Νεανική εγκληματικότητα: Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν χωρίς όρια, νόημα και πρότυπα

Αρχιμανδρίτης Στέφανος Καραμούζης
Αρχιμανδρίτης Στέφανος Καραμούζης
Ο π. Στέφανος Καραμούζης είναι κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Χαλκίδος και εγκληματολόγος. Έχει σπουδάσει Θεολογία και Ψυχολογία, είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εγκληματολογία και εκπονεί διδακτορική διατριβή στο ΕΚΠΑ.

Του ιδίου:

Η νεανική βία δεν είναι ένα ξαφνικό φυσικό φαινόμενο ούτε απόδειξη ότι «χάλασε ολόκληρη η νέα γενιά». Είναι ένας καθρέφτης που επιστρέφει στην κοινωνία των ενηλίκων τις αντιφάσεις της. Κάθε φορά που ένας ανήλικος επιτίθεται, ληστεύει, εξευτελίζει ή καταγράφει τη βία στο κινητό του, οφείλουμε πρώτα να προστατεύσουμε το θύμα και να ζητήσουμε ευθύνη από τον δράστη. Οφείλουμε όμως και να ρωτήσουμε: ποιο περιβάλλον διαμόρφωσε αυτή τη συμπεριφορά;

Τα επίσημα ελληνικά στοιχεία δικαιολογούν σοβαρή ανησυχία, αλλά απαιτούν ακρίβεια. Οι αστυνομικές καταγραφές στις ηλικίες 12–18 ετών αυξήθηκαν από 13.071 το 2023 σε 16.832 το 2024, ενώ το 2025 μειώθηκαν σε 15.468. Επομένως υπήρξε μεγάλη άνοδος και στη συνέχεια μερική υποχώρηση, όχι μια αδιάκοπη «έκρηξη». Παράλληλα, περισσότερα περιστατικά καταγγέλλονται και διαδίδονται ψηφιακά. Η μεγαλύτερη ορατότητα δεν ακυρώνει το πρόβλημα, αλλά μας υποχρεώνει να το ερμηνεύουμε χωρίς υπερβολές και χωρίς ηθικό πανικό.

Η ψυχολογία δείχνει ότι στην εφηβεία η ανάγκη για ανταμοιβή, ένταξη και αναγνώριση συχνά προηγείται της ώριμης εκτίμησης των συνεπειών. Η παρέα. μπορεί να μετατρέψει μια παρόρμηση σε πράξη και το κινητό να κάνει τον εξευτελισμό του άλλου θέαμα, κύρος και ψηφιακό «κεφάλαιο». Αυτό δεν καταργεί την ελευθερία ή την ευθύνη του νέου. Εξηγεί, όμως, γιατί η σταθερή παρουσία ενηλίκων, τα σαφή όρια και οι υγιείς ομάδες είναι τόσο σημαντικά.

Τραύμα, κακοποίηση, παραμέληση, ασυνεπή όρια, οικογενειακή βία, σχολική αποσύνδεση, ουσίες, παραβατική παρέα και κοινωνική ματαίωση μπορούν να συσσωρευτούν. Καμία αιτία δεν αρκεί μόνη της και κανένας παράγοντας δεν καθορίζει τη μοίρα ενός παιδιού. Η φτώχεια δεν γεννά αυτομάτως εγκληματίες και η ψυχική δυσκολία δεν ταυτίζεται με την επικινδυνότητα. Συχνά, ένας αξιόπιστος ενήλικος που ακούει, επιμένει και δεν εγκαταλείπει γίνεται ο ισχυρότερος προστατευτικός παράγοντας.

Δεν μπορούμε, ωστόσο, να αγνοούμε την πνευματική διάσταση. Δεν ισχυρίζομαι ότι η απομάκρυνση από τον Θεό προκαλεί αυτομάτως έγκλημα ούτε ότι αρκούν περισσότερες θρησκευτικές λέξεις στο σχολείο. Όταν όμως η κοινωνία διστάζει να μιλήσει στα παιδιά για τον Χριστό ως πρόταση ελευθερίας, ευθύνης και αγάπης, χάνεται μια ουσιαστική γλώσσα νοήματος. Όταν η ελευθερία αποσυνδέεται από την ευθύνη και τα δικαιώματα από το καθήκον προς τον πλησίον, το «τα πάντα επιτρέπονται» παύει να είναι σύνθημα και γίνεται καθημερινή στάση.

Όταν το χρήμα και η ύλη γίνονται θεός, ο άλλος κινδυνεύει να γίνει μέσο. Η αξία μετριέται με μάρκες, χρήματα, προβολές, επιβολή και γρήγορη απόκτηση. Έτσι, ο νέος μπορεί να μάθει να ρωτά πόσα θα κερδίσει ή θα αρπάξει, αντί ποιον θα βοηθήσει. Αυτή τη διδασκαλία, όμως, δεν την προσφέρουν μόνο οι οθόνες. Την προσφέρουμε και εμείς οι ενήλικοι, όταν επιβραβεύουμε την επίδειξη, τον κυνισμό, την απληστία και την επιτυχία χωρίς ήθος.

Η απώλεια της ηθικής δεν σημαίνει απλώς ότι παραβιάζονται περισσότεροι κανόνες. Σημαίνει ότι δυσκολευόμαστε να δούμε τον άλλον ως πρόσωπο. Η βία βαφτίζεται «πλάκα», το θύμα ενοχοποιείται και η ευθύνη διαχέεται στην ομάδα. Η ενσυναίσθηση, η συγγνώμη και η επανόρθωση δεν διδάσκονται με συνθήματα. Καλλιεργούνται όταν το παιδί βλέπει στο σπίτι, στο σχολείο, στη γειτονιά και στους θεσμούς ανθρώπους που υπηρετούν, συνεργάζονται και αναλαμβάνουν το κόστος των πράξεών τους.

Η πρόληψη απαιτεί στήριξη της οικογένειας, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς στα σχολεία, ουσιαστική αντιμετώπιση του εκφοβισμού, ψηφιακή αγωγή, αθλητισμό, τέχνη, εθελοντισμό και σταθερούς μέντορες. Μετά την παράβαση χρειάζονται καθαρές συνέπειες, προστασία του θύματος, θεραπευτική παρέμβαση και πραγματική δυνατότητα επανένταξης. Η τιμωρία χωρίς αλλαγή παράγει συχνά περισσότερο θυμό· η επιείκεια χωρίς λογοδοσία αδικεί το θύμα και ακυρώνει την ευθύνη.

Η Εκκλησία μπορεί να προσφέρει κάτι αναντικατάστατο, όταν δεν περιορίζεται στη νουθεσία αλλά γίνεται κοινότητα σχέσης και διακονίας: ένας τόπος όπου ο νέος γνωρίζεται με το όνομά του, ακούγεται χωρίς να εξευτελίζεται, συναντά όρια και βρίσκει δεύτερη ευκαιρία. Η εξομολόγηση και η πνευματική καθοδήγηση δεν υποκαθιστούν τον ψυχολόγο, τον παιδοψίατρο ή τις αρμόδιες υπηρεσίες. Συνεργάζονται μαζί τους. Η απάντηση στη νεανική εγκληματικότητα είναι μια κοινωνία που ενώνει δικαιοσύνη και έλεος, επιστημονική φροντίδα και πνευματικό νόημα. Ο νέος δεν είναι μόνο το χειρότερο πράγμα που έκανε. Είναι πρόσωπο ικανό να αναλάβει, να αποκαταστήσει, να αγαπήσει και να ξαναρχίσει.

Διαβάστε ολόκληρη την επιστημονική μελέτη παρακάτω

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ