εισήχθη δεύτερη Λειτουργία το πρωί της Κυριακής του Πάσχα. Ο Νίκων πάλι αναφέρει τα εξής: «… τα αρχαία συναξάρια και αυτά τα γενόμενα ύστερον από τας ημέρας Κωνσταντίνου βασιλέως του Πορφυρογεννήτου (904-959) και την ώδε και απλώς αφού τα αρχαία έθη παρέδραμον και ουκέτι μία η λειτουργία του Πάσχα εν τη νυκτί του Σαββάτου τελείται, κατά τον τύπον των αρχαίων, ως δοκούσιν τινές…».

Στη συνέχεια ο Νίκων παραδέχεται ότι στις μέρες του επικράτησε αυτό που υιοθέτησαν τα τυπικά, έτσι όπως καθορίστηκαν από τον λειτουργικό φορμαλισμό που συντελέστηκε στην εποχή του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου. «Εγώ όμως ουκ οίδα, αλλά η ακολουθία του Μεγάλου Σαββάτου και η Λειτουργία κεχωρισμένη γίνεται και πάλιν επί την αύριον κεχωρισμένη η Λειτουργία της μεγάλης Κυριακής γίνεται». Πλέον δεν έχουμε μία Λειτουργία, αλλά δύο, οπότε με την πάροδο του χρόνου διαμορφώθηκε ο προβληματισμός ποία από τις δύο Λειτουργίες είναι η πασχάλια.

4. Όσα αναφέρει ο Νίκων, σε μία πιο εξελιγμένη μορφή επιβεβαιώνονται από τον σπουδαίο βυζαντινό κανονολόγο πατριάρχη Αντιοχείας Θεόδωρο Βαλσαμώνα, έναν περίπου αιώνα μεταγενέστερα, σε μία πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία που καταθέτει στο σχόλιο του στον 89 κανόνα της Πενθέκτης. «Διά γάρ τούτο και οι ευλαβέστεροι δι’ όλου του Σαββάτου και μέχρις ώρας έκτης της νυκτός εν ταις εκκλησίαις προσεδρεύουσιν· και  κατά την έκτην ώραν των θείων αγιασμάτων μεταλαμβάνοντες, άπτονται άρτου και ύδατος, ίσως δε και οίνου πάντι μετρίου· κατά δε την εβδόμην ώραν, ακούοντες της εωθινής υμνωδίας, ότε και το Χριστός ανέστη εκφωνείται, υποστρέφουσιν εις τας κατοικίας αυτών, την της Μεγάλης Κυριακής ιεροτελεστίαν αναμένοντες».

5. Οι δύο Λειτουργίες, στη μετεξέλιξη της πράξης, δημιούργησαν την ανάγκη να προσδιοριστεί το περιεχόμενό τους. Έτσι, υιοθετήθηκε πλέον ένας λειτουργικός «νεολογισμός» περί «πρώτης» και «δεύτερης» Ανάστασης. Όμως μία τέτοια διάκριση δεν θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί από την αντίστοιχη εορτολογική πράξη άλλων μεγάλων δεσποτικών εορτών, για παράδειγμα δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή μία αντίστοιχη ορολογία για «πρώτη» και «δεύτερη» γέννηση του Χριστού ή για «πρώτα» ή «δεύτερα» Θεοφάνεια. Πάντως η «πρώτη» Ανάσταση είναι αυτή που διακηρύσσει τον χαρακτήρα της εορτής.

Αρκεί εδώ να θυμηθούμε ότι τα βιβλικά αναγνώσματα, δηλαδή ο Απόστολος «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθημεν…» (Ρωμ. 6, 3-11) κα το Ευαγγέλιο «Οψέ Σαββάτων …» (Ματθ. 28, 1-20) είναι αυτά που αναφέρονται στο περιεχόμενο της εορτής, δηλαδή στις βαπτίσεις των κατηχουμένων και στην Ανάσταση. Αντίθετα τα αναγνώσματα της Κυριακής του Πάσχα (Πράξ. 1, 1-8 και Ιωάν. 1, 1-17) είναι απομακρυσμένα απο τα γεγονότα της εορτής. Ουσιαστικά πρόκειται για τα αναγνώσματα της πρώτης Λειτουργίας μετά τη Λειτουργία της Ανάστασης. Οι «λεπτολογούντες» θα μπορούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση να σχολιάσουν το ιδιότυπο της λειτουργικής πράξης. Παρά ταύτα δέχονται παθητικά αυτό που διαμορφώθηκε στην ιστορία.  Επίσης το λειτουργικό αισθητήριο κατανοεί ότι στη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου εξαγγέλεται έντονα η θριαμβευτική νίκη του αναστάντος Κυρίου κατά του θανάτου.

6. Ο Νίκων, ζώντας στα μοναστικά κέντρα της Αντιόχειας, λάμβανε εύκολα τον απόηχο από τη λειτουργική τάξη των Ιεροσολύμων, κυρίως από αυτήν του ναού της Αναστάσεως. Γνώριζε πολύ καλά ότι η λειτουργική τάξη του συγκεκριμένου ναού ήταν σημείο αναφοράς για τον χριστιανικό κόσμο. Επικαλούμενος ένα κείμενο, που αποδίδεται στον Αναστάσιο Σιναΐτη, αποδέχεται ότι στον συγκεκριμένο ναό η θεία Λειτουργία θα πρέπει να προηγείται χρονικά όλων των άλλων Λειτουργιών που τελούνται στις εκκλησίες του Χριστού.

Σύμφωνα με τον Αναστάσιο Σιναΐτη, ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Ζαχαρίας (609-632) «εθεάσατο εν οράσει … τους αγίους αγγέλους εισκομίζοντας τας των αγίων εκκλησιών τας θείας Λειτουργίας και πως έξωθεν ισταμένους και εκδεχομένους και ως τινάς διαλεγομένους περί την αιτίαν της αναμονής. Εκείνοι έφησαν ότι τον άγγελον εκδεχόμεθα της αγίας Αναστάσεως, έως εκείνος έλθη, ημείς τας θείας εισκομίζομεν Λειτουργίας, αυτός εστίν ο εισκομίζων πρώτος, και έκτοτε ετυπώθη ίνα η Λειτουργία της αγίας Αναστάσεως της Κυριακής ταχύτερον τελείται, ίνα μη αναμένουσιν, φησίν, οι θείοι άγγελοι την θείαν μυσταγωγίαν της αγίας Αναστάσεως».

Σε αυτήν την πραγματικότητα της λειτουργικής τάξης των Ιεροσολύμων, στην εποχή του Νίκωνα, υπεισέρχεται και ένας άλλος παράγοντας, αυτή τη φορά εξωγενής,  που επέβαλλε την απαίτηση να επισπεύδεται χρονικά η Λειτουργία και ειδικότερα η πασχάλιος ακολουθία. Αυτός ήταν η απειλή από την πλευρά των Τούρκων κατακτητών των Ιεροσολύμων, οι οποίοι έβρισκαν το σκοτάδι της νύκτας απολύτως βοηθητικό, για να επιδίδονται σε σφαγή χριστιανών.

«Το δε της αγίας πόλεως οικονομηθέν ουδέ συμβάλλεται προς το κοινόν παντός του κόσμου και ου χρη τούτο μιμείσθαι. Ημείς τέως ορώμεν το κρατούν έθνος εκεί πως μετά πάσης εξουσίας και τυραννικής και επιφόβου απειλής εν εκείνη τη ημέρα εν τη αγία Αναστάσει με τα ξίφη πολεμικά επέρχονται σκοπόν τέως έχοντες, ως νομίζω, ότι, εί μη το άγιο φώς τότε κατέλθη, άρδην πάντας τους χριστιανούς απωλέσουσι˙ ούτως γάρ λέγουσι οι εκεί κατοικούντες. Όμως οι εκεί εντυγχάνοντες μαρτυρούσι πόσος φόβος και τρόμος εν τοις χριστιανοίς τότε γίνεται και συν γυναιξί και νηπίοις και το παν του λαού από παντός τόπου και χώρας το, Κύριε ελέησον κράζοντες, εκδεχόμενοι το έλεος και την δόξαν του Κυρίου δια την αυτών σωτηρίαν και την των απίστων πληροφορίαν, έως ού το άγιον φώς εκεισε κατέλθη, και όμως ού παντοτε εις ένα καιρόν κατέρχεται, αλλά χρονον κατέρχεται βραδύτερον και χρόνον κατέρχεται ταχύτερον, και άμα κατέλθη, ευθύς άρχεται η ακολουθία και απαλλάσσονται της ελπιζομένης μιαιφονίας και αδίκου κινδύνου».

Στην ακολουθία για την αφή του αγίου φωτός κεντρική θέση είχε η ψαλμωδία του επιλύχνιου ύμνου, «Φως ιλαρόν …», ο οποίος, όπως δηλώνεται στο χειρόγραφο Taurinensis 49 του 11ου αιώνα, καθιερώθηκε να ψάλλεται στην Εκκλησία, λόγω της συγκεκριμένης πράξης στον ναό της Αναστάσεως. Με βάση το παραπάνω παράθεμα, είναι προφανές ότι η απειλή των Τούρκων συνέβαλλε στην ανάγκη να εφαρμοστεί η οικονομία για την παράκαμψη της ώρας που προβλέπεται από τους κανόνες.

7. Ο Νίκων για να αποφύγει τη γενίκευση της πρόωρης τέλεσης της πασχάλιας Λειτουργίας με το φως της ημέρας και στους ναούς του πατριαρχείου Αντιοχείας, με πρόφαση δήθεν την πράξη του ναού της Αναστάσεως, επισημαίνει το ιδιάζον της πράξης του συγκεκριμένου ναού, σύμφωνα και με τη πληροφορία του Αναστασίου Σιναίτη, που ήδη μνημονεύσαμε, αλλά και με την ιδιαίτερη τάξη της αφής του αγίου φωτός που γινόταν εκεί. Πάντως, επειδή  και στην Αντιόχεια αναπτύχθηκε αναλογος προβληματισμός και πάλι λόγω της απειλής από την πλευρά των Τούρκων, οι Αντιοχείς αρχιερείς αποδέχτηκαν επιλεχτικά και εκεί μια πράξη ταχύτερης τέλεσης της πασχάλιας Λειτουργίας, ύπο την προϋπόθεση ότι οι πιστοί, μετά την απόλυσή της, δεν θα κατέλυαν τη νηστεία, παρά μόνο μέχρι την ώρα που προβλέπεται  από τον κανόνα 89 της Πενθέκτης. «Ημείς δε ώδε εις την Θεοτόκον εις το Ροϊδιον έγραψά μας και εκ την καθολικήν Εκκλησίαν, ήτοι του Πατριαρχείου, και όμως εξισώσαμεν την ώραν και εσημάναμεν άμα τω δύναι τον ήλιον, απολύσαμεν πλήρωμα γ΄ώρα της νυκτός και πάλιν ουδέ τούτο αφ’ εαυτού εποιήσαμεν, αλλά σύγγραμμα εις τούτο ευρέθη, και ούκ εφάγαμεν, ει μη καθώς τα τυπικά των μεγάλων μοναστηρίων γράφουν, άρτον και οπώρας και οίνον ολίγον, δια το μη φθάνειν τας κανονικάς και αποστολικάς νενομοθετημένας ώρας».

8. Θέλω να υπογραμμίσω την ποιμαντική ευαισθησία των τότε αρχιερέων για την προστασία της ζωής των πιστών από την απειλή των Τούρκων. Ασφαλώς εκείνοι οι αρχιερείς δεν προέκριναν την οικονομία για την ταχύτερη τέλεση της πασχάλιας ακολουθίας, γιατί «εφοβούντο τη ζωούλα τους», αλλά γιατί ήθελαν να συμορφωθούν προς τις επιταγές του κανονικού νομοθέτη, ο οποίος ορίζει αυστηρά επιτίμια για την εκουσιοακούσια πρόκληση θανάτου. Οι κανόνες για μια τέτοια πρόκληση θανάτου, δυστυχώς, παραβλέπονται στις μέρες μας, οπότε ο αόρατος επίβουλος της ζωής των ανθρώπων Covid-19 έχει πλήρως ελεύθερο το πεδίο δράσης. Η επιλεκτική επίκληση των κανόνων από κληρικούς και μη, δυστυχώς, δεν είναι συμβατή με τη σοφία των πατέρων. Και επειδή η πραγματικότητα εύκολα επιβεβαιώνει το έωλο των θέσεων κάποιων, που απολυτοποιούν επιλεκτικά όψεις του θέματος, αυτοί οι ίδιοι στη περίπτωση θανάτου αποσιωπούν την αιτία και κατά συνέπεια αρνούνται την ευθύνη τους, προφανώς για να μην βρεθούν οι ίδιοι τουλάχιστον αντιφάσκοντες. Αυτό όμως δεν είναι υπεύθυνη ποιμαντική στάση ….

9. Ανάμεσα στις πολύτιμες πληροφορίες που καταγράφονται στα κείμενα του Νίκωνα, ιδίως στο Μικρόν Βιβλίον –  μία σπουδαία ανέκδοτη πραγματεία που διασώθηκε στο χειρόγραφο Σινά 436 (441) –  αλλά και στην εκδεδομένη πλέον από τον Christian Hannick, με βάση το ίδιο χειρόγραφο, επιστολή του Εις τον αββά Ιωάννην περί τη του Πάσχα παραλύσει, υπάρχει μια σημαντική πληροφορία που μπορεί να δώσει κάποια απάντηση για τον λόγο της μεταθέσεως της πασχάλιας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου από τις εσπερινές και πρώτες νυχτερινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου στις πρωινές.

Συγκεκριμένα αναφέρει ότι στην εποχή του πολλοί, είτε με πρόφαση την τάξη του ναού της Αναστάσεως («τέως έχουσι το πλήθος του λαού πρόφασιν συναγόμενοι και την λειτουργίαν των Ιεροσολύμων της αγίας Αναστάσεως…»), είτε τον κίνδυνον από την πλευρά των Τούρκων («και την απομήκοθεν οίκησιν από της καθολικής εκκλησίας», οπότε μέχρις ότου φτάσουν στα σπιτια τους ο κίνδυνος των μιαιφονιών ήταν υπαρκτός), είτε λόγω της σαρκικής αδυναμίας που υπαγόρευε την ταχύτερη λύση της νηστείας («Ορώμεν δε το αρτίως γινόμενον ότι οι μεν ώραν θ΄, άλλοι ι΄, άλλοι ια΄, πολλάκις τινές ως δήθεν ακριβωτέρως ποιούντες και ιβ΄απονηστείζονται και την χαρμόσυνον ανάστασιν του Κυρίου απάρχονται … και το φοβερώτερον ευρίσκεται εις πολλούς από πρωί του Σαββάτου γενόμενον»), «εποίουν προλειτουργίας ώδε κακείσεν εν ευκτηρίοις παρ’ ώραν και έλυον τους όρους των αγίων ημερών των μεγάλων». Αυτές όμως ήταν οι κακές απαιτήσεις και επιλογές του ποιμνίου, τις οποίες ήθελε να καταστείλει ο κανονικός νομοθέτης με τον κανόνα 89 της Πενθέκτης.

Πάντως οι ιστορικοί και ποιμαντικοί παράγοντες πρέπει να παραδεχθούμε ότι συνέβαλαν στη μετεξέλιξη εντέλει της πράξης σε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή η αρχαία και «επίσημη» πασχάλια Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου μεταφέρθηκε το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ η «καθημερινή» λειτουργία του Χρυσοστόμου (χρησιμοποιώ τον όρο «καθημερινή», γιατί σε κανόνα που αποδίδεται στον Νικηφόρο Ομολογητή αναφέρεται ότι η συγκεκριμένη Λειτουργία τελείται τη Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο, ενώ του Μεγάλου Βασιλείου κάθε Κυριακή και στις μεγάλες εορτές, ένα ακόμα στοιχείο που μας κατευθύνει να κατανοήσουμε ποια εθεωρείτο τότε η πασχάλια Λειτουργία), από την Κυριακή το πρωί μεταφέρθηκε λίγες ώρες νωρίτερα, για να επισυναφθεί αρχικά με την ακολουθία της Αναστάσεως, που σύμφωνα με το τυπικό του αγίου Σάβα Ιεροσολύμων άρχιζε την εβδόμη  ώρα της νυκτός.

10. Μικρό παιδί στη γενέτειρά μου Κύπρο γνώρισα την πράξη που μόλις ανέφερα, δηλαδή η πασχάλια ακολουθία άρχιζε στις 2 η ώρα το πρωί, για να ολοκληρωθεί περίπου μετά από τρεις ώρες. Αυτή ήταν πράξη γενικευμένη στην κυπριακή ύπαιθρο, πριν επικρατήσει η μάλλον εξ επιρροής της Ελλάδος πράξη να τελείται η αναστάσιμη ακολουθία από την 11η ώρα του Μεγάλου Σαββάτου μέχρι περίπου τη 2α  πρωινή ώρα της Κυριακής του Πάσχα. Προσωπικά θεωρώ ότι η συγκεκριμένη πράξη προσιδιάζει περισσότερο προς τις απαιτήσεις των αστικών κέντρων και σ’ αυτά θα πρέπει να αναζητήσουμε τη γένεσή της.

Αλήθεια πόσο ιστορικό βάθος έχει η σήμερα θεωρούμενη ως ορθή πράξη;  Αλλά και πόσο συμβατή είναι με τη «λεπτολογούμενη» κανονικότητα;

Πάντως θυμάμαι τους απολοϊκούς ανθρώπους του χωριού μου, που είχαν ένα καλό αισθητήριο για τη λατρεία, να υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη νεοφανής για την Κύπρο πράξη δεν είναι συμβατή με την ώρα της Αναστάσεως του Χριστού, καθόσον  η 12η μεσονύκτιος δεν είναι αυτή που αναφέρεται στους Ευαγγελιστές και κατ’ επέκταση στον κανόνα της Πενθέκτης. Και όμως σήμερα πολλοί πιστεύουν, κατά απόλυτο τρόπο, ότι αυτή είναι η ορθή πράξη, με τους ιερείς πολλές φορές να επιμηκύνουν την ψαλμωδία του κανόνα «Κύματι θαλάσσης» και τα υπόλοιπα ψαλμωδήματα, για να περάσουν έστω και ένα λεπτό προς την ημέρα της Κυριακής, έτσι ώστε να αναστήσουν «τριήμερον» τον Χριστόν! Όμως το τριήμερον της Ανάστασης του Χριστού γίνεται εμφανές με βάση την παλαιότερη πράξη που ίσχυε στην κυπριακή ύπαιθρο και αλλού.

11. Στο παράθεμα από το σχόλιο του Βαλσαμώνα στον κανόνα 89 της Πενθέκτης, το οποίο ανέφερα στην παράγραφο 4, αφήνεται να εννοηθεί ότι οι «ευλαβέστεροι» πιστοί, αφού κοινωνούσαν στη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και αφού παρακολουθούσαν την ακολουθία της Αναστάσεως την εβδόμη ώρα της νυκτός, επέστρεφαν στα σπίτια τους και συνέχιζαν να παραμένουν νηστικοί, ίσως για να ξανακοινωνήσουν και στην πρώτη μετά την Ανάσταση του Χριστού Λειτουργία της Διακαινησίμου, δηλαδή σε αυτήν της Κυριακής το πρωί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για τον Βαλσαμώνα η συγκεκριμένη Λειτουργια ανήκει στην επόμενη μέρα, καθότι όπως αναφέρει «η Κυριώνυμος άρχεται από της εβδόμης ώρας της νυκτός της πρό της Κυριακής».

Επιπροσθέτως, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Βαλσαμών ακολουθεί μια παράδοση που θέτει σε άλλη βάση τη μέτρηση των ημερών κατά την Διακαινήσιμο εβδομάδα. Έτσι στο σχόλιό του στον κανόνα 66 της Πενθέκτης υποστηρίζει με έμφαση ότι «Ως μία κυριώνυμος ημέρα λογίζεται κατά πάντα η μετά την αγίαν Ανάστασιν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού τρέχουσα εβδομάς (της Διακαινησίμου)», για να υποστηρίξει ο ίδιος στη συνέχεια «ότι πάντες οι πιστοί οφείλουσιν έν ετοιμοτητι είναι του μεταλαμβάνειν των αγίων μυστηρίων καθ’ εκάστην». Η Διακαινήσιμος, επειδή μπορεί να θεωρηθεί ως η «ογδόη ημέρα», καταργεί τη συμβατικότητα του κοσμικού χρόνου.

12. Ο G. Bertoniere, στην περισπούδαστη μελέτη του, The historical development of the easter vigil and related services in the Greek Church, OCA 193, Ρώμη 1972, επιχειρεί λεπτομερή σχολιασμό της λειτουργικής πράξης του Πάσχα, κυρίως αυτής στον ναό της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και στην Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως. Η συμβολή του αναμφίβολα είναι μεγάλη. Όμως νέα δεδομένα και κυρίως η ανάγκη για την περαιτέρω μελέτη της σχετικής χειρόγραφης γραμματείας προκαλούν τους νεότερους ερευνητές. Όσα εδώ κατατέθηκαν, κυρίως με βάση τον Νίκωνα, είναι τεκμήρια που επιβεβαιώνουν την ανάγκη για μια νέα σφαιρική εξέταση του θέματος.

Χριστός Ανέστη!

O καθηγητής κ. Θεόδωρος Γιάγκου είναι Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ. Διδάσκει Κανονικό Δίκαιο στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας

Ετικέτες: