Ο Θεός χαρίζει στον κόσμο πολλές και μεγάλες ευλογίες για τις οποίες οφείλουμε να είμαστε ευγνώμονες και να Τον δοξάζουμε κάθε στιγμή.
Ο Θεός επιθυμεί από τον άνθρωπο να είναι εργατικός, να μην είναι ράθυμος, να αγωνίζεται πνευματικά, γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο θα καταφέρει να φτάσει στην τελειότητα, την αγιότητα και να ζήσει τη μακαριότητα και την αιωνιότητα της Ουράνιας Βασιλείας.
Όλοι οι πιστοί στον Θεό είμαστε «δούλοι Του» και ο όρος αυτός δεν έχει την έννοια της υποδούλωσης ή της περιφρόνησης. Ο όρος αυτός αποτελεί τίτλο ύψιστης τιμής γιατί δηλώνει την εκούσια παράδοση του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού, στην ολοκληρωτική υπηρεσία του Δημιουργού.
Δυστυχώς, ο σύγχρονος άνθρωπος δε μπορεί να κατανοήσει τη θεολογική έννοια του όρου. Ο εξελιγμένος και «ελεύθερος» άνθρωπος παρεξηγεί και παρερμηνεύει τη λέξη «δούλος» που χρησιμοποιεί η Εκκλησία. Όμως, αυτός ο όρος φανερώνει την ολοκληρωτική αφιέρωση του πιστού ανθρώπου στον Θεό και τη Χάρη Του.
Δοξάζουμε τον Θεό για την παρουσία των Αγίων Του, για όλους εκείνους που έφτασαν από το κατʼ εικόνα στο καθʼ ομοίωσιν.
Δοξάζουμε τον Θεό που μας φανέρωσε ανθρώπους πνευματικούς που μας διδάσκουν ακόμη και με τη σιωπή τους. Μια σιωπή η οποία μετατρέπεται σε ηχηρή πνευματική κραυγή που αφυπνίζει τις νεκρωμένες μας συνειδήσεις.
Οι Άγιοι είναι πρόσωπα υπαρκτά. Πάντοτε υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν, σε κάθε εποχή. Είναι οι αφανείς αλλά και φανεροί ήρωες του Ουρανού. Εκείνοι που φωτίζουν τον κόσμο με το φως του Χριστού.
Στη χορεία των Οσίων ανθρώπων του Θεού συμπεριλαμβάνεται και ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης. Ένας απλός μοναχός που «κήρυξε Χριστόν» με το ασκητικό παράδειγμα του βίου του.
Ο Όσιος Παΐσιος ήταν γόνος πολύτεκνης οικογένειας. Γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας το έτος 1924 από γονείς ευσεβείς, τον Πρόδρομο και την Ευλογία. Ο Θεός τον αξίωσε να βαπτιστεί από τον Ιερομόναχο Αρσένιο τον Καππαδόκη, τον μετέπειτα Άγιο, του οποίου το όνομα έλαβε. Μάλιστα, ο Άγιος Αρσένιος προείπε ότι ο μικρός Αρσένιος Εζνεπίδης θα ακολουθήσει στη ζωή του τον μοναχικό βίο.
Τα χρόνια εκείνα ήταν εξαιρετικά δύσκολα. Ταλαιπωρίες πολλές και αρκετή φτώχεια. Αυτή ήταν η αιτία που έκανε την οικογένεια του μικρού Αρσενίου να φύγει για την Κέρκυρα, ως πρόσφυγες. Αργότερα, ταξίδεψαν στην Ηγουμενίτσα και έπειτα στην Κόνιτσα όπου τελικά παρέμειναν.
Ο νεαρός Αρσένιος αγαπούσε πολύ τη μελέτη των ιερών κειμένων. Η ζωή του ήταν νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Όταν τελείωσε το Δημοτικό ασχολήθηκε με την ξυλουργική τέχνη.
Την περίοδο της Γερμανική Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου πέρασε πολλές δυσκολίες, όμως δεν έχασε το θάρρος του. Το 1945 κατατάχθηκε στον στρατό ως διαβιβαστής και αργότερα υπηρέτησε ως ασυρματιστής. Αρκετές φορές κινδύνευσε να πεθάνει όμως ο Θεός ήταν πάντα κοντά του και τον προστάτευε από κάθε κίνδυνο.
Όταν απολύθηκε από τον στρατό πήγε στο Άγιον Όρος όμως δεν έμεινε πολύ καιρό και επέστρεψε στην Κόνιτσα όπου εργάστηκε ως ξυλουργός και αγρότης.
Ο Αρσένιος ήταν ένας απλός και προσιτός άνθρωπος. Η ζωή του αυστηρά ασκητική. Αγρυπνούσε τις νύχτες και προσευχόταν για ώρες. Δεν επιθυμούσε την άνεση και όσα χρήματα κέρδιζε από την εργασία του τα έδινε αφειδώς σε ελεημοσύνες.
Ο Αρσένιος ήταν άνθρωπος που ποθούσε την ηρεμία, την ησυχία, την καρδιακή προσευχή. Η αγάπη του για τον Θεό τον έκανε να λάβει μια μεγάλη απόφαση, να εγκαταλείψει τον κόσμο και να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου. Εκεί, γνώρισε αγίους πατέρες που τον στήριξαν στον πνευματικό του αγώνα.
Ο Αρσένιος είχε βρει το δρόμο του, αυτό που η ψυχή του πάντα επιζητούσε. Έμεινε στο Άγιον Όρος, έλαβε «ρασοευχή» και ονομάστηκε Αβέρκιος και έπειτα από καιρό έλαβε το όνομα Παΐσιος. Εκεί, στον τόπο της προσευχής, γνώρισε πολλούς αγίους ανθρώπους, σοφούς γέροντες από τους οποίους διδάχτηκε πολλά και η ζωή του ήταν γεμάτη από τη Χάρη του Θεού.
Το έτος 1962 πήρε την απόφαση να επισκεφτεί τη Μονή του Σινά. Εκεί, μόνος με τον Μόνο, μέσα στην απόλυτη στέρηση και την αδιάλειπτη προσευχή, έζησε ασκητικά όπως επιθυμούσε. Όμως, η υγεία του είχε ήδη κλονιστεί και έπρεπε να επιστρέψει στο Άγιον Όρος.
Ο γέροντας Παΐσιος αξιώθηκε από τον Θεό να επισκεφτεί την Αυστραλία για να στηρίξει πνευματικά πολλούς Έλληνες ομογενείς. Όταν επέστρεψε στο Όρος αποφάσισε να μείνει σε ένα κελί, στην Παναγούδα. Εκεί, άρχισαν να τον επισκέπτονται πολλοί άνθρωποι οι οποίοι έβρισκαν δύναμη και παρηγοριά κοντά του. Όμως, η υγεία του γέροντα Παϊσίου δοκιμάστηκε ξανά εξαιτίας των πολλών και σκληρών σωματικών και πνευματικών αγώνων που έκανε.
Έτσι, έφτασε και για τον άνθρωπο του Θεού η ώρα της δοκιμασίας και του φρικτού πόνου. Ο γέροντας Παΐσιος διαγνώστηκε με καρκίνο. Μια δοκιμασία την οποία καρτερικά υπέμεινε και υποδειγματικά αντιμετώπισε μέχρι την τελευταία του στιγμή, δίχως γογγυσμό.
Ο Όσιος Παΐσιος, ο ασκητικός, ο φιλόστοργος, ο ταπεινός, ο διακριτικός, ο χαρισματικός άνθρωπος του Χριστού, κοιμήθηκε στις 12 Ιουλίου 1994 και ετάφη στην Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
Η ζωή του Οσίου πατρός Παΐσίου αποτελεί παράδειγμα για όλους. Η απλότητα, η πίστη, η αγάπη προς τον Θεό και τον κόσμο ολόκληρο, η Ορθόδοξη ζωή του, αποτελεί το μεγαλύτερο παράδειγμα που άφησε ως παρακαταθήκη, ως κληρονομιά στον κόσμο τούτο.
Υπήρξε φτωχός σε υλικά πράγματα όμως πλούσιος και ισχυρός στο πνεύμα. Ήταν ένας ησυχαστής που αξιώθηκε να γίνει δυναμικός ιεροκήρυκας των λόγων του Χριστού. Απόλυτα αυστηρός και εγκρατής στη ζωή του, αλλά συγχωρητικός και μακρόθυμος απέναντι σε όλους.
Στο πρόσωπο του συνανθρώπου έβλεπε τον Ίδιο τον Θεό, γιʼ αυτό και αγαπούσε τους ανθρώπους χωρίς διακρίσεις και προκαταλήψεις. Αντιμετώπιζε όλους τους ανθρώπους με ιερότητα και σεβασμό γιατί στο πρόσωπο τους, όπως έλεγε, αντικατοπτρίζεται η θεϊκή εικόνα.
Από μικρό παιδί είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό και παρόλο που είχε φύση ασθενική δε σταμάτησε ποτέ να εργάζεται σωματικά και πνευματικά. Οι εργασίες στην εξοχή, στο ξυλουργείο, όπως και οι αγρυπνίες ήταν μέρος του καθημερινού προγράμματός του.
Η μελέτη του λόγου του Θεού, η Αγία Γραφή, οι βίοι των Αγίων, ήταν η ανάπαυσή του.
Ο τρόπος ελευθερίας από τα δεσμά του κόσμου ήταν η άσκηση της ελεημοσύνης και της φιλανθρωπίας.
Ο Όσιος Παΐσιος έζησε σαν άγγελος του Θεού πάνω στη γη. Η υπομονή του, ιδιαίτερα τις δύσκολες ημέρες της ασθένειάς του, υπήρξε παροιμιώδης. Δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ. Υμνούσε και δοξολογούσε νυχθημερόν τον Θεό. Καταφυγή του ήταν η προσευχή : «όσο με ωφέλησαν οι ασθένειες, δε με ωφέλησε η άσκηση που τόσα χρόνια έκανα ως μοναχός».
Η ταπείνωση και η διάκριση ήταν τα ιδιαίτερα χαρίσματα που είχε ο Όσιος Παΐσίος. Ο ίδιος πίστευε και κήρυττε ότι ο Θεός κατοικεί μέσα στον ταπεινό άνθρωπο.
Υπήρξε διορατικός και προορατικός. Ο Θεός τον προίκισε με χαρίσματα ουράνια και τον αξίωσε να βλέπει και να διακρίνει όλα όσα οι άνθρωποι δε μπορούν να δουν.
Η δυνατότητα να γνωρίζει εκ των προτέρων γεγονότα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, αλλά και η ικανότητα να διακρίνει και να ερμηνεύει τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων, ήταν κάτι το θαυμαστό, κάτι που δεν περιγράφεται με λόγια.
Η μεγαλύτερη αρετή του Οσίου ανθρώπου του Θεού Παΐσίου ήταν η απέραντη αγάπη που είχε. Αγαπούσε και συμπονούσε αδιακρίτως όλους τους ανθρώπους, όποιας πίστης και δόγματος και αντιμετώπιζε τους πάντες σαν αδελφούς και φίλους του. Η αγάπη του επεκτεινόταν σε ολόκληρη τη δημιουργία, σε ανθρώπους, ζώα και φυτά, σε όλη την κτίση.
Στα θέματα της Ορθόδοξης Πίστης ήταν απόλυτος. Όμως, χωρίς ακρότητες και φανατισμό.
Αγαπητοί μου.
Ο Όσιος γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης είναι ένας φωτεινός φάρος που μας κατευθύνει στο δρόμο της Ορθόδοξης ζωής.
Ο Άγιος Παΐσιος είναι ο δικός μας πρεσβευτής προς τον Θεό. Ο «προσωπικός ασυρματιστής» της πνευματικής μας ζωής.
Ο Όσιος Παΐσιος μας αφήνει ως παρακαταθήκη την πνευματική του πυξίδα. Τα πνευματικά χαρακτηριστικά του, όπως η απλότητα του βίου, η καλή του ανησυχία, η θυσιαστική του αγάπη και η διάκριση με την οποία πορεύτηκε.
Άραγε, ποιος από εμάς μπορεί να γίνει μιμητής του;
Άραγε, ποιος έχει τη δύναμη να ακολουθήσει τη διακριτική στάση της ζωής του;
Άραγε, ποιος έχει την τόλμη να «λιώσει σαν λαμπάδα» για να δώσει φως πνευματικό και να φωτίσει το έρεβος του κόσμου τούτου;
Ο Άγιος άνθρωπος του Θεού, ο Όσιος Παΐσιος, «ο της αγάπης του Χριστού μιμητής», το έκανε πράξη!
Εμείς μπορούμε;
Ας αναρωτηθούμε!



