Τό θέμα στό ὁποῖο καλοῦμαι νά ἀπαντήσω εἶναι θέμα διδακτορικῆς διατριβῆς καί διερωτῶμαι πῶς θά μπορέσω νά ἀπαντήσω μέ σεβασμό στούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς, εἰλικρίνεια καί ἀκρίβεια σέ ἕνα περιορισμένο κείμενο. Θά προσπαθήσω νά τονίσω τά πιό οὐσιαστικά, ἔστω καί μέ τηλεγραφικό τρόπο, χωρίς νά ὀλοκληρώνεται τό θέμα.
1. Κάθε διάλογος, πού εἶναι κατ’ ἀρχήν εὐπρόσδεκτος, γίνεται μέ τίς ἀρχές τῆς «θεμελιολογίας» καί τῆς «τελολογίας», δηλαδή νά στηρίζεται σέ προσδιορισμένες βάσεις καί νά ἀποβλέπει σέ ἕνα συγκεκριμένο σκοπό.
Στήν ἐπιστήμη καί στήν κοινωνιολογία ἰσχύει ἡ θεωρία τῶν συστημάτων, ἡ ὁποία διέπεται ἀπό τρία χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ἤτοι, τήν καλή ὀργάνωση κάθε συστήματος, τά ὅρια ἀνάμεσα στά διάφορα συστήματα, καί τήν δυνατότητα ἐπικοινωνίας μεταξύ τους. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μποροῦν νά ὑπάρξουν καλές γέφυρες ἐπικοινωνίας ὅταν ἀγνοοῦνται τά ὅρια-σύνορα καί ὅταν κάθε σύστημα δέν εἶναι ὀργανωμένο καλά, δέν ἔχει βάσεις.
Γιά νά τό ἐκφράσω αὐτό μέ μιά σύγχρονη ὁρολογία θά χρησιμοποιοῦσα τρεῖς λέξεις: «αὐτογνωσία», «ἑτερότητα», «ἔκσταση». Αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο γιά νά ἀποφεύγεται ἡ ἀφομοίωση ἤ ἀλλοτρίωση ἤ ἀποδόμηση τῆς παράδοσης κάθε συστήματος καί τό ἀτελέσφορο τοῦ διαλόγου.
2. Ὁ θεολογικός διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ ξεκίνησε τό 1979, σέ μιά κίνηση θετική γιά νά γίνη ἡ ὑπέρβαση τοῦ λεγομένου «διαλόγου τῆς ἀγάπης», πέρασε πολλά στάδια καί συνεχίζεται στίς ἡμέρες μας. Ξεκίνησε ἀπό τά «ἑνοῦντα» τῆς 1ης χιλιετίας, μέ τήν προσδοκία ὅτι κατά τήν πορεία τοῦ διαλόγου θά ἐξεταστοῦν καί τά «διαιροῦντα» τῆς 1ης καί τῆς 2ης χιλιετίας, καί ἀκόμη γίνεται μέ τήν προοπτική τοῦ ad referendum, δηλαδή σέ ἀναφορά στίς κατά τόπους Συνόδους γιά νά ἐγκριθῆ, ὅταν ὁλοκληρωθῆ!
Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ θεολογικός αὐτός διάλογος ἄρχισε ὅταν ἤμουν νέος Κληρικός καί συνεχίζεται μέχρι σήμερα, πού ἔχω 54 χρόνια στήν Ἱερωσύνη καί ἤδη εἶμαι 30 χρόνια Μητροπολίτης, καί δέν συζητήθηκαν τά κείμενα τοῦ διαλόγου στήν Ἱεραρχία. Βέβαια, παρακολουθῶ τήν πορεία του, ἀπό πλευρᾶς ἐπιστημονικῆς, καί ἔχω τίς θεολογικές μου ἀπόψεις, ἀλλά ἀναμένω νά ἔλθουν τά κείμενα στήν Ἱεραρχία γιά συζήτηση καί Συνοδική ἀπόφαση.
3. Τό ἔτος τό ὁποῖο διανύουμε μᾶς δίνει ἐρεθίσματα νά βλέπουμε τά θεολογικά ζητήματα βαθύτερα. Πρόκειται γιά τά 1.700 χρόνια ἀπό τήν σύγκληση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό 325 μ.Χ., ἡ ὁποία Σύνοδος θέσπισε τά πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καί ὁμολόγησε τήν θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ.
Δέν μπορεῖ νά παραθεωρηθῆ τό γεγονός ὅτι στήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο συναντήθηκαν δύο ἀντίθετες παραδόσεις.
Ἡ μία ἦταν ἡ φιλοσοφική παράδοση πού ἐκφραζόταν ἀπό τόν Ἄρειο καί τούς ὁμόφρονές του, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νά κατανοήσουν τό Χριστολογικό δόγμα κυρίως μέ βάση τόν Ἀριστοτέλη, ὅτι «πᾶν ἐκ τῆς οὐσίας-φύσεως, ἄμα καί ἠναγκασμένον», ὁπότε, κατ’ αὐτούς, ὁ Λόγος δημιουργήθηκε ἀπό τήν βούληση τοῦ Πατρός, γι’ αὐτό εἶναι τό πρῶτο κτίσμα τῆς δημιουργίας.
Ἡ ἄλλη ἦταν ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση πού ἐκφραζόταν ἀπό τόν Μέγα Ἀθανάσιο καί τούς ἁγίους Πατέρας, Ἀνατολῆς καί Δύσεως, οἱ ὁποῖοι θεολογοῦσαν μέ βάση τήν ἐμπειρία τῶν Θεοπτῶν Προφητῶν, Ἀποστόλων καί Πατέρων, ὅτι ὁ Κύριος τῆς Δόξης πού ἐμφανιζόταν στούς Προφήτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐνηνθρώπησε καί εἶναι Θεάνθρωπος Χριστός.
Ἀκόμη περισσότερο δέν μπορεῖ νά παραθεωρηθῆ ὅτι οἱ φιλοσοφικές ἀπόψεις τοῦ Ἀρειανισμοῦ καί τῶν ἑπομένων αἱρέσεων, πέρασαν στόν δυτικό κόσμο, κατά τήν 1η χιλιετία καί ἔφθασαν στούς σχολαστικούς θεολόγους τῆς Δύσεως (11ο – 13ο αἰώνα). Αὐτές δημιούργησαν μεγάλη ἀναστάτωση στόν δυτικό Χριστιανισμό, προῆλθε «ἡ ρήξη», «ἡ διάσπαση», καί «ὁ νεωτερισμός» καί κατέληξαν στόν νεοσχολαστικισμό τόν 20ό αἰώνα, ὁ ὁποῖος προσπάθησε νά ἀπαντήση στά δυτικά φιλοσοφικά ρεύματα μέ τήν «ὀντολογία τῆς σχέσης» – «ὀντολογία τοῦ προσώπου».
Ἑπομένως, πρέπει νά κατανοηθῆ ὀρθῶς ἡ διαφορά μεταξύ ἐμπειρικῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς σχολαστικῆς καί νεοσχολαστικῆς θεολογίας τῆς Δύσεως. Ἄν δέν κατανοήσουμε τήν οὐσία τοῦ σχολαστικισμοῦ γιά τό actus purus καί τίς δῆθεν κτιστές ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στήν κτίση, ἀπό τό ὁποῖο προῆλθε τό Filioque, δέν μποροῦμε νά καταλάβουμε τήν δυτική θεολογία καί τήν διαφορά της ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεολογία τῶν ἁγίων Πατέρων. Νομίζω ὅτι ὁ διάλογος μεταξύ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν Βαρλαάμ-Ἀκινδύνου-Γρηγορᾶ δείχνει τήν ὑφισταμένη μεγάλη διαφορά μεταξύ Ὀρθοδόξου καί Δυτικῆς παραδόσεως στήν θεολογία.
4. Πρός ἐπίρρωση τῶν ἀνωτέρω θά πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐκφράζεται μέ τίς ἑπτά (7) Οἰκουμενικές Συνόδους, καθώς ἐπίσης καί μέ τήν ὀγδόη ἐπί Μεγάλου Φωτίου καί τήν ἐνάτη ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συνόδους «καθολικοῦ κύρους», δηλαδή οἰκουμενικές. Οἱ δύο τελευταῖες Σύνοδοι δείχνουν τήν σαφέστατη διαφορά τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας ἀπό τήν δυτική θεολογία, ἡ ὁποία εἰσήγαγε τό Filioque καί τό actus purus, οἱ ὁποῖες γιά μᾶς εἶναι αἱρέσεις. Ἄλλωστε, καί τό Filioque προέρχεται ἀπό τήν αἵρεση τοῦ actus purus, διότι ταυτίζεται στόν Θεό ἡ οὐσία καί ἡ ἐνέργεια καί ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ μέ τόν κόσμο μέ κτιστές ἐνέργειες.
Οἱ Ρωμαιοκαθολικοί δέχονται τίς ἑπτά πρῶτες Οἰκουμενικές Συνόδους, ὅμως δέν δέχονται τήν ὀγδόη Οἰκουμενική Σύνοδο ἐπί Μεγάλου Φωτίου τό 879, τήν ὁποία δεχόμαστε ἐμεῖς, ἀλλά δέχονται ὡς ὀγδόη τήν Σύνοδο τοῦ 869 πού κατεδίκασε τόν Μέγα Φώτιο!! Ἐπίσης, δέν δέχονται τήν ἐνάτη Οἰκουμενική Σύνοδο ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, καθώς ἐπίσης προσθέτουν καί ἄλλες δεκατρεῖς (13), κατ’ αὐτούς Οἰκουμενικές Συνόδους, συνολικά δέχονται 21 Οἰκουμενικές Συνόδους, ἡ τελευταία εἶναι ἡ Β΄ Βατικανή Σύνοδος τοῦ 1965.
Συνεπῶς, ὁ θεολογικός διάλογος πού πρέπει νά γίνεται, πρέπει νά στηρίζεται στήν ὀρθόδοξη πατερική παράδοση καί στίς Συνοδικές ἀποφάσεις. Ἄλλωστε, κατά τήν ἀπόφαση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης «ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», πού εἶναι «ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία», «πιστεύει» ὅτι οἱ σχέσεις της μέ τίς ἄλλες, τίς «κατά τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν ἑτερόδοξες χριστιανικές ἐκκλησίες καί ὁμολογίες», οἱ ὁποῖες δέν βρίσκονται σέ κοινωνία μαζί της, «πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ’ αὐταῖς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς». Ἄρα, ὑφίσταται σοβαρό θεολογικό καί ἐκκλησιολογικό πρόβλημα, πού δέν μπορεῖ νά ἀγνοεῖται καί νά παραθεωρεῖται.
Ὅπως εἶναι εὐνόητο δέν εἶμαι ὑπέρ τοῦ ἀπομονωτισμοῦ, ἀλλά ὑπέρ τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, μέσα ὅμως ἀπό τό consensus patrum τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Φυσικά, συγχρόνως εἶμαι καί ὑπέρ τοῦ πραγματικοῦ διαλόγου μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, διότι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν πρέπει νά λειτουργῆ ὡς μιά «Συνομοσπονδία Ἐκκλησιῶν», κατά τό Προτεσταντικό πρότυπο καί τήν αἵρεση τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, πράγμα πού εἶναι ἀπαράδεκτο ἐκκλησιολογικά.




