«Αδελφοί, ο καρπός του Αγίου Πνεύματος είναι η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η καλοσύνη, η αγαθότητα, η πίστη, η πραότητα, η εγκράτεια. Τίποτε απ’ αυτά δεν καταδικάζει ο νόμος. ‘Αλλωστε όσοι είναι του Χριστού έχουν σταυρώσει τον αμαρτωλό εαυτό τους μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες του. Αφού, λοιπόν, ζούμε με τη δύναμη του Πνεύματος, πρέπει ν’ ακολουθούμε το Πνεύμα. Ας μη γινόμαστε ματαιόδοξοι, ας μην προκαλούμε κι ας μη φθονούμε ο ένας τον άλλο. Αν κάποιος, αδερφοί μου, βρεθεί να κάνει κάποιο παράπτωμα, εσείς που έχετε το Πνεύμα του Θεού να τον διορθώνετε με πραότητα. Προσέχετε μόνο να μην παρασυρθείτε κι εσείς από τον πειρασμό. Να σηκώνετε ο ένας το φορτίο του άλλου, κι έτσι θα εφαρμόσετε πλήρως το νόμο του Χριστού» (Γαλ.5,22-6,2).

Λίγο πριν από την περικοπή από την προς Γαλάτας επιστολή του Απ. Παύλου που αναγινώσκεται στη σημερινή Θεία Λειτουργία απαριθμούνται τα «έργα της σαρκός» (Γαλ.5,19), που είναι οι διάφορες ηθικές κυρίως παρεκτροπές που κυριαρχούν στον προχριστιανικό κόσμο. Σε αντίθεση με αυτά, στην αρχή της περικοπής μας κάνει λόγο ο Απόστολος για τον «καρπό του Πνεύματος». Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι όταν αναφέρεται ο Παύλος στη σάρκα χρησιμοποιεί τη λέξη «έργα», που παραπέμπει σαφώς σε ανθρώπινες εκδηλώσεις οι οποίες συνδέονται με την αδυναμία και αμαρτωλότητα του ανθρώπου, ενώ όταν κάνει λόγο περί του Πνεύματος, δηλ. του Αγίου Πνεύματος, χρησιμοποιεί την πιο θετική και οργανική λέξη «καρπός».

Μια δεύτερη παρατήρηση που αποτελεί επίσης προϋπόθεση για την κατανόηση των όσων γράφονται παρακάτω στο ανάγνωσμα είναι η αντίθεση και πάλη μεταξύ σαρκός και Πνεύματος. Θα ήταν τελείως ξένο προς την Παύλεια θεολογία και τη χριστιανική ανθρωπολογία γενικότερα να σκεφτεί ο αναγνώστης ότι η πάλη αυτή συμπίπτει με την Πλατωνική αντίθεση μεταξύ σώματος και ψυχής. Θα ήταν λάθος ένας τέτοιος παραλληλισμός και θα μαρτυρούσε άγνοια της χριστιανικής ανθρωπολογίας. «Σαρξ» δεν είναι για τον Απ. Παύλο το υλικό μέρος του ανθρώπου σε αντίθεση με την άϋλη ψυχή του. «Σάρκα» ονομάζει ο Παύλος ολόκληρο τον άνθρωπο θεωρούμενον υπό το πρίσμα της αδυναμίας του και της υποταγής του στο κακό και στις αντίθεες δυνάμεις.

Μέσα στο πλάτος της βιβλικής έννοιας σαρξ περιλαμβάνεται τόσο το σώμα όσο και η ψυχή, γι’αυτό και γίνεται λόγος για επιθυμίες και θελήματα της σάρκας που προέρχονται τόσο από το σώμα όσο και από την ψυχή. Η πάλη ανάμεσα στη σάρκα και το Πνεύμα δεν είναι οντολογική, δεν οφείλεται δηλ. σε δυο αντιτιθέμενες οντολογικές αρχές αλλά είναι δυαρχία ηθικής φύσεως. Είναι η πάλη ανάμεσα στις δυνάμεις του «παλαιού ανθρώπου», για να χρησιμοποιήσουμε άλλη Παύλεια ορολογία, και του «καινού ανθρώπου», ανάμεσα στο κακό και στο καλό όχι με φιλοσοφική έννοια αλλά με ηθική διάσταση. Με άλλα λόγια, η «σαρξ» δηλώνει ολόκληρο τον άνθρωπο όταν αυτός είναι υποταγμένος στη φθορά , την αμαρτία και τον θάνατο, ενώ ο όρος Πνεύμα δηλώνει πάλι ολόκληρο τον άνθρωπο (σώμα και ψυχή), τον αναγεννημένο και διακατεχόμενο από το Άγιο Πνεύμα, τον «πνευματικό» άνθρωπο.

Οι καρποί αυτού του πνευματικού ανθρώπου απαριθμούνται ήδη στην αρχή της περικοπής και είναι οι ακόλουθοι: 1) η αγάπη, προφανώς η αγάπη προς τον Θεό αλλά και προς τον συνάνθρωπο, αγάπη που είναι περιεκτική και συνισταμένη όλων των άλλων καρπών (αρετών) που απαριθμούνται στη συνέχεια. δεν είναι ένα επιφανειακό συναίσθημα αλλά καρπός μιας καινούργιας ζωής, μιας νέας τοποθετήσεως του ανθρώπου έναντι του Θεού και των άλλων ανθρώπων. 2) η χαρά που προέρχεται από τη συνείδηση της σωτηρίας και που συνδέεται άμεσα 3) με την ειρήνη, όχι μόνο ως εσωτερική ψυχική κατάσταση αλλά ως σωστή σχέση με τον Θεό και τους άλλους ανθρώπους, 4) η μακροθυμία, που σημαίνει υπομονή και αποτελεί αντανάκλαση της μακροθυμίας του Θεού που δέχεται και συγχωρεί τα παραστρατήματα των ανθρώπων, 5) η «χρηστότης», δηλ. η καλοσύνη, 6) η αγαθότητα, 7) η πραότητα που μακαρίζεται στην επί του όρους ομιλία του Χριστού («μακάριοι οι πραείς……»), 8) η πίστη και εμπιστοσύνη προς τον Θεό αλλά και η αξιοπιστία στους λόγους του έναντι των συνανθρώπων, και 9) η εγκράτεια.

΄Οποιος έχει τις παραπάνω αρετές δεν υπάγεται στις περιπτώσεις που καταδικάζει ο νόμος του Θεού, όπως τον εκφράζει στη διδασκαλία του ο Χριστός. Και δεν υπάγεται σ’αυτές, γιατί έχει συσταυρωθεί μαζί με τον Χριστό ως προς τον παλαιό αμαρτωλό εαυτό του μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες του και ζει στη νέα πραγματικότητα όπου κυριαρχεί το Πνεύμα του Θεού. Αυτός που ζει σύμφωνα με το Πνεύμα του Θεού δεν είναι νοητό να έχει ματαιοδοξία ή φθόνο προς τον αδελφό του. Επιπλέον, αυτός έχει υποχρέωση να διορθώνει με πραότητα τα παραπτώματα του αδελφού, έχοντας πάντοτε σε εγρήγορση την προσοχή του μήπως υποπέσει και ο ίδιος σ’αυτά. Ο νέος νόμος της αγάπης εκδηλώνεται με το να σηκώνει κανείς το φορτίο του συνανθρώπου-αδελφού του, εφαρμόζοντας έτσι πλήρως τον νόμο του Χριστού. Ο Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης δεν επέτρεπε πράξεις εχθρότητας προς τους άλλους, ο Νόμος του Χριστού, δηλ. της Καινής Διαθήκης, ζητεί κάτι πολύ παραπάνω, την εκδήλωση αγάπης και συμμετοχή στο πρόβλημα του αδελφού.

Ο κ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος, είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. ειδικός στην ερμηνεία της Καινής Διαθήκης

Ετικέτες: