Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022 | 0:08

Ο ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ: Ιερό και πολιτικό σύμβολο των Βυζαντινών

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Θεόδωρος Ξ. Γιάγκου
Θεόδωρος Ξ. Γιάγκου
O καθηγητής κ. Θεόδωρος Γιάγκου διδάσκει Κανονικό Δίκαιο στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. της οποίας διετέλεσε Κοσμήτωρ

Του ιδίου συγγραφέα:

«Εθεώρουν σήμερον εν οράματι της νυκτός την κυρίαν ημών Μάρθαν, την μητέρα σου (του αγίου Συμεών Θαυμαστορείτη) και ημών πάντων, ισταμένην ενώπιον της μητρός του Κυρίου, της Παναγίας αειπαρθένου Μαρίας, και εξέτεινε τας χείρας αυτής η κυρία η μεγάλη (δηλαδή η Μάρθα[1]) εν σχήματι σταυρού και εγένετο όλη ωσεί σταυρός, εκ χρυσού και αργυρού μεταμορφουμένη και απαστράπτουσα ακτίνας φωτός ως ο ήλιος˙ μόνον δε το πρόσωπον αυτής υπεράνω του σταυρού ελογίζετο˙ όλη γαρ μεταβληθείσα εν είδει σταυρού φωτεινού δεδοξασμένη εφαίνετο»[2].

Με αυτά τα λόγια, ένας ευλαβής μαθητής του αγίου Συμεών Θαυμαστορείτη αφηγείται την εμπειρία, την οποία ο ίδιος έζησε, τέσσερεις μήνες πριν τον θάνατο της Μάρθας[3] (+ 4 Ιουλίου 547;), της μητέρας του νέου στυλίτη, όπως είναι επίσης γνωστός στις πηγές, και λίγο πριν αυτός ανέλθει στον μεγάλο στύλο[4]. Ο βιογράφος της αγίας Μάρθας θέλησε να απαθανατίσει όσα φανέρωσε ο μαθητής του Συμεών, όχι μόνο για να εξάρει την αγιότητα της μητέρας του Συμεών, αλλά και για να δώσει ένα απτό θεϊκό σημάδι, που θα επιβεβαίωνε ότι η ανάβαση του Συμεών στον στύλο και η σκληρή άσκηση εκεί ετύγχαναν της θείας ευαρέσκειας. Η Μάρθα παρουσιάζεται να έχει απέναντι στον γιό της και τους μαθητές του παρόμοια σχέση με εκείνη της Παναγίας απέναντι στον Χριστό και στον κύκλο των αποστόλων. Μέσα στην αδελφότητα, η Μάρθα απολάμβανε τον σεβασμό και το κύρος ενός πνευματικού αναστήματος[5].

Ο βιογράφος της Μάρθας, στην ίδια χρονική συνάφεια, καταγράφει και μια δεύτερη οπτασία, η οποία σχετίζεται και πάλι με τον σταυρό, αυτή τη φορά με αποδέκτη τον Συμεών. Και αυτός «είδεν εν οράματι της νυκτός ότι έμπροσθέν του ετέθη αυτή (τη Μάρθα) θρόνος και επεκαθέσθη …, οι δε αδελφοί εκύκλωσαν αυτήν ως τέκνα παριστάμενοι αυτή», ενώ η αγία απήγγελλε τους στίχους του Μακάριος ανήρ, ενός ψαλμού που από παλαιά λειτουργική παράδοση αναφερόταν στην τιμή των οσίων. Στη συνέχεια η αγία «αναστάσα και κατέχουσα τον τίμιον σταυρόν επορεύετο εντεύθεν έμπροσθεν» του Συμεών «επί την μάνδραν», ενώ οι μοναχοί «εκύκλωσαν» την αγίαν «εν ψαλμοίς κατανύξεως»[6]. Στον Βίο του Συμεών, η συγκεκριμένη οπτασία μεταφέρεται ως γεγονός και περιγράφεται κατά τα ακόλουθα: «Μέγα φρονήσασα η όντως οσία Μάρθα, η κατά σάρκα αυτού μήτηρ, έλαβε τον τίμιον και ζωοποιόν σταυρόν και προεπορεύετο αυτού ψάλλουσα˙ “Σώσον ημάς, υιέ του Θεού ο σταυρωθείς δι’ ημάς˙ Κύριε, δόξα σοι, αλληλούϊα”. Άραντες ουν τον δούλον του Θεού οι αδελφοί ταις χερσίν εαυτών ως σκεύος άγιον και υμνούντες τον Θεόν εισήγαγον εν τη παρ’ αυτού οικοδομηθείση αγία του Θεού εκκλησία, και προσκυνήσαντες αυτώ και δεηθέντες παραθέσθαι αυτούς τω Κυρίω ανήγαγον αυτόν και μετ’ ειρήνης και υμνωδίας έστησαν εν τω τιμίω αυτού κίονι»[7].

Στα παραπάνω παραθέματα, κεντρική θέση για την έκφραση της θείας παρουσίας έχει ο τίμιος σταυρός, ο οποίος λιτανευόμενος σφραγίζει, εν προκειμένω, τη μάνδρα αλλά και το στύλο του Αγίου με τη δύναμη του ισχυρού όπλου του Χριστού, καθιερώνοντας έτσι τον χώρο, όπως εξάλλου γίνεται και με την τοποθέτηση μαρτυρικών λειψάνων στην αγία τράπεζα, καθώς επιτάσσουν η λειτουργική τάξη και οι ιεροί κανόνες (7/Ζ΄ Οικουμ.). Ωστόσο, στα  δυο τελευταία παραθέματα υπονοείται και ένας συμβολισμός. Η ανάβαση ενός ασκητή στον στύλο και η δια βίου πάλη κατά των παθών και των διαβολικών δυνάμεων, καθώς και οι ακατάπαυστες δεήσεις προς τον Θεό για τη σωτηρία του κόσμου, είναι μια προφανής μίμηση της ανόδου του Χριστού στον σταυρό. Έτσι, ο στύλος του ασκητή, κατ’ αναλογίαν, γίνεται ό,τι για τον Χριστό ο σταυρός. Και οι δύο πορεύονται εκουσίως προς το μαρτύριο και παραμένουν «υπήκοοι» στον Θεό Πατέρα (Φιλιπ. 2,8) στον «τόπο» της αθλήσεως μέχρι τη μετά θάνατο «αποκαθήλωσή» τους[8].

Ο Συμεών διατηρούσε έντονα στη μνήμη του, με πολύ ευγνωμοσύνη προς τη μητέρα του, το γεγονός ότι εκείνη λίγο πριν την ανάβασή του στον στύλο, που ήταν ο προσωπικός του σταυρός, κρατώντας στα χέρια της τον «ζωοποιόν σταυρόν» και προπορευόμενη στη λιτανεία των μοναχών, συνήψε με τις εκτενείς δεήσεις της τον πνευματικό δεσμό του γιού της με τον Χριστό. Έτσι, εξελάμβανε ο ίδιος την πράξη της μητέρας του. Ο δεσμός αυτός ήταν επισφραγισμένος με τη δύναμη του σταυρού, ο οποίος «μετήρε» τον Συμεών, κατά την ομολογία του ιδίου, «εκ δυνάμεως εις δύναμιν επί την ανάβασιν» αυτού στον στύλο[9].

Ο Συμεών, σε ένα πνεύμα βαθύτατου σεβασμού προς τη μητέρα του, θέλοντας να αναδείξει εμπράκτως τη σχέση αυτής και του ιδίου με τον σταυρό, με εκτενείς δεήσεις, εναποθέτει στον Θεό την ελπίδα, για να του δοθεί απότμημα τιμίου ξύλου από τα Ιεροσόλυμα. Σε ένα σκηνικό οράσεων, προοράσεων και ενεργειών, εντέλει ο σκευοφύλακας του ναού της Αναστάσεως Θωμάς, ο οποίος, με βασιλική προσταγή, ήταν τότε ο καταπιστευμένος στη φύλαξη των αγίων ξύλων και των κλειδιών της Αναστάσεως και του Γολγοθά[10], εκπληρώνει την επιθυμία του Συμεών. Ο βιογράφος της Μάρθας επισημαίνει ότι ο Συμεών ήθελε να αποτρέψει την οποιαδήποτε μομφή εναντίον του από πρόσωπα επιρρεπή στην επίκριση, ότι δήθεν ο ίδιος προωθούσε με προσωποληψία την αγιοκατάταξη της μητέρας του[11]. Στην πραγματικότητα, παρά τη μεμψιμοιρία, η αγιότητά της ήταν ένα ευρύτατα αποδεκτό γεγονός, που δύσκολα μπορούσε να ανατραπεί[12]. Μάλιστα, εντός της μονής είχε ανεγερθεί τρίκογχος ταφικός ευκτήριος οίκος, όπου τοποθετήθηκε η σορός της Αγίας[13], ίσως και ο σταυρός που στάλθηκε από τα Ιεροσόλυμα, για να συνδυάζεται έτσι η μνήμη της αγίας με το ιερό σύμβολο των χριστιανών[14]. Ένας τέτοιος συνδυασμός εξέφραζε τις πραγματικές προθέσεις του Συμεών, όταν αναζητούσε τεμάχιο τιμίου ξύλου για τη μονή του. Ο βιογράφος της Μάρθας επισημαίνει ότι το τίμιο ξύλο έφτασε στη μονή την ίδια ακριβώς μέρα και ώρα, στον πρώτο χρόνο, από τότε που η μακαρία Μάρθα εξαρχούσε της λιτανείας με σταυρό[15], «μέλλοντος του αγίου ανέρχεσθαι εις τον κίονα», όπως ήδη αναφέραμε.

Στην επιστολή του σταυροφύλακα, που κομίσθηκε από τα Ιεροσόλυμα μαζί με το τίμιο ξύλο στο Θαυμαστόν Όρος, γίνεται λεπτομερής περιγραφή του αναθήματος: «Κατά την κέλευσιν υμών, αγιώτατε, απέστειλα υμίν τιμίαν και άχραντον μερίδα του ζωοποιού σταυρού, εγκλείσας αυτήν εν μέσω σταυρού χρυσού, και εις τας δυο χείρας του αυτού σταυρού ενέκλεισα εκ της τιμίας πέτρας του αγίου και ενδόξου Γολγοθά γυμνά, όπου το τίμιον αυτού αίμα εξέχεεν ο υιός του Θεού, και εις τας ετέρας δύο αρχάς, άνωθεν τε και κάτωθεν, ενέκλεισα εκ του αγίου λίθου του αποκυλισθέντος υπό του αγίου αγγέλου από της θύρας του ενδόξου και αχράντου μνήματος του Κυρίου και Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ομοίως και ταύτα γυμνά δια το προσκυνείσθαι»[16].

Λίγα χρόνια αργότερα, κάποιος ένδοξος πατρίκιος και κουροπαλάτης, με το όνομα Δομνιτζιόλος, αποστέλλει στον μεγάλο ασκητή και επίσκοπο Αναστασιουπόλεως, παρά την Άγκυρα, Θεόδωρο Συκεώτη έναν παρόμοιο σταυρό, «επί τη χρεία της τε λιτής και της προσκυνήσεως». Ένας άλλος Θωμάς, ο τότε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (607-610) [οφείλω να παραδεχθώ ότι η ομωνυμία με προβλημάτισε εάν πρόκειται περί του ιδίου προσώπου], παραχωρεί στον Δομνιτζιόλο «μερίδα εκ του τιμίου ξύλου και εκ του λίθου του αγίου κρανίου και εκ του αγίου μνήματος του σωτήρος ημών Θεού», για να δοθούν στον άγιο Θεόδωρο. Και αυτός ο σταυρός είχε τα ίδια ακριβώς τίμια λείψανα με εκείνα που τοποθέτησε ο σταυροφύλακας του ναού της Αναστάσεως στον σταυρό που έστειλε στο Θαυμαστόν Όρος. Όμως, ο πατριάρχης Θωμάς πρόσθεσε «και κράσπεδον εκ του μαφορίου της Παναγίας Θεοτόκου»[17] και όλα μαζί τα εγκυβώτισε μόνο στον ομφαλό του σταυρού και όχι στα άκρα, όπως έκανε ο σταυροφύλακας Θωμάς.

Στην πραγματικότητα και οι δυο χρυσοί σταυροί περιέκλειαν λείψανα από τα μεγάλα προσκυνήματα του ναού της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα. Ήταν δηλαδή ένα «αποτύπωμα» των ιερών σεβασμάτων του ναού, το οποίο, στη λογική της λατρευτικής τιμής εξακτίνωνε τον ναό της Αναστάσεως στη χριστιανική οικουμένη, δηλαδή όπου υπήρχε ένας τέτοιος σταυρός λειτουργούσε ως ένας μικρός ναός της Αναστάσεως. Εξάλλου, κάτι αντίστοιχο παρατηρείται και στις περιπτώσεις των πολλών ναών των αφιερωμένων στην Αγία Σοφία που βρίσκονταν στη βυζαντινή περιφέρεια, σε σχέση με εκείνον στην Κωνσταντινούπολη. Με αυτή τη λογική της εξακτίνωσης προβάλλονταν ακόμη περισσότερο τα χριστιανικά κέντρα. Έχω τη γνώμη ότι σε αυτό το πνεύμα αναγωγής ευρίσκονται και οι γνωστοί σταυροί της Κύπρου: Σταυροβουνίου, Λευκάρων και Ομόδους, όπως και εκείνοι που υπήρχαν σε ναούς και μονές άλλων τοπικών Εκκλησιών. Είναι πολύ χρήσιμη η πληροφορία που παραθέτει ο βιογράφος του αγίου Νικολάου της Σιών (6ος αι., μνήμη 10 Δεκεμβρίου), ότι η μονή την οποία ο ίδιος ίδρυσε ως Νέα Σιών, ήταν «αντίτυπος της Αγίας Πόλεως Ιερουσαλήμ»[18]. Θυμίζω επίσης εδώ και την περίπτωση του αγίου Νεοφύτου Εγκλείστου, ο οποίος το 1164, πέντε μόλις χρόνια μετά την εγκαταβίωσή του στο σπήλαιο της Πάφου, το οποίο αφιέρωσε στον τίμιο σταυρό, διηγέρθη σε εργώδη αναζήτηση τιμίου ξύλου[19]. Για τον Νεόφυτο η Εγκλείστρα ήταν η «Νέα Σιών»[20], με προφανή αναγωγή αυτού του χώρου και πάλι στα Ιεροσόλυμα.  

Στο Θαυμαστόν Όρος, όταν έλαβαν το τεμάχιο του τιμίου σταυρού, κατά την πρώτη επέτειο της μνήμης της οσίας Μάρθας (δηλαδή την 4η Ιουλίου 548), οι πατέρες, με «πλήθη ανδρών και γυναικών» επιτέλεσαν «παννύχιον αγρυπνίαν», και «όρθρου βαθέος» προτάθηκε ενώπιόν τους ο ζωοποιός σταυρός για να τον προσκυνήσουν, ενώ όλοι μαζί έψαλλαν: «Τον σταυρόν σου προσκυνούμεν, δέσποτα, και την αγίαν σου ανάστασιν δοξάζομεν». Ύστερα έγινε η λιτάνευση του τιμίου ξύλου, «διακόνων οψικευόντων μετά ριπιδίων και θυμιατηρίων και ψαλλόντων˙ Σώσον ημάς, υιέ Θεού», και πάλιν με την αμφιλεγόμενη προσθήκη «ο σταυρωθείς δι’ ημάς˙ αλληλούϊα». Μετά τη λιτάνευση και την προσκύνηση των τιμίων ξύλων, άρχισε «η ακολουθία των αναγνωσμάτων» (αυτήν που σήμερα χαρακτηρίζουμε ως λειτουργία του λόγου), ενώ ολοκληρώθηκε η εορτή της μνήμης της οσίας με την τέλεση της θείας λειτουργίας (αναφοράς) από τον Συμεών[21]. Με αυτόν τον τρόπο ο Συμεών θέλησε, κατά την πρώτη επέτειο της μνήμης της μητέρας του, να επαναλάβει στον χώρο της μονής, παρόμοια λιτανευτική πράξη με εκείνη της Οσίας, πριν την άνοδό του στον στύλο.

Ο βιογράφος της Μάρθας, εκτός από τα παραπάνω, μας δίνει και μια άλλη χρήσιμη πληροφορία. Το πρόσωπο που μετέφερε τον σταυρό από τα Ιεροσόλυμα στο Θαυμαστόν Όρος ονομαζόταν Αντώνιος και ήταν Ίβηρας[22]. Ο βιογράφος της Μάρθας επαινεί τον Αντώνιο ως άνθρωπο αρετής και επισημαίνει ότι με ενέργειες του Συμεών αυτός χειροτονήθηκε επίσκοπος Σελευκείας της Αντιόχειας[23]. Ο Αντώνιος ήταν ένας από τους πρώτους κρίκους που καλλιέργησαν τη δημιουργική σχέση των μοναστικών κέντρων της Αντιόχειας με τους Ίβηρες, με ιδιαίτερα ευεργετικά αποτελέσματα για τον θεολογικό και εκκλησιαστικό τους κόσμο. Ο βιογράφος του Συμεών επιπρόσθετα αναφέρει ότι κάποια στιγμή «ο άγιος εν εκστάσει γενόμενος είδε πλήθη ανδρών και γυναικών και παιδίων μετά σταυρών ερχόμενα από ανατολών προς αυτόν, λιτάς και δοξολογίας αναπέμποντα τω Θεώ». Κατά θεία πληροφόρηση προς τον Συμεών, αυτοί ήταν το «έθνος των Ιβήρων», οι οποίοι, σύμφωνα με την οπτασία, θα αγαπούσαν τον άγιο και θα διέδιδαν την τιμή του στην πατρίδα τους[24]. Πολλοί Ίβηρες μάλιστα μόνασαν έκτοτε στο Θαυμαστόν Όρος, καθιστάμενοι «εύχρηστοι και πιστοί» για την αδελφότητα. Αργότερα ο Νίκων του Μαύρου Όρους θα επαινέσει τον ευεργετικό ρόλο που είχαν οι Ίβηρες μοναχοί του Θαυμαστού Όρους και των άλλων μοναστικών κέντρων της Αντιόχειας[25]. Έχει σημασία για το θέμα μας ότι οι Ίβηρες μοναχοί προσήλθαν στο Θαυμαστόν Όρος κρατώντας το σύμβολο της χριστιανικής τους ταυτότητας. Ένα γεγονός που διαγράφει τη βαθιά σχέση των Ιβήρων με τον σταυρό, η οποία άφησε αποτυπώματα στα Ιεροσόλυμα όπως και στην Κύπρο. Οι Ίβηρες προσκυνητές του αγίου Συμεών, στην πραγματικότητα, ακολούθησαν την αντίθετη πορεία προς εκείνη που πορεύθηκε δυο αιώνες νωρίτερα η ισαπόστολος αγία Νίνα, όταν κήρυξε στους ομοεθνείς της, στην ανατολική Γεωργία, τον Χριστό, ύστερα από τη συναίνεση και την ευλογία του θείου της πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιουβεναλίου. Αυτή πορευόμενη στο έργο της ιεραποστολής, κρατούσε ένα σταυρό, που έλαβε από την Παναγία, όπως αναφέρει ο βιογράφος της[26].

Τα γεγονότα δηλώνουν ότι οποιαδήποτε σοβαρή εκκλησιαστική πράξη, από τον εκχριστιανισμό ενός έθνους μέχρι τη σχέση με ένα άγιο, ετίθεντο κάτω από τη σφραγίδα του σταυρού, ως πίστωση της θείας επινεύσεως και ως διασφάλιση της θείας προστασίας. Ο σταυρός ήταν ο εγγυητής μιας αδιάπτωτης σχέσης με τον Θεό.

***

Ύστερα από την εκτενή αναφορά σε επιλεκτικές μαρτυρίες περί του σταυρού των αγιολογικών κειμένων, κατά το πλείστον του 6ου και 7ου αιώνα, τίθεται εύλογα το ερώτημα: Ποια σχέση μπορεί να έχει η τότε αντιοχειανή εκκλησιαστική πραγματικότητα με την Κύπρο; Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα δεν μπορεί να είναι αυτονομημένη από τη γενικότερη σχέση της Εκκλησίας της Κύπρου με την «πνευματική της ενδοχώρα», όπως την ονόμασε ο J. Darrouzès[27], δηλαδή με τις απέναντι εκκλησιαστικές επαρχίες, κυρίως των δυο παλαίφατων πατριαρχείων, της Αντιόχειας και των Ιεροσολύμων. Μην ξεχνάμε ότι ο συγγραφέας του Βίου του Συμεών, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν ο Αρκάδιος Κωνσταντίας[28], ένας λόγιος αρχιερέας με εκπεφρασμένο ζήλο και για την προβολή των Κυπρίων αγίων. Ο Λεόντιος Νεαπόλεως παραδέχεται ότι αυτός που τον προέτρεψε να συντάξει τους Βίους των αγίων Σπυρίδωνα και Ιωάννη Ελεήμονα ήταν ο Αρκάδιος[29]. Πίσω από αυτή την παραδοχή εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Αρκάδιος ήταν ένας από τους βασικούς συντελεστές της άνθησης της κυπριακής αγιολογικής γραμματείας κατά τον 7ο αιώνα[30]. Παράλληλα, ο ιστορούμενος από αυτόν άγιος Συμεών ήταν για την ευρύτερη περιοχή ένας θρύλος ασκητή. Σε αυτόν τον στυλίτη Συμεών πιθανότατα αναφέρεται ο Λεόντιος Νεαπόλεως στον Βίο του αγίου Ιωάννη Ελεήμονα, υποδεικνύοντας στον αναγνώστη του τη διδασκαλία του πρώτου για τον τελωνισμό της ψυχής μετά τον θάνατο[31]. Ακόμα και το γεγονός ότι η τάξη της αγρυπνίας, που ακολουθούσε ο Συμεών, έχει μεγάλη ομοιότητα με την τάξη της αγρυπνίας του λίγο μεταγενέστερου ασκητή στην κορυφή του Σινά αββά Νείλου[32] μπορεί να θεωρηθεί μία επιπλέον ένδειξη, που αναδεικνύει ποιο ήταν εκείνη την εποχή ανάμεσα στους μοναχούς της περιοχής το πρότυπο. Και όλοι γνωρίζουμε πως η βιοτή ενός περίφημου ασκητή συνήθως «αντιγράφεται» από τους θαυμαστές του. Η μνήμη του Συμεών παρέμεινε ζωντανή και στην Κύπρο. Για παράδειγμα στο λειτουργικό τυπικό (χφ paris. gr. 402, φ. 164v) της μονής Ιωάννη Χρυσοστόμου στον Κουτσοβέντη, που ιδρύθηκε το 1092 από τον αντιοχειανό μοναχό Γεώργιο, υπάρχει ιδιόγραφη αναφορά του αγίου Νεοφύτου Εγκλείστου περί της μνήμης του Συμεών. Ο Αρκάδιος και άλλοι Κύπριοι της εποχής του: Λεόντιος Νεαπόλεως, Θεόδωρος Τριμυθούντος και Θεόδωρος Πάφου, μαζί με μεγάλους εκκλησιαστικούς άνδρες και ασκητές της ευρύτερης περιοχής, όπως ο Ιωάννης Μόσχος και ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, ο Μάξιμος Ομολογητής, ο Ιωάννης Ελεήμων, ο Αναστάσιος Σιναϊτης, ο αββά Νείλος κ. άλ.  σχηματίζουν έναν εξαιρετικό κύκλο λογίων πατέρων, καθώς όλοι αυτοί από κοινού συνεργάζονται για την καταστολή των αιρέσεων στην περιοχή και για τη στήριξη των ορθοδόξων χριστιανών απέναντι στους αλλοπίστους Πέρσες και Άραβες, οι οποίοι τότε όλο και περισσότερο κέρδιζαν έδαφος στις ακριτικές επαρχίες της αυτοκρατορίας. Στον Βίο του Συμεών, ο Αρκάδιος αναφέρεται στην απειλή των Περσών[33], θεωρώντας ότι και αυτοί θα αντιμετωπισθούν με τη δύναμη του σταυρού, καθόσον αυτός είναι «η σωτηρία και η ασφάλεια κατά παντός εχθρού»[34]

***

Σε αυτόν τον κόσμο των μεγάλων αγίων και πατέρων της περιοχής, τα ιστορικά γεγονότα του 7ου αιώνα σχηματίζουν  ένα πλαίσιο, στο οποίο η τιμή του σταυρού έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Ας θυμηθούμε πρώτα την ύψωση του τιμίου σταυρού από τον Ηράκλειο στην Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα, ύστερα από τη θριαμβευτική νίκη κατά των Περσών. Η εορτή, μετά τη νέα ύψωση, δεν είναι πλέον η πρώτη μεθέορτη μέρα της κύριας εορτής, δηλαδή αυτής των εγκαινίων του ναού της Αναστάσεως (13 Σεπτεμβρίου), αλλά η μεγάλη δεσποτική εορτή, που πανηγυρικά προέβαλλε το σύμβολο της νίκης κατά των νοητών και αισθητών εχθρών του χριστιανικού κόσμου. Ο ανακτηθείς από τους Πέρσες σταυρός, «το κράτος και το στερέωμα των βασιλέων», αυτόν τον οποίο είδε σχηματιζόμενο στον ουρανό ο Μ. Κωνσταντίνος ως το ακαταμάχητο όπλο[35], ήταν το αδιαμφισβήτητο ιερό και πολιτικό λάβαρο των βυζαντινών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην προσωπική και δημόσια λατρεία, μετά τη νίκη του Ηρακλείου, όλο και περισσότερο ο σταυρός χαρακτηρίζεται ως όπλο των ευσεβών βασιλέων. Π.χ. στον Βίο του Κυρίλλου Φιλεώτη ο σταυρός χαιρετίζεται ως «των βασιλέων το όπλον, των δε ασεβών η λόγχευσις»[36], ενώ ο Νεόφυτος Έγκλειστος χαιρετίζει τον σταυρό ως «βασιλέων πιστών αγιώτατον σκήπτρον και αήττητον τρόπαιον»[37]. Στα υμνολογικά κείμενα τέτοιες εκφράσεις έχουν πληθωρική παρουσία. Στην πραγματικότητα αυτές προϋποθέτουν και αποτυπώνουν μια πρακτική του βυζαντινού στρατού, κατά τις εκστρατείες να προηγείται ο σταυρός ως το ισχυρό όπλο των χριστιανών[38].

 Ένα τέτοιο σύμβολο νίκης προκαλεί την καύχηση των πιστών και, κατά τούτο, την πανηγυρική τιμή, και αυτή ήταν η εορτολογική αφετηρία για την ανύψωση της εορτής της 14ης Σεπτεμβρίου στις μεγάλες εορτές κατά την τάξη των στουδιτών. Σε αυτό το πλαίσιο, η νηστεία δεν έχει θέση, καθόσον μια εορτή, και μάλιστα μεγάλη, συνεπιφέρει την κατάλυση. Σε ένα μεταγενέστερο τυπικό του 11ου αιώνα διαβάζουμε: «ΙΔ’, ύψωσις του τιμίου σταυρού˙ αργία πάντων και κατάλυσις εις πάντα και έως ου αποδοθή η εορτή καταλύομεν την νηστείαν εις έλαιον και οίνον»[39].

Επειδή στην πολιτική και εκκλησιαστική θεωρία των Βυζαντινών είναι σύμφυτη η σχέση της επίγειας και επουράνιας δοξολογίας του Θεού και κατά τούτο των αντιστοίχων Εκκλησιών (στρατευόμενης και θριαμβεύουσας), ο σταυρός εμφανίζεται και ως σύμβολο της κρίσης του Θεού στα έσχατα, δηλαδή της οριστικής νίκης κατά της αμαρτίας και του θανάτου. «Προ δε της παρουσίας του Σωτήρος, ώσπερ βασιλικόν σημείον, το λεγόμενον σίγνον, κατά την κοινήν συνήθειαν, προτρέχει της Χριστού παρουσίας, υπό των αγγέλων δοξαζόμενον … Οφθήσεται τοίνυν το σημείον του Θεού εν ουρανώ. Οφθήσεται του ξύλου φέρον την εικόνα αλλά φωτός εκλάμπον ακτίνα»[40].  Πιο παραστατική είναι η αποκάλυψη της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, σύμφωνα με τον Βίο του Βασιλείου Νέου (860 – 940), όπου ο σταυρός παρουσιάζεται να στέκεται πάνω από την πύλη της ουράνιας πόλης. «Τότε βλέπομε», λέει ο βιογράφος, «τον τίμιον σταυρόν του Κυρίου να σηκώνεται από τον τόπον της ετοιμασίας όπου βρισκόταν και να μεταφέρεται με θεϊκή νεφέλη στον αέρα εκπέμποντας αστραπές και λάμψεις, που νόμιζες πως έβγαιναν από πυρσό. Και, αφού μετακινήθηκε, ήρθε πάνω στη σεβάσμια εκείνη πύλη με ομορφιά και δόξα και σταμάτησε απέναντι στη φοβερή πύλη στην οποία στεκόταν ο Κύριος, ο οποίος καλούσε με το όνομά τους τους αγίους υπηρέτες του, σαν τον ποιμένα που καλεί τα πρόβατά του, και τους έβαλε όλους στην πόλη της αιώνιας ζωής του»[41]. Αντίθετα, απέτρεπε την είσοδο των αμαρτωλών. Έτσι, ο σταυρός γίνεται «ζυγός δικαιοσύνης˙ των μεν καταγομένων εις Άδην τω βάρει της βλασφημίας, των δε κουφιζομένων πταισμάτων προς γνώσιν θεολογίας» (τροπάριο θ’ ώρας). 

***

Στην εορτολογική και κανονική γραμματεία των βυζαντινών, καταγράφεται έντονα ο σταυρός και ως σύμβολο πάθους. Τούτο γίνεται εμφανέστερο μετά την εικονομαχία. Έτσι, η εορτή προσλαμβάνει και ένα άλλο περιεχόμενο, που συνυφαίνεται αυτήν τη φορά με την αυστηρή νηστεία. Είναι χαρακτηριστικά όσα αναφέρει ο Νίκων του Μαύρου Όρους: «Ορώμεν δε και ετέραν νηστείαν γινομένην, και περί ταύτης ουκ ηδυνήθημεν τιποτούν εγγράφως ευρείν˙ πλήν πάντα και πανταχού ταύτη νηστεύουσι˙ λέγω δη την ύψωσιν του τιμίου Σταυρού. Και καθώς άνωθεν προείρηται περί των μεγάλων αγίων και των εκ πίστεως εις τας εορτάς αυτών προαγνιζομένων, ούτω και περί ταύτης της εορτής φασιν, ότι τινές μέν εκ πίστεως προαγνίζονται (ιδίως στην Κωνσταντινούπολη, καθότι η προσκύνηση των τιμίων ξύλων ήταν τετραήμερη, από τη 10η έως τη 13η Σεπτεμβρίου[42]) διά τον ασπασμόν του τιμίου Σταυρού˙ και πάλιν αυτήν  την ημέραν διά τον ασπασμόν, και ότι και σταυρώσιμα πάντα ψάλλονται και αναγινώσκονται εν τη ημέρα ταύτη, ό,τε Απόστολος, και το Ευαγγέλιον, και απλώς όλη η τάξις σταυρώσιμος γίνεται˙ και ότι μία ημέρα εν ταις καθολικαίς Εκκλησίαις τελείται, και εύλογός εστίν η νηστεία»[43]. Βεβαίως, στην περίπτωση της πράξεως προαγνισμού, η εορτή της υψώσεως, κατά τα συμφραζόμενα του Νίκωνα, θα ήταν επίσης ημέρα νηστείας. Ως εκ τούτου θα ήταν η μοναδική εορτή, η οποία, ύστερα από μια περίοδο νηστείας, δεν θα είχε κατάλυση, επειδή ακριβώς υπερίσχυε το σύμβολο του πάθους.

***

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα γεγονότα επί Ηρακλείου ανέδειξαν νέες πτυχές της τιμής του σταυρού και εδώ θα ήθελα να σταθώ σε ένα δεύτερο γεγονός του 7ου αιώνα, την Πενθέκτη οικουμενική σύνοδο. Μια σύνοδο ξεχωριστή, σε σχέση με τις υπόλοιπες οικουμενικές, καθόσον αυτή με έναν «ακαδημαϊκό» τρόπο[44] προσέγγισε την επίλυση αποκλειστικά κανονικών ζητημάτων, κάποια από τα οποία απασχολούσαν τη βυζαντινή περιφέρεια (οι κανόνες 11, 18, 37, 39, 56, 72, 73, 81, 95 μοιάζουν να αναφέρονται σε κανονικά ζητήματα της περιφέρειας. Οι κανόνες 13, 36, 55, όπως είναι γνωστό αναφέρονται σε κανονικά θέματα της Εκκλησίας της Ρώμης), και μάλιστα τα τρία παλαίφατα πατριαρχεία και την Κύπρο. Θα σταθώ εδώ στους δυο κανόνες που σχετίζονται με τον σταυρό. Στον 73ο, η σύνοδος απαγορεύει τον σχηματισμό επί του εδάφους σταυρών, γιατί καταπατούμενο το ιερό σύμβολο, εξυβρίζεται. Ο σχηματισμός σταυρού επί του εδάφους, είτε αυτό ήταν τα δάπεδα ναών είτε οι δρόμοι που οδηγούσαν σε προσκυνήματα, φαίνεται ότι υπαγορεύθηκε από ένα πνεύμα υπερβολής στην τιμή του, που αναπτύχθηκε μετά τον Ηράκλειο, γι’ αυτό και η σύνοδος όφειλε να θέσει όρια στην εκδήλωση της ευσέβειας.

Ο δεύτερος κανόνας είναι ο 81ος, δια του οποίου καταδικάζεται η προσθήκη στον τρισάγιο ύμνο, μετά το «άγιος αθάνατος», της θεοπασχητικής φράσης, «ο σταυρωθείς δι’ ημάς». Στον κανόνα επισημαίνεται ότι αυτό γινόταν «έν τισι χώραις», μια σαφής ένδειξη ότι πρόκειται και για τόπους της περιφέρειας. Ως τέτοιος ήταν προφανώς και η Αντιόχεια, ο χώρος της εκκλησιαστικής δράσεως του εισηγητή της φράσης Πέτρου Γναφέα, αλλά και ευρύτερα τα υπόλοιπα εκκλησιαστικά κέντρα της περιοχής, όπου επιχωρίαζαν μονοφυσίτες. Γνωρίζουμε ότι η αντίδραση των ορθοδόξων για τη χρήση μιας τέτοιας φράσης στη λατρεία ήταν έκδηλη. Για παράδειγμα, ο αμαθούσιος Αναστάσιος Σιναΐτης στον Οδηγό αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο για να καταδικάσει την προσθήκη[45]. Το ίδιο έπραξε και ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων στον Βίο του Ιωάννη Ελεήμονα[46]. Στον εκκλησιαστικό κόσμο της Μέσης Ανατολής παρατηρείται μια αγωνιώδης προσπάθεια αποφυγής του θεοπασχητισμού. Για παράδειγμα στον Βίο του αγίου Σάβα απαγορεύεται στους Αρμενίους να τελούν εντός της μονής τη θεία Λειτουργία[47], προφανώς για να ελέγχεται και ο τρόπος ψαλμώδησης του τρισαγίου ύμνου. Άλλοτε πάλι προστίθενται διευκρινιστικές λέξεις. Ενδεικτικά στον «παιάνα της ορθοδοξίας», δηλαδή στο απολυτικίο «Την άχραντον εικόνα σου …», το οποίο μαρτυρείται ήδη από τα μέσα του 8ου αιώνα, καθόσον αναφέρεται στον Βίο του αγίου Στεφάνου του Νέου (+764)[48], προστίθεται μεταγενέστερα η λέξη «σαρκί» στην ασαφή για τον δύσπιστο φράση: «… βουλήσει γάρ ηυδόκησας ανελθειν εν τω σταυρώ …», και έτσι πλέον ψάλλεται: «… βουλήσει γάρ ηυδόκησας σαρκί ανελθείν εν τω σταυρώ …». Η Εκκλησία δείχνει μια εμμονή να διευκρινίζει την ορθόδοξη πίστη απέναντι στην αίρεση του θεοπασχητισμού και αυτή ήταν κυρίαρχη στον εκκλησιαστικό κόσμο της Μέσης Ανατολής.

Τι γίνεται όμως με την ίδια φράση, η οποία όχι μόνο μία αλλά δυο φορές αναφέρεται στον Βίο της αγίας Μάρθας. Επίσης, όπως είδαμε, η ίδια φράση, κάπως παρηλλαγμένη, αναφέρεται και στον Βίο του Συμεών. Στους δυο Βίους δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια επιφύλαξη ή πρόθεση διευκρίνισης της ορθόδοξης πίστης, αλλά μάλλον συστοίχηση στην ορολογία, την οποία επέβαλε ο Πέτρος Γναφέας στην Αντιόχεια. Βεβαίως, ένας μεταγενέστερος αναγνώστης του Βίου της Μάρθας θέλησε να ορθοδοξοποιήσει το κείμενο διαγράφοντας τη φράση στον κώδικα Αγίου Σάβα 108 (φ. 197v).

Έτσι, τίθεται το ερώτημα: έχουμε στην περίπτωση της μονής του Συμεών θεοπασχητική διδασκαλία ή έχουμε κάποια διατύπωση που δεν θα προκαλούσε τους μονοφυσίτες αλλά ταυτόχρονα και τους ορθοδόξους, ορθοδόξως νοουμένη; Το ερώτημα είναι εύλογο. Σε ένα κόσμο, όπου δοκιμάζεται η ενότητα των χριστιανών, ενώ παράλληλα απειλείται από τους Πέρσες, η κεντρική εξουσία αναζητούσε τις θεολογικές και πολιτικές σταθερές για την προστασία των απειλουμένων επαρχιών της αυτοκρατορίας. Γνωρίζουμε ότι ο Ιουστινιανός κράτησε μια γραμμή μετριοπαθή απέναντι σε αυτό που ονομάζεται νεοχαλκηδονισμός[49]. Στον Βίο του Συμεών, ο Αρκάδιος επισημαίνει την καλή σχέση που είχε η κεντρική πολιτική και εκκλησιαστική εξουσία, δηλαδή ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός και ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Σχολαστικός, με τον Συμεών και τη μονή του[50]. Προσωπικά θα αποδεχόμουν ότι η χρήση της φράσης «ο σταυρωθείς δι’ ημάς» δεν φαίνεται στους δυο Βίους να προκαλεί το αίσθημα του ορθοδόξου φρονήματος. Ούτε ο Αρκάδιος φαίνεται να δυσανασχετεί με αυτή τη διατύπωση. Εξάλλου, ήταν μια φράση που ενίσχυε τη συνοχή των χριστιανών στην περιοχή.

***

Σε αυτή την περιήγηση των πηγών, κατά το πλείστον αγιολογικών, υπάρχει μια κοινή συνισταμένη, ότι ο σταυρός ευρίσκεται στο κέντρο της θεολογίας και της ευσέβειας των βυζαντινών. Είναι το ιερό και πολιτικό σύμβολό τους. Με αυτά τα χαρακτηριστικά, ασφαλώς δεν θα μπορούσαν οι εικονομάχοι να αποκλείσουν την ιστόρησή τους στους ναού και σε άλλους δημόσιους χώρους. Επομένως, ο σταυρός άντεξε στη μανία των εικονομάχων, όχι μόνο γιατί είναι ανεικονικός, αλλά γιατί θεωρούνταν το ιερό σύμβολο της αυτοκρατορίας. Επιπλέον, ο σταυρός επί του οποίου έπαθε ο Θεός, είτε σαρκί είτε κατά την εκφορά των μονοφυσιτών, δεν θα μπορούσε και πάλι να εξοβελιστεί από τους ναούς, γιατί ήταν ένα σύμβολο που καθαγιάστηκε με τη θυσία του ιδίου του Θεού. Αν η κεντρική εξουσία εξοβέλιζε τον σταυρό, ασφαλώς το χάσμα μεταξύ των ορθοδόξων και των μονοφυσιτών θα διευρυνόταν ακόμη περισσότερο, με αρνητικές συνέπειες για τον χριστιανικό κόσμο της Μέσης Ανατολής. Σε αυτό το περιρρέον κλίμα ευρίσκεται και η εκκλησιαστική παράδοση της Κύπρου, ιδίως κατά τις παραμονές και την εποχή των αραβικών επιδρομών.

Το παραπάνω κείμενο παρουσιάστηκε ως εισήγηση στο πλαίσιο των εργασιών του 6ου Διεθνούς Συνεδρίου της Κυπριακής Αγιολογίας, που οργανώθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Κωνσταντίας-Αμμοχώστου. Η ειδικότερη θεματική του Συνεδρίου ήταν: Η τιμή του Τιμίου Σταυρού στην Κύπρο. Τριάντα επιστήμονες από όλο τον κόσμο εξέτασαν διεξοδικά πτυχές της συγκεκριμένης θεματικής και έφεραν στο φως πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Τα συγκεκριμένα συνέδρια έχουν καταστεί πλέον θεσμός και είναι βέβαιο ότι θα παραμείνουν στην ιστορία ως ένα σημαντικό κεφάλαιο των θεολογικών σπουδών, τόσο της Κύπρου όσο και του ορθόδοξου κόσμου.

Οι παραπομπές βρίσκονται στην επόμενη σελίδα

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ