Να εγκαταλείψουμε την αδιαφορία ή ακόμη και τον κυνισμό που διέπουν την οικολογική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική μας ζωή γενικά, και να ονειρευτούμε τον κόσμο μας ως ενωμένη ανθρώπινη οικογένεια, δήλωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος σε συνέντευξη που παραχώρησε στα μέσα ενημέρωσης του Βατικανού

Κατά την διάρκεια της επισκέψής του στην Ρώμη ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος μίλησε στον Andrea Tornielli σχολιάζοντας την εγκύκλιο Fratelli tutti του Πάπα Φραγκίσκου, λέγοντας ότι οι Χριστιανοί ονειρεύονται τον κόσμο μας ως ενωμένη οικογένεια. 

Ακολουθεί αναλυτικά η συνέντευξη του Οικουμενικού Πατριάρχη

Ερώτηση: Παναγιώτατε, ποια ήταν η αντίδρασή σας στην εγκύκλιο Fratelli tutti του Πάπα Φραγκίσκου; 

Απάντηση: Ακόμη και πριν μάθουμε για την εγκύκλιο Fratelli tutti του αδελφού μας Πάπα Φραγκίσκου, ήμασταν βέβαιοι ότι θα ήταν ένα ακόμα παράδειγμα του ασυναγώνιστου ενδιαφέροντός του για τον άνθρωπο, τον «αγαπημένο του Θεού», μέσα από την εκδήλωση αλληλεγγύης για όλους τους «κουρασμένους και επιβαρυμένους» και τους άπορους, και ότι θα περιείχε συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση των μεγάλων προκλήσεων της στιγμής, εμπνευσμένες από την ανεξάντλητη πηγή της χριστιανικής παράδοσης, και που αναδύεται από την γεμάτη αγάπη καρδιά του. Οι προσδοκίες μας εκπληρώθηκαν πλήρως μετά την ολοκλήρωση της ανάλυσης αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας εγκυκλίου, η οποία δεν είναι απλώς μια περίληψη των προηγούμενων Εγκυκλίων ή άλλων κειμένων του Πάπα Φραγκίσκου, αλλά η κορωνίδα και ολοκλήρωση όλης της κοινωνικής διδασκαλίας. Συμφωνούμε απολύτως με την πρόσκληση-πρόκληση του Πάπα να εγκαταλείψουμε την αδιαφορία ή ακόμα και τον κυνισμό που διέπει την οικολογική, πολιτική, οικονομική και κοινωνική μας ζωή γενικά, ως εγωκεντρική ή αδιάφορη, και να ονειρευόμαστε τον κόσμο μας ως μια ενωμένη ανθρώπινη οικογένεια, στην οποία είμαστε όλοι αδέλφια χωρίς εξαίρεση. Με αυτό το πνεύμα εκφράζουμε την ελπίδα μας ότι η εγκύκλιος Fratelli tutti (αδέλφια όλοι) θα αποδειχθεί πηγή έμπνευσης και εποικοδομητικού διαλόγου, μέσω της ανάληψης αποφασιστικών πρωτοβουλιών και εγκάρσιων δράσεων σε διαχριστιανικό, διαθρησκειακό και πανανθρώπινο επίπεδο. 

Ε. – Το πρώτο κεφάλαιο της εγκυκλίου μιλάει για τις “σκιές” που παραμένουν στον κόσμο. Ποια είναι αυτά που σας ανησυχούν περισσότερο; Και τι ελπίδα αντλούμε από το βλέμμα στον κόσμο που προέρχεται από το Ευαγγέλιο; 

Α. – Με την οξεία ανθρωπιστική, κοινωνική και πνευματική του αίσθηση, ο Πάπας Φραγκίσκος αναγνωρίζει και ονομάζει τις “σκιές” στον σύγχρονο κόσμο. Μιλάμε για «σύγχρονες αμαρτίες», ακόμα κι αν θέλουμε να τονίσουμε ότι η αρχική αμαρτία δεν συνέβη στους καιρούς μας και στην σημερινή εποχή. Δεν εξιδανικεύουμε καθόλου το παρελθόν. Σωστά, ωστόσο, ανησυχούμε από το γεγονός ότι οι σύγχρονες επιστημονικές και τεχνικές εξελίξεις έχουν δυναμώσει την «ύβρη» του ανθρώπου. Τα επιτεύγματα της επιστήμης δεν ανταποκρίνονται, ούτε έχουν εξαλείψει, τις θεμελιώδεις υπαρξιακές μας αναζητήσεις. Ο άνθρωπος το γνωρίζει, αλλά συμπεριφέρεται σαν να μην γνωρίζει. 

Ε. – Ο Πάπας μιλά επίσης για το επίμονο χάσμα μεταξύ των λίγων που έχουν πολλά και των πολλών που έχουν λίγα ή τίποτα … 

Α. – Η οικονομική ανάπτυξη δεν μείωσε το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Αντίθετα, έχει δώσει προτεραιότητα στα κέρδη, εις βάρος της προστασίας των αδύναμων, και συμβάλλει στην επιδείνωση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Και η πολιτική έχει γίνει ο υπηρέτης της οικονομίας. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο επεξεργάζονται και εξυπηρετούν σκοπούς που δεν σχετίζονται με τη δικαιοσύνη, την ελευθερία και την ειρήνη. Το πρόβλημα των προσφύγων, η τρομοκρατία, η κρατική βία, η ταπείνωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι σύγχρονες μορφές δουλείας και η επιδημία Covid-19 βάζουν τώρα την πολιτική μπροστά σε νέες ευθύνες και διαγράφουν την ρεαλιστική λογική της. 

Ε. – Ποια είναι η πρόταση του Χριστιανισμού ενόψει αυτής της κατάστασης; 

Α. – Η πρόταση της Εκκλησίας για τη ζωή είναι το σημείο καμπής προς το “ενός εστί χρεία”, και αυτό είναι η αγάπη, η ανοιχτότητα στον άλλο και η κουλτούρα αλληλεγγύης των ανθρώπων. Μπροστά στον σύγχρονο αλαζονικό «άνθρωπο-θεό» κηρύττουμε τον «Θεό-άνθρωπο». Αντιμέτωποι με τον οικονομισμό, δίνουμε θέση στα οικολογικά ζητήματα και στην οικονομική δραστηριότητα που βασίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη. Στην πολιτική του «δικαιώματος του καταλληλότερου», αντιπροτείνουμε την αρχή του σεβασμού των αναφαίρετων δικαιωμάτων των πολιτών και του διεθνούς δικαίου. Αντιμέτωποι με την οικολογική κρίση, καλούμαστε να σεβαστούμε τη δημιουργία, την απλότητα και την επίγνωση της ευθύνης μας να παραδώσουμε ένα άθικτο φυσικό περιβάλλον στην επόμενη γενιά. Η προσπάθειά μας να αντιμετωπίσουμε αυτά τα προβλήματα είναι απαραίτητη, αλλά γνωρίζουμε ότι αυτός που εργάζεται μέσω ημών είναι ο Θεός, ο φίλος των ανθρώπων. 

Ε.– Γιατί είναι σχετική σήμερα η εικόνα του Καλού Σαμαρείτη; 

Α. – Ο Χριστός συνδέει συγκεκριμένα την «πρώτη και μεγάλη εντολή» της αγάπης για τον Θεό με τη «δεύτερη παρόμοια με την πρώτη» εντολή της αγάπης προς τον πλησίον (Ματθ. 22, 36 – 40). Και προσθέτει: “Από αυτές τις δύο εντολές εξαρτάται όλος ο Νόμος και οι Προφήτες”. Και ο Ιωάννης ο θεολόγος είναι πολύ ξεκάθαρος: «Όποιος δεν αγαπά δεν γνωρίζει τον Θεό» (Ιω. 4, 8). Η παραβολή του Καλού Σαμαρείτη είναι κοντά στην παραβολή της Κρίσης (Ματθ. 25, 31 – 46), είναι (Λουκ. 10, 25 – 37) το βιβλικό κείμενο, το οποίο μας αποκαλύπτει όλη την αλήθεια της εντολής της αγάπης. Σε αυτήν την παραβολή, ο Ιερέας και ο Λευίτης αντιπροσωπεύουν τη θρησκεία, η οποία είναι κλειστή από μόνη της, ενδιαφέρεται μόνο να διατηρήσει τον “Νόμο” αναλλοίωτο, αγνοώντας και παραμερίζοντας με φαρισαϊκό τρόπο τις “πιο σοβαρές προδιαγραφές του Νόμου” (Ματθ. 23, 23), αγάπη και υποστήριξη για τον πλησίον. Ο καλός Σαμαρείτης αποκαλύπτεται ότι είναι φιλάνθρωπος ξένος κοντά σε αυτόν που ξυλοκοπήθηκε από ληστές και τραυματίστηκε. Στην αρχική ερώτηση του εκπροσώπου του Νόμου «Ποιος είναι ο πλησίον μου;» (Λκ. 10, 29), ο Χριστός απαντά με μια ερώτηση: “Ποιος από τους τρεις νομίζετε ότι ήταν ο πλησίον αυτού που έπεσε σε ληστές;” (Λκ. 10, 36). Εδώ ο άνθρωπος δεν επιτρέπεται να κάνει ερωτήσεις, αλλά του ζητείται και καλείται να δράσει. Είναι πάντα απαραίτητο να βάλετε τον πλησίον, τον αδελφό μπροστά, καθώς και τον μακρινό, τον ξένο και τον εχθρό. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, σύμφωνα με το ερώτημα του νομικού που εκπειράζει τον Χριστό “Τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή “(Λουκάς 10, 25), ως απάντηση σε αυτήν, η πραγματική αγάπη για τον πλησίον του έχει μια σαφή σωτηριολογική αναφορά. Αυτό είναι επίσης το μήνυμα της παραβολής της κρίσης. 

Ε.– Σε ποια βάση μπορούμε όλοι να θεωρούμε τους εαυτούς μας αδέλφια και γιατί είναι σημαντικό να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας ως τέτοιο για το καλό της ανθρωπότητας; 

Α. – Οι Χριστιανοί της νεογέννητης Εκκλησίας καλούσαν ο ένας τον άλλον “αδελφούς”. Αυτή η πνευματική και χριστιανική αδελφότητα είναι βαθύτερη από τη φυσική συγγένεια. Ωστόσο, για τους Χριστιανούς, αδέλφια δεν είναι μόνο τα μέλη της Εκκλησίας, αλλά όλοι οι λαοί. Ο Λόγος του Θεού πήρε την ανθρώπινη φύση που ενώνει τα πάντα από μόνη της. Καθώς όλα τα ανθρώπινα όντα είναι δημιουργία του Θεού, έτσι όλα έχουν ενσωματωθεί στο σχέδιο της σωτηρίας. Η αγάπη του πιστού δεν έχει όρια και φραγμούς. Στην πραγματικότητα, αγκαλιάζει το σύνολο της δημιουργίας, είναι «η φλόγα της καρδιάς για όλη τη δημιουργία» (Ισαάκ ο Σύρος). Η αγάπη για τους αδελφούς είναι πάντα ασύγκριτη. Δεν είναι ένα αφηρημένο συναίσθημα συμπάθειας προς την ανθρωπότητα, που συνήθως αγνοεί τον πλησίον. Η διάσταση της προσωπικής κοινωνίας και της αδελφότητας διακρίνει τη χριστιανική αγάπη και την αδελφότητα από τον αφηρημένο ανθρωπισμό. 

Ε.– Στην εγκύκλιο, ο Πάπας καταδικάζει πολύ έντονα τον πόλεμο και τη θανατική ποινή. Πώς σχολιάζετε αυτό το κεφάλαιο του “Fratelli tutti”; 

A.– Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Κρήτη, Ιούνιος 2016), μεταξύ άλλων, έχει δηλώσει τα εξής: «Η Εκκλησία του Χριστού καταδικάζει γενικά τον πόλεμο, τον οποίο θεωρεί ως αποτέλεσμα του κακού και της αμαρτίας» (Η Αποστολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο, Δ,1). Στα χείλη κάθε χριστιανού πρέπει να υπάρχει το σύνθημα «Όχι άλλος πόλεμος!». Και η στάση μιας κοινωνίας απέναντι στη θανατική ποινή αποτελεί ένδειξη του πολιτιστικού της προσανατολισμού και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το αξιακό σύστημα της ευρωπαϊκής συνταγματικής κουλτούρας, του οποίου ένας από τους θεμελιώδεις πυλώνες είναι η ιδέα της αγάπης, ως έκφραση των χριστιανικών πεποιθήσεών της, απαιτεί από εμάς να λάβουμε υπόψη ότι πρέπει να δοθεί σε κάθε άνθρωπο η δυνατότητα μετάνοιας και βελτίωσης, ακόμα κι αν έχει καταδικαστεί για το χειρότερο έγκλημα. Επομένως, είναι λογική και ηθική συνέπεια ότι αυτός που καταδικάζει τον πόλεμο αρνείται και τη θανατική ποινή. 

Ετικέτες: