Με την απόδοση της γιορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού ολοκληρώνεται ο κύκλος των ακολουθιών που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη γιορτή. Κατά αναλογία προς τις μεγάλες ισραηλιτικές γιορτές που διαρκούσαν οκτώ ημέρες (Πάσχα: Εξο 12:15-19 και Σκηνοπηγία Λευ 23:36-39· Αρι 29:35) επικράτησε, αρχικά στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων και στη συνέχεια και σε άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες, να παρατείνεται για οχτώ ημέρες και ο εορτασμός των μεγάλων χριστιανικών εορτών. Η απόδοση της γιορτής της Υψώσεως του Σταυρού στις 21 Σεπτεμβρίου συμπίπτει με τη μνήμη του προφήτη Ιωνά. Η σύμπτωση αυτή εμπεριέχει έναν βαθύτατο συμβολισμό, καθώς ο ίδιος ο Ιησούς, απαντώντας σε όσους αμφισβητούσαν την μεσσιανική του ιδιότητα, θα παραλληλίσει την επικείμενη σταύρωση, ταφή και ανάστασή του με την περιπέτεια του Ιωνά στην κοιλιά του κήτους (Ματ 12:38-42· πρβλ Ματ 16:1-4· Μαρ 8:12-12 και Λου 11:29-32).

Η δράση του Ιησού στις πόλεις και τα χωριά της Γαλιλαίας, οι θαυματουργικές θεραπείες και η διδασκαλία του προκαλούν την αντίδραση διάφορων θρησκευτικών κύκλων, οι οποίοι φτάνουν στο σημείο να τον κατηγορήσουν ότι η θεραπευτική του δύναμη είναι δαιμονική (Ματ 12:24). Όταν ο Ιησούς ανέτρεψε τα επιχειρήματά τους οι ίδιοι κύκλοι τού ζήτησαν να αποδείξει τη μεσσιανική αποστολή του με κάποιο θαύμα. Απαντώντας στην πρόκληση ο Ιησούς τους παραπέμπει στις περιπέτειες του προφήτη Ιωνά. Το “σημάδι του Ιωνά” λειτουργεί στην απάντηση του Ιησού κατά δύο τρόπους· ως τυπολογική μεταφορά για τη σταύρωση, την ταφή και την ανάσταση του Χριστού:  «Όπως δηλαδή ο προφήτης Ιωνάς ήταν τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην κοιλιά του κήτους, έτσι θα είναι κι ο Υιός του Ανθρώπου μέσα στη γη τρεις μέρες και τρεις νύχτες» (Ματ 12:40) και ως απόδειξη της παγκοσμιότητας του Θεού: «Οι κάτοικοι της Νινευή θ’ αναστηθούν στην τελική κρίση μαζί με τη γενιά αυτή και θα την κατηγορήσουν, γιατί εκείνοι μετανόησαν όταν άκουσαν το κήρυγμα του Ιωνά» (Ματ 12:41).

Αν στον σύγχρονο άνθρωπο η περί παγκοσμιότητας του Θεού ιδέα φαίνεται αυτονόητη, οι άνθρωποι της προχριστιανικής εποχής είχαν μια πολύ πιο στενή αντίληψη για τον Θεό. Έτσι, ο προφήτης που αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης του έκτου κατά σειρά βιβλίου της συλλογής “Δωδεκαπρόφητον” θα υποχρεωθεί να μάθει με έναν ιδιαίτερα οδυνηρό για τον ίδιο τρόπο ότι η αγάπη και το ενδιαφέρον του Θεού επεκτείνεται σε όλους τους λαούς, ακόμα και στους εχθρούς του Ισραήλ. Τόσο στις εκδόσεις του εβραϊκού όσο και του ελληνικού κειμένου το βιβλίο επιγράφεται “Ἰωνᾶς”, από το όνομα του κεντρικού του ήρωα, του προφήτη Ιωνά, γιου του Αμαθί. Στα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου περιγράφονται δύο φάσεις ενός επεισοδίου της ζωής του προφήτη Ιωνά, αρχικά η ανυπακοή του (1:1 – 2:11) και στη συνέχεια η υποταγή του στο θέλημα του Θεού (3:1 – 4:11).

Το έργο αρχίζει με μια πρόσκληση του Θεού προς τον Ιωνά να πάει να καλέσει τους κατοίκους της ασσυριακής πρωτεύουσας Νινευή σε μετάνοια (1:1-2). Ο προφήτης όμως προσπαθεί να αποφύγει την αποστολή του και δραπετεύει με ένα καράβι που ταξίδευε προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, προς την Θαρσίς, περιοχή που ταυτίζεται ίσως με τη φοινικική αποικία Τάρτεσος στην Ισπανία, το τέλος του τότε γνωστού κόσμου προς τα δυτικά (1:1-3), αλλά μια δυνατή τρικυμία εμποδίζει την πορεία του πλοίου (1:4).

Απέναντι στον κίνδυνο να βυθιστούν όλοι οι ναύτες παρακαλούν, ο καθένας τον θεό του και καλούν και τον Ιωνά να κάνει το ίδιο (1:4-6). Παρά τις προσευχές όμως η θάλασσα εξακολουθεί να μαίνεται, οπότε οι ναύτες αποφασίζουν να ρίξουν κλήρο για να ανακαλύψουν τον αίτιο της συμφοράς. Ο κλήρος πέφτει στον Ιωνά, ο οποίος ομολογεί την αμαρτία του και προτείνει στους ναύτες να τον ρίξουν στη θάλασσα, ώστε να κοπάσει η καταιγίδα (1:8-12). Οι ναύτες διστάζουν αρχικά να αναλάβουν την ευθύνη για τον θάνατο ενός αθώου. Όταν όμως όλες τους οι προσπάθειες να φέρουν το πλοίο στην ακτή αποτυγχάνουν, αναγκάζονται να ρίξουν τον Ιωνά στη θάλασσα, αφού προηγουμένως ζητούν συγχώρεση από τον Θεό. Η τρικυμία κόπασε αμέσως και οι ναύτες αναγνώρισαν τη δύναμη του αληθινού Θεού (1:13-16).

Μόλις ο Ιωνάς βρέθηκε στο νερό, ένα τεράστιο ψάρι τον κατάπιε κατ’ εντολή του Θεού και ο προφήτης έμεινε στο στομάχι του κήτους τρεις μέρες και τρεις νύχτες προσευχόμενος (2:3-10). Ο Θεός τελικά άκουσε την προσευχή του και πρόσταξε το κήτος να ξεράσει τον Ιωνά στη στεριά (2:11).

Το δεύτερο μέρος του έργου αρχίζει με επανάληψη της προσταγής του Θεού προς τον Ιωνά να κηρύξει στην Νινευή (3:1-2). Αυτήν τη φορά ο προφήτης υπακούει και φτάνει στην Νινευή, η οποία περιγράφεται σαν μια τεράστια πόλη που για να τη διασχίσει κανείς πρέπει να περπατάει τρεις μέρες, προφανώς ένα σχήμα υπερβολής που αποσκοπεί να καταδείξει από τη μια μεριά το δύσκολο του εγχειρήματος που αναλάμβανε ο Ιωνάς και από την άλλη τη δύναμη του λόγου του Θεού. Έτσι, προς μεγάλη έκπληξη του προφήτη, το σύντομο κήρυγμά του, «Τρεις μέρες ακόμα και η Νινευή θα καταστραφεί» (3:4), βρήκε τεράστια ανταπόκριση και όλοι οι κάτοικοι της Νινευή μαζί με τον βασιλιάς τους αποφάσισαν να μετανοήσουν, με αποτέλεσμα τη μη πραγματοποίηση της απειλής του Θεού (γ΄ 3-11).

Η παραπάνω εξέλιξη απογοήτευσε υπερβολικά τον Ιωνά, ο οποίος διαμαρτύρεται προς τον Θεό, και ο Θεός αναλαμβάνει να νουθετήσει τον ανυπάκουο προφήτη του (4:1-4). Στο σημείο απέναντι από την πόλη, όπου ο Ιωνάς είχε εγκατασταθεί, ώστε να απολαύσει το θέαμα της καταστροφής της εχθρικής πόλης, ο Θεός έκανε να φυτρώσει μια υπερμεγέθης κολοκυθιά που ανακούφισε τον προφήτη από τον φοβερό καύσωνα, την επόμενη όμως μέρα ξεράθηκε. Στη νέα απογοήτευση του Ιωνά ο Θεός απαντά με ένα ακόμα μάθημα: «Εσύ λυπήθηκες για την κολοκυθιά, που ούτε κουράστηκες γι’ αυτήν ούτε την καλλιέργησες· σε μια νύχτα αυτή μεγάλωσε και σε μια νύχτα χάθηκε. Εγώ δεν έπρεπε να λυπηθώ για την Νινευή, αυτήν τη μεγαλούπολη, όπου κατοικούν περισσότεροι από εκατόν είκοσι χιλιάδες άνθρωποι, που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το αριστερό τους χέρι από το δεξί, κι όπου υπάρχουν τόσα ζώα; (4:10­-11)

Το φραστικό του τελευταίου αυτού λόγου του Θεού προς τον προφήτη φαίνεται η διαφορετικότητα στον τρόπο θεώρησης των πραγμάτων. Η έκφραση «δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το αριστερό τους χέρι από το δεξί» χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει την άγνοια που χαρακτηρίζει τα μικρά παιδιά· προφανώς ο προφήτης περιφρονεί τους κατοίκους της Νινευή για την άγνοιά τους σε ζητήματα θρησκείας (πρβλ Ιωα 7:49), ενώ ο Θεός την θεωρεί αιτία για να τους δείξει την ευσπλαχνία του.

Ένα βασικό στοιχείο του κηρύγματος των προφητών συνιστά η κριτική της αυτοπεποίθησης που προσφέρει στον Ισραήλ η πίστη του ότι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Από την άλλη μεριά, εξίσου συχνά στρέφονται οι προφήτες με ιδιαίτερη δριμύτητα κατά των εχθρών του Ισραήλ και επικαλούνται την εκδήλωση της θείας οργής εναντίον τους. Η περίπτωση όμως ένας προφήτης να αποστέλλεται ως κήρυκας μετανοίας στον πλέον μισητό εχθρό του Ισραήλ, και, μάλιστα, το κήρυγμά του να έχει τόσο μεγάλη επιτυχία, ώστε ο Θεός να δείχνει ιδιαίτερη συμπόνια προς τον λαό αυτόν είναι μοναδική. Έτσι, το βιβλίο του Ιωνά, παρά τον απλοϊκό αφηγηματικό χαρακτήρα του, θίγει δύο μεγάλα ζητήματα της βιβλικής θεολογίας. Το πρώτο σχετίζεται με το ερώτημα αν ο Κύριος είναι ο αποκλειστικός θεός του Ισραήλ ή ένας θεός παγκόσμιος, η κυριαρχία και η μέριμνα του οποίου επεκτείνεται σε όλους τους λαούς της γης, και το δεύτερο ζήτημα αφορά στη σχέση αγάπης του Θεού και δικαιοσύνης του.

Ο στόχος όμως του συγγραφέα να συζητήσει αυτά τα μεγάλα θεολογικά προβλήματα δεν γίνεται αμέσως εμφανής, καθώς δεν επιχειρεί να δώσει λύσεις κατά τρόπο αυθεντικό και δογματικό, αλλά με τον υπαινικτικό τρόπο της αφήγησης αφήνει πολύ ελεύθερο χώρο στον αναγνώστη να προβληματιστεί και να αναζητήσει μόνος του τις ορθές απαντήσεις. Αυτή η δυνατότητα των πολλαπλών ερμηνειών μαρτυρείται και από την ερμηνευτική παράδοση τόσο της Συναγωγής όσο και της Εκκλησίας. Είναι στην προκειμένη περίπτωση χαρακτηριστικό ότι το βιβλίο αρχίζει με την πληροφορία ότι ο Ιωνάς προσπαθεί να αποφύγει μια αποστολή που του αναθέτει ο Θεός και τελειώνει με μια ερώτηση του Θεού προς τον προφήτη. Ο συγγραφέας όμως δεν δίνει ούτε κάποια εξήγηση για τη συμπεριφορά του Ιωνά, η οποία με βάση τη θεώρηση του Κυρίου ως παγκόσμιου θεού θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απαράδεκτη, ενώ θα μπορούσε να δικαιολογηθεί με βάση την πίστη ότι ο Κύριος είναι αποκλειστικός θεός του Ισραήλ, ούτε δίνει επίσης κάποια πληροφορία για την απάντηση του προφήτη στο ερώτημα του Θεού, η οποία και πάλι θα μπορούσε με βάση την πίστη ότι ο Θεός αγαπά όλους τους λαούς να είναι καταφατική, ενώ με βάση την εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη του Θεού θα μπορούσε να είναι και αρνητική, εφόσον οι Νινευίτες μετάνιωσαν βέβαια κάτω από την απειλή της καταστροφής τους, είχαν όμως προηγουμένως αιματοκυλίσει όλον τον κόσμο με την απάνθρωπη σκληρότητά τους.

Με τον τρόπο αυτόν αναγκάζεται ο αναγνώστης του έργου να βιώσει ο ίδιος τα διλήμματα του προφήτη και να προβληματιστεί, ώστε να αποδεχτεί τελικά το ιδιαίτερα επαναστατικό για την εποχή του μήνυμα που προβάλλει το βιβλίο, καθώς, σε αντίθεση προς τις κρατούσες αντιλήψεις, και μάλιστα της μεταιχμαλωσιακής ιουδαϊκής κοινότητας η οποία προσπαθεί να κλειστεί στον εαυτό της, διακηρύσσει το ενδιαφέρον και την αγάπη του Θεού για όλα τα πλάσματά του και την αλήθεια ότι ο λαός του Ισραήλ, όπως και ο Ιωνάς, κλήθηκε ακριβώς για να απευθύνει το μήνυμα αυτό προς όλους.

Όμως ο συγγραφέας, μέσα από τον υπερβολικό τρόπο της αφήγησής του, προχωρεί ακόμη περισσότερο τον θεολογικό προβληματισμό της εποχής του. Το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου δεν ακυρώνεται από τις αδυναμίες ή τις λανθασμένες επιλογές των ανθρώπων που επιλέγονται ως όργανά του. Τελικά ο Ιωνάς καθίσταται όργανο της αποκάλυψης της δύναμης του Θεού στους ξένους λαούς είτε υπακούοντας στο θέλημά του (Νινευίτες) είτε μη υπακούοντας (ναύτες). Κύριος της Ιστορίας παραμένει πάντοτε ο Θεός, ο οποίος παρεμβαίνει δυναμικά υπέρ του ανθρώπου. Είναι χαρακτηριστική στην προκειμένη περίπτωση η χρήση από τον συγγραφέα του ρήματος “προστάσσω” το οποίο έχει ως υποκείμενο τον Θεό και ως αντικείμενο κάποιο μέγεθος που δεν ελέγχεται από τον άνθρωπο: κήτος (2:1), κολοκυθιά (4:6), σκουλήκι (4:7), άνεμος (4:8).

Πρόκειται για ένα διαχρονικό μήνυμα που υπερβαίνει τα στενά ιστορικά όρια της  εποχής του. Η περιπέτεια του Ιωνά στην κοιλιά του κήτους διακηρύσσει με τον πιο παραστατικό τρόπο την αλήθεια ότι ο Θεός έχει τη δύναμη να ανασύρει τον άνθρωπο από τα βάθη της αμφιβολίας και τα έσχατα όρια της απελπισίας και να τον μετατρέπει σε ζωντανή μαρτυρία της παγκόσμιας αγάπης του. Έτσι, δεν είναι τυχαίο το ότι η πρωτοχριστιανική κοινότητα είδε στην περιπέτεια του Ιωνά την προτύπωση της ταφής και της ανάστασης του Ιησού, ο οποίος με το παράδειγμα και τη διδασκαλία του προσέδωσε στο μήνυμα του βιβλίου την πιο αναπτυγμένη του μορφή.

Ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου είναι, Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Έχει διατελέσει Κοσμήτωρ της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1952. Διδάσκει Παλαιά Διαθήκη και Βιβλική Εβραϊκή Γλώσσα.

Ετικέτες: