Σχεδόν δυο μήνες  πριν, γράφοντας ένα κείμενο με τον τίτλο «Tης Εκκλησίας ημών εμπιπραμένης ημείς ψάλλομεν», είχα καταλήξει με ένα ερώτημα: «Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα και για την Εκκλησία να ασχοληθεί με τα δικά της «Εξάρχεια» για να επανέλθει, όσο είναι δυνατό, η τάξη και η ηρεμία;».

Η τελευταία απόφαση της ΔΙΣ έδειξε πως τόσο ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, που έθεσε το θέμα, όσο και τα μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, μάλλον κατάλαβαν πως η κατάσταση στα «Εξάρχεια» της Εκκλησίας έχει φτάσει πια σε κρίσιμο σημείο. Η κρισιμότητα της κατάστασης φάνηκε και από τις αντιδράσεις όσων διάβασαν την απόφαση. Η πόλωση δημιουργήθηκε με τρομακτικό αυτοματισμό.

Αρκετοί ήταν αυτοί που έδειξαν να ενοχλούνται από την κίνηση της Συνόδου να στραφεί κατά των δυο «ομολογητών» στα μάτια τους, ιεραρχών και ακόμη περισσότεροι (έτσι θέλω να πιστεύω τουλάχιστον) εκείνοι που «φουσκώνοντας» από ανακούφιση είπαν, αυτό το πολλές φορές λυτρωτικό, «επιτέλους».

Το  πλέον ανησυχητικό όμως είναι, πως η πλειονότητα όσων ξεστόμισαν το «επιτέλους» σχεδόν ταυτόχρονα αναφώνησαν το διόλου ενθαρρυντικό… «σιγά μην γίνει κάτι».

Από την ελπίδα στην απογοήτευση.

Η αλήθεια είναι πως και η ίδια η απόφαση δεν βοηθά ιδιαίτερα. Ένα ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία «ο κόσμος το ‘χει τούμπανο»  παραπέμπεται πρώτα σε επιτροπή, για να διαπιστώσει αν πράγματι οι ιεράρχες έχουν υποπέσει σε σφάλματα, να ενημερωθεί ξανά η ΔΙΣ και εν συνεχεία να αποφασίσει αν τελικά θα παραπέμψει την υπόθεση στην εκκλησιαστική Δικαιοσύνη.

Σαν να είσαι πάνω σε ένα παγόβουνο και να ζητάς πραγματογνώμονα για να σου πιστοποιήσει ότι πράγματι βρίσκεσαι πάνω σε ένα τέτοιο. Προσωπικά, αν θα καλούσα έναν τέτοιο ειδικό θα του ζητούσα να μου πει πόσο μεγάλο είναι και πόσο βαθιά φτάνει το παγόβουνο, γιατί όλοι ξέρουμε πολύ καλά που στεκόμαστε κι ακόμη καλύτερα γνωρίζουμε πως αυτό με το οποίο η ΔΙΣ δείχνει πως πάει να ασχοληθεί είναι μόνο η κορυφή του.

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν διεκδικώ ρόλο «Σαλώμης» ούτε έχω κάποια αγωνία να δω κεφάλια σε δίσκους. Όμως όταν βλέπω την Εκκλησία μου, η οποία επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο σκέψης της κοινωνίας μου, να πολιορκείται από φονταμενταλιστικές ακρότητες που έχουν ξεπεραστεί από την εποχή των κατακομβών, μια αγωνία για το που πάμε, την έχω.   

Κατάρες, αφορισμοί, θαύματα, μαντζούνια, απίθανες θεωρίες… αποτελούν πλέον κομμάτι της καθημερινότητας μας. Γελάσαμε την πρώτη φορά. Γελάσαμε την δεύτερη. Λάθος μας και τις δυο. «Παγώσαμε» όταν είδαμε ακραίες ιδεολογίες να κλείνουν σπίτια όμως και πάλι δεν κάναμε κάτι.  Και τώρα που βλέπουμε ανθρώπους να πεθαίνουν από αυτές… κάπως ταρακουνηθήκαμε. Και πάλι όμως όχι αρκετά.

Όμως, κακά τα ψέματα. Όποια απόφαση κι αν ληφθεί για το μέλλον των μητροπολιτών Αιτωλίας και Κυθήρων, ακόμη και η πιο σκληρή, δεν θα λυθεί το πρόβλημα. Ο λόγος και η στάση των δύο ιεραρχών δεν είναι η «ασθένεια» αλλά τα συμπτώματα. Κι όπως λένε μονότονα οι ειδικοί του χώρου της ψυχικής υγείας συνήθως,  το πρώτο βήμα για την θεραπεία είναι να αναγνωρίσεις πως τη χρειάζεσαι  Αυτό λοιπόν που πρώτα απ’ όλα οφείλει να διαπιστώσει η διοίκηση της Εκκλησίας είναι η ύπαρξη του προβλήματος. Να το δει. Να το δει κατάματα. Να το αναγνωρίσει. Να το μελετήσει. Κι αφού κάνει όλα αυτά να διαβουλευτεί ώστε να βρει τον τρόπο να το αντιμετωπίσει.

Η ιστορία της Εκκλησίας είναι γεμάτη θαύματα. Όμως ποτέ δεν καταγράφηκε θαύμα που να λύνει τα διοικητικά προβλήματα. Αυτή ήταν ανέκαθεν η δουλειά ανθρώπων με θάρρος και όραμα. Ανθρώπων που δεν δίστασαν να συγκρουστούν όταν πλέον η κατάσταση ήταν αδιέξοδη αλλά και δεν φοβήθηκαν να συνθέσουν όταν έβλεπαν πως η σύγκρουση δεν είναι η λύση.

Κι εδώ είναι πασιφανές πως χρειάζονται και συνθέσεις αλλά και συγκρούσεις.

Το πιο επικίνδυνο βέβαια σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι επιβεβαιωθούν οι απελπισμένοι απαισιόδοξοι. Να μην γίνει δηλαδή τίποτα. Τότε θα εδραιωθεί η πεποίθηση της ατιμωρησίας, η αντίληψη πως ο καθένας μπορεί να λέει και να πράττει ό,τι θέλει χωρίς την παραμικρή επίπτωση και εν τέλει να εμπεδωθεί η άποψη πως το καράβι… πάει μόνο του.

Αφού λοιπόν η Σύνοδος αποφάσισε να μπει στα «Εξάρχεια» καλά θα κάνει να μείνει εκεί μέχρι να δώσει λύσεις. Αν δεν το κάνει, τότε καλύτερα να μην έμπαινε καθόλου.

Ο Ανδρέας Λουδάρος έχει σπουδάσει δημοσιογραφία στην Αθήνα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Εργάζεται ως εκκλησιαστικός συντάκτης από το 1999

Ετικέτες: