Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022 | 6:48

Όταν ο Αρχιεπίσκοπος ανέβηκε στον Λυκαβηττό και «σταυρώθηκε» με τα ίδια του τα χέρια

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ "ΣΚΙΑ" ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΙΚΗ ΘΗΤΕΙΑ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ

Ανδρέας Λουδάρος
Ανδρέας Λουδάρος
Ο Ανδρέας Λουδάρος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Εργάζεται ως εκκλησιαστικός συντάκτης από το 1999

Του ιδίου συγγραφέα:

«Υπάρχει κάτι που σας κρατά ξύπνιο της νύχτες;» ρώτησε τον Αρχιεπίσκοπο ο διευθυντής της «Καθημερινής» Αλέξης Παπαχελάς κλείνοντας την συνέντευξη που του παραχώρησε ο κ. Ιερώνυμος, αγνοώντας προφανώς  πως αυτή η συνέντευξη όταν θα δημοσιευόταν θα ήταν η αφορμή για να χάσουν τον ύπνο τους οι χιλιάδες ιερείς που υπηρετούν με αυταπάρνηση σε ολόκληρη την χώρα διαβάζοντας για την ειδική μεταχείριση που επιφύλαξε ο Αρχιεπίσκοπος στον ιερέα του Λυκαβηττού που αντί να δικαστεί βρέθηκε να του δίνουν σχεδόν με το ζόρι «δώρο» ένα μοναστήρι.

Η συνέντευξη αυτή του Αρχιεπισκόπου στην «Καθημερινή» είναι ίσως ό,τι χειρότερο έχει γραφτεί για τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Και δεν το έχει γράψει κάποιος δημοσιογράφος, ή κάποιος αντιρρησίας ιεράρχης αλλά ο ίδιος ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας.

Χρειάστηκα τουλάχιστον δέκα αναγνώσεις των απαντήσεων του Αρχιεπισκόπου στον Αλέξη Παπαχελά μέχρι να μπορέσω να συνειδητοποιήσω την έκταση του προβλήματος που περιγράφει ο Αρχιεπίσκοπος. Τελικά αυτό που κατάλαβα είναι πως το πρόβλημα δεν είναι όσα συμβαίνουν στον Λυκαβηττό αλλά η αντίληψη του ίδιου του κ. Ιερωνύμου για την Εκκλησία και την διοίκηση της.

Πάμε όμως να αποκωδικοποιήσουμε τις απαντήσεις του Αρχιεπισκόπου.

Αρχικά παραδέχτηκε, ίσως χωρίς να το αντιληφθεί, πως εδώ και 8 χρόνια ξέρει ότι κάτι δεν πάει καλά με το αρχιεπισκοπικό παρεκκλήσιο του Λυκαβηττού και πως τα τελευταία 5 χρόνια έχει και τις αποδείξεις.

«Η Εκκλησία έδωσε εντολή στον Άγιο Λαρίσης, τότε αρχιμανδρίτη και έκανε μία έρευνα πολύ καλή και τον παραπέμπει στα δικαστήρια.  Πολύ σκληρό κείμενο αλλά όχι μακριά από την πραγματικότητα».

Σημειώνω για όσους δεν το γνωρίζουν πως οι καταγγελίες έγιναν το 2014. Εκείνη τη χρόνια ο Αρχιεπίσκοπος άσκησε δίωξη κατά του ιερέα και ανέθεσε την υπόθεση στον αρχιμανδρίτη Ιερώνυμο Νικολόπουλο (νυν μητροπολίτη Λαρίσης) για να προχωρήσει στις ανακρίσεις. Οι ανακρίσεις κράτησαν τρια χρόνια και το πόρισμα κατατέθηκε στον Αρχιεπίσκοπο τον Αύγουστο του 2017. Ο Αρχιεπίσκοπος έκανε δεκτό το πόρισμα και ο ίδιος με απόφαση του παρέπεμψε τον ιερέα σε δίκη.

Τι έκανε όμως ο Αρχιεπίσκοπος όλα αυτά τα χρόνια για να προστατεύσει τους πιστούς και την ίδια την Εκκλησία; Τίποτα. Ο ναός λειτουργούσε κανονικά, οι πιστοί συνέρρεαν κατά χιλιάδες ελπίζοντας για το θαύμα. Ο ιερέας διέδιδε μέσω μικροφώνου αλλά και διαδικτύου ότι «ο σταυρός του έχει αναστήσει νεκρό» και την ίδια ώρα οι υποστηρικτές του απειλούσαν με μηνύσεις όποιον τολμούσε να πει το παραμικρό εις βάρος του ιερέα ακόμη κι αν ήταν μητροπολίτης.

Πως δικαιολόγησε όμως ο Αρχιεπίσκοπος το γεγονός πως ενώ είχε στα χέρια του το πόρισμα των ανακρίσεων που όπως ο ίδιος παραδέχτηκε ήταν σκληρό αλλά δεν απείχε από την πραγματικότητα, δεν προχώρησε στη δίκη που ο ίδιος διέταξε;

«Ήρθε η ευθύνη σε μένα. Εγώ τι είμαι; Στρατιωτικός διοικητής, διευθυντής αστυνομίας ή είμαι και πατέρας; Πείτε ότι έχετε παιδί που παρεκτρέπεται, δεν θα προσπαθήσετε να το συμβουλέψετε; Είπα να σηκώσω ένα βάρος αλλά να γίνω και πατέρας. Δεν είναι μόνο αυτός είναι 16 παιδιά 25-30 ετών. Μία κοινότητα χωρίς νομική ύπαρξη. Τους κάλεσα, μίλησα με τα παιδιά, τους είπα ”θέλετε να γίνετε μοναχοί, εδώ δεν ισχύει αυτό, δεν υπάρχει μοναστήρι”. Δεν πρέπει να το βοηθήσω;».

Για τον Αρχιεπίσκοπο, δηλαδή, το πρόβλημα δεν είναι οι πονεμένοι που επισκέπτονταν την Αρχιεπισκοπή και κατήγγειλαν την αγυρτεία για την οποία ο ίδιος άσκησε δίωξη στον κληρικό του, αλλά τα 16 παιδιά 25-30 ετών που ακολουθούν τον ιερέα. Τον έγγαμο χωρισμένο ιερέα που εμφανίζεται ως γέροντας μοναχών και υποψηφίων μοναχών με την ανοχή της διοικητικής αρχής του.

Κι εγώ με τη σειρά μου αναρωτιέμαι αν ο Αρχιεπίσκοπος είχε «παγώσει» τη δράση του ιερέα από το 2014 που άσκησε δίωξη στον εν λόγω για μια σειρά από βαρύτατα παραπτώματα, δικό του το κείμενο και δική του η υπογραφή από κάτω, θα είχαν μαζευτεί αυτά τα δεκαπέντε παιδιά 25-30 ετών για τα οποία ενδιαφέρεται τώρα;

Εδώ όμως υπάρχει και κάτι άλλο. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος παραδέχεται δημόσια ότι σταμάτησε την εκδίκαση της υπόθεσης γιατί ήθελε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα πατρικά. Σεβαστόν. Υπάρχει όμως κάποια σχετική πρόβλεψη στη σχετική νομοθεσία περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων; Από το Νοέμβριο του 2017 που πρωτοεισήχθη η υπόθεση του ιερέα Δημητρίου Λουπασάκη ενώπιον του επισκοπικού δικαστηρίου μέχρι και σήμερα σχεδόν Νοέμβριο του 2022 τι ενέργειες έγιναν;

Την απάντηση μας την δίνει ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος: «Φαίνεται ότι πείστηκαν να φύγουν». Αρά εδώ μιλάμε για διαπραγμάτευση. Αλλά από πότε ο κατήγορος προσπαθεί να πείσει τον κατηγορούμενο; Τι σχέση έχουν οι 15 ακόλουθοι του ιερέα με τα παραπτώματα του;

Πέντε χρόνια μετά την δική του απόφαση να καθίσει τον κληρικό του στο εδώλιο του κατηγορουμένου ο Αρχιεπίσκοπος βγαίνει σε μια από τις μεγαλύτερες σε κυκλοφορία εφημερίδες της χώρας για να μας πει πως τελικά έπεισε τον ιερέα και τους ακόλουθους του να φύγουν από τον Λυκαβηττό και να πάνε σε ένα μοναστήρι στη Βάρη το οποίο προφανώς θα τους παραχωρήσει η Εκκλησία. Είναι η πρώτη φορά που άνθρωπος κατηγορείται για σωρεία παραπτωμάτων και η Εκκλησία αντί να τον δικάσει του παραχωρεί ένα ολόκληρο μοναστήρι για να τακτοποιηθεί.

«Θα τους δώσω ένα μοναστήρι παλιό στη Βάρη που θα γίνει κανονικό μοναστήρι με νόμο, παρακολούθηση κλπ. Θα έχουν κανόνες, θα πειθαρχούν κάπου. Τους έδωσα περιθώριο λίγων ημερών και περιμένω σε πέντε μέρες απάντηση. Αν πουν ότι δέχονται θα το παρακολουθήσουμε. Αν πουν ”μένουμε εδώ”, θα γίνει ό,τι λένε οι κανόνες της Εκκλησίας και ό,τι λένε οι νόμοι του Κράτους».

Εν ολίγοις την ώρα που η χώρα «βοά» για τον συγκεκριμένο ναό ο Αρχιεπίσκοπος χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης στην διαπραγμάτευση του με τον ιερέα και τους ακολούθους του την επίσημη δικαστική διαδικασία την οποία παραδέχεται δημόσια ότι θα εξαφανίσει εφόσον κάνουν αυτό που θα τους πει.

Και οι καταγγελίες; Οι πονεμένοι που πήγαιναν στην Αρχιεπισκοπή; Όλοι αυτοί που απευθύνθηκαν στην Εκκλησία για να αντιμετωπίσει το θέμα; Όλοι εκείνοι που περίμεναν από την Εκκλησία να τους προστατεύσει;

«Αν πάνε σε νόμιμο μοναστήρι και πάνε οι αφελείς, είναι υπόλογοι οι ίδιοι, αλλά θα είναι κάτι που ελέγχεται, ενώ τώρα δεν υπάρχει κανένας έλεγχος. Δεν επιτρέπεται n εργαλειοποίηση του Σταυρού».

Αφελείς, λοιπόν, δια στόματος του Αρχιεπισκόπου. Και η ευθύνη είναι όλη δική τους. Διότι όπως φαίνεται εδώ το πατρικό ενδιαφέρον του Αρχιεπισκόπου σταματά στον ιερέα και τους 15 ακόλουθούς του. Οι υπόλοιποι… «ας πρόσεχαν» όπως είχε πει και ο αλήστου μνήμης Κώστας Σημίτης για όσους πίστεψαν στο «θαύμα» του χρηματιστηρίου κι έχασαν τις περιουσίες τους.

Στην παραπάνω φράση του Αρχιεπισκόπου υπάρχουν κι άλλα ερωτηματικά. Λέει πως αν ο ιερέας και οι ακόλουθοι του πάνε σε ένα νόμιμο μοναστήρι θα υπάρχει έλεγχος. Το αρχιεπισκοπικό παρεκκλήσιο των Αγίων Ισιδώρων στον Λυκαβηττό δεν είναι νόμιμο; Δεν υπάρχει έλεγχος; Σε ποιον ανήκει τέλος πάντων να τον ρωτήσουμε;

Κλείνοντας αυτές τις σκέψεις θέλω να αναφερθώ σε ένα άλλο σημείο της συνέντευξης του Μακαριωτάτου που δηλώνει ευλογημένος γιατί επί τις θητείας του έχουν εκλεγεί οι 57 από τους 80 Μητροπολίτες της Ιεραρχίας. Ο απόλυτος έλεγχος της πλειοψηφίας ενός Σώματος όπως είναι η Σύνοδος της Ιεραρχίας είναι πράγματι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Ακόμη πιο σημαντικό όμως για ένα τέτοιας σπουδαιότητας Σώμα είναι η έλλειψη διαφορετικής γνώμης κάτι το οποίο σημαίνει και έλλειψη ελέγχου. Κι όταν κάποιος διοικητής νιώθει πως δεν τον ελέγχει κανείς κάνει τα χειρότερα λάθη.

Προτίμησα την ελευθερία ενός άρθρου γνώμης από αυτήν ενός κειμένου ρεπορτάζ γιατί όλα αυτά τα χρόνια που παρακολουθώ το θέμα έχω πιάσει πολλές φορές τον εαυτό μου να μην πιστεύει στα αυτιά και στα μάτια μου. Αυτή τη φορά όμως δεν έχω την πολυτέλεια να μην δω ή να μην ακούσω γιατί αυτή η ρημάδα η συνείδηση φέρνει αυπνίες και είναι η μόνη που δεν θέλω να με κρατά ξύπνιο τις νύχτες.

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ